Νταχάου: «Ποτέ ξανά»

Νταχάου: «Ποτέ ξανά»

Νταχάου: «Ποτέ ξανά»

Ο Αντρέας Γιόρτσιος πέρασε μια μέρα στο Μνημείο Στρατοπέδου Συγκέντρωσης Νταχάου και μεταφέρει στο «Down Town» την εμπειρία και τα συναισθήματα που βίωσε.

Εδώ άρχισαν όλα. Σε αυτό τον χώρο, που έμελλε να αποτελέσει το πρότυπο για όλα όσα ακολούθησαν μετά από αυτό. Το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου ήταν το πρώτο του είδους του που δημιούργησαν οι Ναζί. «Το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης για πολιτικούς κρατούμενους», σύμφωνα με τον αρχηγό της αστυνομίας του Μονάχου Χάινριχ Χίμλερ, λίγες μόνο εβδομάδες μετά την άνοδο του Χίτλερ στην Καγκελαρία. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι εισήλθαν σε αυτό στις 22 Μαρτίου 1933.

Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι στο Νταχάου δεν συνέβησαν όσα σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως π.χ. στο Άουσβιτς, έφτασα στον χώρο με ανάμικτα συναισθήματα. Από το Μόναχο, περίπου 20 λεπτά με το τρένο και στη συνέχεια με το λεωφορείο μέσα από γραφικές γειτονιές της ομώνυμης πόλης, των περίπου 45.000 κατοίκων. Το λεωφορείο σταματά σε μια καταπράσινη περιοχή. Νομίζεις ότι πήρες λάθος γραμμή βλέποντας το πράσινο παντού. Η επιγραφή, όμως, στη μεγάλη μαρμάρινη πλάκα της εισόδου γράφει: «Dachau Concentration Camp Memorial Site (Μνημείο Στρατοπέδου Συγκέντρωσης Νταχάου)» και στη συνέχεια μία φράση του ιστορικού κι επιζώντα του Ολοκαυτώματος Eugene Kogon: «Νταχάου – Η σημασία αυτού του ονόματος δεν θα σβηστεί ποτέ από την ιστορία της Γερμανίας. Είναι εδώ για να θυμίζει όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δημιούργησαν οι Ναζί σε όλη την επικράτεια που ήλεγχαν». Ο χώρος του μνημείου είναι οι κοιτώνες κράτησης και το κρεματόριο, που αποτελούσαν ένα αρκετά μικρό μέρος του συνολικού εμβαδού του στρατοπέδου. Ο χώρος όπου ήταν η διοίκηση και οι χώροι διαβίωσης των SS δεν είναι ανοικτός στο κοινό.

Η διαδρομή προς το χώρο είναι ένα μονοπάτι ανάμεσα σε δέντρα. Κι όταν ξαφνικά βλέπεις μπροστά σου την πύλη νιώθεις μια ανατριχίλα. Στα αριστερά σου ό,τι σώζεται από μια τσιμεντένια πλατφόρμα και δύο ράγες τρένου στο έδαφος. Εκεί που έφταναν κι από κει που έφευγαν τρένα με κρατούμενους.

«Η εργασία απελευθερώνει», γράφει η σιδερένια πόρτα από την οποία χιλιάδες άνθρωποι μπήκαν, χωρίς να ξέρουν αν και πότε θα βγουν από κει. Το σύνθημα αποτελούσε μέρος της ναζιστικής προπαγάνδας που ήθελε να παρουσιάσει το στρατόπεδο ως «στρατόπεδο εργασίας και επανεκπαίδευσης», ωστόσο, αντανακλούσε και την κυνική νοοτροπία των Ναζί, οι οποίοι εφάρμοσαν τα καταναγκαστικά έργα ως μέθοδο βασανισμού και τρομοκράτησης των κρατουμένων.

 

Η συγκεκριμένη πόρτα -έμαθα στη συνέχεια στο μουσείο- ότι είναι αντίγραφο και η πρωτότυπη φυλάσσεται στον χώρο του μουσείου. Το δέος που σε συνεπαίρνει μόλις περνάς την πύλη δεν μπορεί να περιγραφεί. Έχω διαβάσει αρκετά για την ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχω δει πάρα πολλά ντοκιμαντέρ, αλλά καμία φωτογραφία και καμία βιντεολήψη δεν μπορεί να αποδώσει το πραγματικό μέγεθος. Ο χώρος ανάμεσα στο κτίριο που σήμερα είναι μουσείο και στους δύο ανακατασκευασμένους κοιτώνες είναι χωρίς υπερβολή, τεράστιος. Σε αυτόν τον χώρο αρκεί να φανταστεί κανείς ότι συγκεντρώνονταν κάθε πρωί και απόγευμα περίπου 40 με 45 χιλιάδες κρατούμενοι για να τους μετρήσουν αλλά και για να γίνουν μάρτυρες των τιμωριών, ενίοτε προς παραδειγματισμό.

Έκανα λίγο ανάποδα τη συνιστώμενη στα φυλλάδια διαδρομή. Αντί να μπω πρώτα στον χώρο του μουσείου, έστριψα αριστερά κι άρχισα να περπατώ στον χώρο όπου ήταν οι συνολικά 34 κοιτώνες. Κάθε ένας από αυτούς είχε πλάτος 10 και μήκος 100 μέτρα. Παρατεταγμένοι σε δύο σειρές, με απόλυτη συμμετρία 17 στην κάθε μία. Χρειάστηκα περίπου 20 λεπτά μπορεί και περισσότερο για να διασχίσω κατά μήκος του τότε ηλεκτροφόρου συρματοπλέγματος την περιοχή. Απόλυτη ησυχία. Ακόμη και οι άλλοι επισκέπτες είναι σιωπηλοί. Στις ομάδες με ξεναγό, ακόμη και ο ξεναγός μιλά χαμηλόφωνα. Στο μέσο της διαδρομής δεσπόζει ο πυλώνας, στον οποίο ήταν άντρες των SS με πολυβόλα στραμμένα προς τους κρατούμενους. Το μυαλό μου προσπαθεί να επεξεργαστεί τις οπτικές πληροφορίες, αυτά που βλέπει με αυτά που ακούω στην ηχογραφημένη ξενάγηση και αυτά που έχω διαβάσει πριν. Παρότι σήμερα μόνο δύο κοιτώνες υπάρχουν στον χώρο, που ανακατασκευάστηκαν για τις ανάγκες του μνημείου, η τσιμεντένια βάση – περίγραμμα που έχει φτιαχτεί για τον κάθε κοιτώνα που υπήρχε, βοηθά στο να συλλάβει το μυαλό τα μεγέθη.


Tο νέο κρεματόριο.

Περπατώντας έφτασα στην πύλη στο τέλος του χώρου κράτησης που οδηγούσε στα κρεματόρια. Εκεί είναι και ο χώρος εκτέλεσης Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου και κρατουμένων της Γκεστάπο. Εκτιμάται ότι περίπου 4000 Ρώσοι στρατιώτες αιχμάλωτοι πολέμου εκτελέστηκαν στο Νταχάου, στο πεδίο βολής των SS σε μία ξεκάθαρη παραβίαση της Συνθήκης της Γενεύης.


Το παλιό κρεματόριο.

Τόσο το πρώτο, «το Παλιό Κρεματόριο» που εξωτερικά μοιάζει με ένα από τα γραφικά σπιτάκια της Βαυαρίας όσο και το «Νέο» που ανοικοδομήθηκε όταν το παλιό δεν μπορούσε να καλύψει τις «ανάγκες», μου δημιούργησαν αμέσως ένα σφίξιμο στο στομάχι. Στον χώρο είναι κι άλλοι επισκέπτες. Κανείς δεν μιλά. Δύο κυρίες γύρω στα 70 με 75, κάθονται σε ένα παγκάκι και παρατηρώ ότι βλέπουν την καπνοδόχο. Η μία από τις δύο αρχίζει να κλαίει. Αντίθετα με άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης στον χώρο αυτό δεν γίνονταν μαζικές εκτελέσεις. Ο σκοπός των κρεματορίων ήταν η «διαχείριση» των χιλιάδων πτωμάτων κρατουμένων που πέθαιναν από εξάντληση, βασανιστήρια, ασθένειες, πειράματα ή εκτελέσεις. Το Νταχάου δεν χαρακτηρίζεται ως στρατόπεδο μαζικής εξόντωσης καθώς δεν ήταν μέρος της «τελικής λύσης» για την εξολόθρευση εκατομμυρίων Εβραίων, ωστόσο, στα τέλη του 1944 τα κρεματόρια παρότι «δούλευαν» επί 24ωρου βάσεως, δεν μπορούσαν να καλύψουν τις «ανάγκες».


Tο νέο κρεματόριο.

Σύμφωνα με τα αρχεία 32.000 θάνατοι είναι καταγεγραμμένοι από την πρώτη μέρα λειτουργίας το 1933 ως την απελευθέρωση το 1945. Άγνωστος είναι, όμως, ο αριθμός των Εβραίων που σκοτώθηκαν και δεν καταγράφηκαν κυρίως στα περιφερειακά του Νταχάου στρατόπεδα, όπως επίσης ο αριθμός των Πολωνών και των Ρώσων. Άγνωστος είναι και ο αριθμός όσων εκτελέστηκαν από την Γκεστάπο. Άγνωστος και ο αριθμός των Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου το 1941 και 1942 κι άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων κατά τη διάρκεια εκκένωσης, απελευθέρωσης ή όσων πέθαναν συνεπεία των κακουχιών μετά την απελευθέρωση. Έχοντας αυτά στο μυαλό καταλαβαίνεις γιατί οι αναθηματικές επιγραφές στον χώρο γράφουν «to the unkown victims» (στα άγνωστα θύματα).


Ανακατασκευασμένοι χώροι κρατουμένων.

Περπατώντας στη συνέχεια πίσω στον χώρο όπου είναι οι κοιτώνες, βλέπω τα θρησκευτικά μνημεία που έχουν ανεγερθεί μετά την απελευθέρωση. Αλλά το μάτι μου προσπαθεί να εστιάσει στους δύο κοιτώνες περίπου 1700 μέτρα μακριά. Σαν να μη θέλει ο εγκέφαλος μου να αντιληφθεί μεγέθη και αποστάσεις. Περπατώ στον δρόμο, εκεί που κάποτε ήταν οι κοιτώνες δεξιά κι αριστερά. Δύο σειρές δέντρων καθορίζουν τον δρόμο. Η θερμοκρασία είναι ψηλότερη από την κανονική για την εποχή και στο μυαλό μου δημιουργούνται εικόνες. Πάνω από 200.000 κρατούμενοι από περισσότερες από 30 χώρες κρατήθηκαν στο Νταχάου. Σε έναν χώρο που δημιουργήθηκε το 1933 για την κράτηση περίπου 5.000 κρατουμένων και σύμφωνα με τα στοιχεία τα τελευταία χρόνια κρατούνταν πάνω από 75.000. Στις ίδιες υποδομές. Και με αυτές τις σκέψεις έφτασα στον κοιτώνα που έχει ανακατασκευαστεί. Είναι χωρισμένος σε περιόδους. Στην αρχική περίοδο, όταν το Νταχάου ήταν για πολιτικούς κρατούμενους, κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, στελέχη συντεχνιών και εργατικών συνδικάτων. Οι πρώτοι Εβραίοι ήρθαν εδώ λόγω της πολιτικής αντίθεσής τους με το Εθνικοσοσιαλιστικό Καθεστώς. Ο καθένας είχε το κρεβάτι του. Στους ίδιους χώρους, τελικά, στοιβάζονταν ο ένας δίπλα ή πάνω στον άλλο.


Ο χώρος της καθημερινής συνάθροισης και καταμέτρησης κρατουμένων, τότε (πάνω) και σήμερα (κάτω).

Βλέποντας, λοιπόν, πώς ήταν στην αρχή οι συνθήκες κράτησης και πώς σταδιακά άλλαζαν καθώς αυξανόταν ο αριθμός των κρατουμένων διάφοροι συνειρμοί άρχισαν να μού δημιουργούνται. Κάπως έτσι δεν συμβαίνει και σήμερα στα διάφορα σημεία ανά τον πλανήτη με τους πρόσφυγες; Η Μόρια στην Ελλάδα και τα διάφορα άλλα «hot spots» στη χώρα δεν έχουν σήμερα υπερπληθυσμό προσφύγων; Υποδομές που δημιουργήθηκαν για να φιλοξενήσουν 1000 άτομα και φιλοξενούν 6000 δεν είναι λογικό να δημιουργούν συνθήκες «διαβίωσης» που προσομοιάζουν σε τέτοιες συνθήκες κράτησης; Στα σύνορα ΗΠΑ Μεξικού, οι εικόνες των χώρων κράτησης εκατοντάδων μεταναστών πίσω από κάγκελα, χωρίς φαγητό για μέρες, χωρίς στοιχειώδεις παροχές υγιεινής, παιδιών και ενηλίκων να κοιμούνται σε τσιμεντένια πατώματα ο ένας πάνω στον άλλο το 2019, πόσο διαφέρει από τις συνθήκες κράτησης τότε; Ακόμη και σε μας, εδώ στην Κύπρο, οι υποδομές υποδοχής και φιλοξενίας όπως αποκαλούνται, πόσο μπορούν να ανταποκριθούν σε έναν διαρκώς αυξανόμενο υπερπληθυσμό;

Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό κατευθύνθηκα στον χώρο του μουσείου. Ο χώρος αυτός ήταν το κτίριο στο οποίο κάθε κρατούμενος εισερχόταν για να καταγραφεί κι έπρεπε να μείνει γυμνός, να αφήσει ό,τι είχε μαζί του και να αντικρύσει την επιγραφή στην οροφή: «Υπάρχει μόνο μία οδός προς την ελευθερία. Τα ορόσημα αυτής της οδού είναι: υπακοή, ειλικρίνεια, καθαριότητα, νηφαλιότητα, επιμέλεια, τάξη, αυτοθυσία, φιλαλήθεια και αγάπη προς την πατρίδα». Άλλη μια επίδειξη του κυνισμού με τον οποίο οι SS αντιμετώπιζαν τους κρατούμενους. Θα μείνω μόνο σε ένα στοιχείο που μού έκανε εντύπωση. Στα κείμενα που συνοδεύουν φωτογραφίες εξιστορώντας την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την άνοδο των Εθνικοσοσιαλιστών, τα όσα συνέβησαν μέχρι τη λήξη του πολέμου είναι ξεκάθαρο ένα μήνυμα. Η βασική ιδεολογία των Ναζί ή το βασικό κίνητρο πίσω από όλες τις φρικαλεότητες που ξεκίνησαν στο Νταχάου και συνέβαιναν όχι μόνο στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, δεν ήταν πολιτικής ή ιδεολογικής φύσεως αλλά μία ξεκάθαρα ρατσιστική αντίληψη. Ο ρατσισμός ήταν η κινητήριος δύναμη. Αυτό συμπεραίνει κάποιος διαβάζοντας τα κείμενα στο μουσείο και σύμφωνα με ανεξάρτητους ιστορικούς αυτή ήταν και η αλήθεια.

Σε αυτό τον χώρο υπάρχουν οι σιδερένιες στήλες των απαγχονισμών. Αλλά και η πρωτότυπη πόρτα της εισόδου που είχε κλαπεί και μετά την ανεύρεσή της φυλάσσεται εδώ. Δίπλα στην πόρτα εξόδου του μουσείου. Ειρωνεία σκέφτομαι. Δύο πόρτες η μία δίπλα στην άλλη. Αντίθετα, όμως, με αυτήν του μουσείου ελάχιστοι χρησιμοποίησαν τη βαριά πόρτα ως πύλη εξόδου από το Νταχάου.


Ανακατασκευασμένοι χώροι κρατουμένων.

Η λέξη συγκλονισμός είναι χωρίς υπερβολή, λίγη για να περιγράψει τα συναισθήματα μου. Μπροστά μου βλέπω την επιγραφή «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ» και πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελά σαρκαστικά. Η άνοδος ακραίων στοιχείων, εθνικιστών, νεοναζιστών όχι στην άλλη άκρη του πλανήτη, αλλά στην Ευρώπη που έζησε αυτή τη φρίκη στο πετσί της, είναι γεγονός. Σκέφτομαι ότι πολλοί από τους σημερινούς ηγέτες του πλανήτη, ίσως θα έπρεπε να επισκέπτονται το Νταχάου, εδώ που ξεκίνησε η φρίκη, με την ανάληψη των καθηκόντων τους. Στέκομαι στον χώρο με την επιγραφή «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ». Η κεντρική ιδέα που σχηματίζεται στο μυαλό μου, με όσα είδα και διάβασα στο Νταχάου και την ανακήρυξη του χώρου σε μνημείου ανοιχτού στο κοινό, χωρίς είσοδο, όλο τον χρόνο (εκτός από την παραμονή Χριστουγέννων), είναι πως ίσως με αυτό τον τρόπο οι Γερμανοί θέλησαν να ξορκίσουν το κακό. Να εξαγνιστούν από τις τύψεις. Σαν να λένε «δείτε τι κάναμε, τη φρίκη που προκαλέσαμε στο όνομα του ρατσισμού για να μην επαναληφθεί, ούτε από μας ούτε από άλλους». Ποτέ ξανά (;)

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 644

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *