Νταλάρας. Για πάντα!

Νταλάρας. Για πάντα!

Μια τυχαία «συνάντηση» με τον κορυφαίο των ζώντων κορυφαίων, ενός απελπισμένου καιρού.

Μου είναι ευεργετικό το να ταξιδεύω μόνος – όταν κάτι στραβώνει -και τελευταία στραβώνει συχνά- οι «συναντήσεις» είναι αναπόφευκτες -σχεδόν μοιραίες, από ένα τυχαίο μήνυμα στο instagram- αφού μεγαλύτερες αποχρώσεις, λιγότεροι ήχοι και καθαρότερη ένταση οξυγόνου οξύνουν μερικές αισθήσεις που πίστευες αφελώς πως είχες από καιρό θάψει στην ανεξέλεγκτη ένταση της καθημερινότητας και των υπερβολών, σε κάτι εκ των πραγμάτων -αν αντέξεις να το δεις απέξω- μικρότατο στα αληθινά μεγάλα. Το Σαββατοκύριακο ήταν ωραίο. Αν και ψιλόβρεχε, ήταν ζεστό. Έμεινα σε ένα ξενοδοχείο μικρομεσαίας κατηγορίας, εκεί που ξεκινούν τα εργοστάσια και οι πάλαι ποτέ προσφυγικές συνοικίες, από αυτά των προσδοκιών και της έκστασης που οι receptionist δεν ασχολούνται με τις λεπτομέρειες της άφιξής σου, ούτε για το μονόκλινο που πλήρωσες αν και μετατράπηκε σε κάτι άλλο, εφόσον έχεις δώσει μονοκοπανιά τα λεφτά και μερικά παραπάνω tips – από την εμπειρία τους ξέρουν να είναι διακριτικοί και να σιωπούν, να διαχωρίζουν την εξουθένωση από την πραγματική λύπη παρόλο που, μέσα στη λαϊκότητά τους, δεν συνειδητοποιούν την ευεργεσία στο τακτ που πράττουν. Το μόνο που με ρώτησε ο Βασίλης Μιχάκογλου που είχε βάρδια το πρώτο βράδυ -πρόθυμος στην κούρασή του, αν και τα πρωινά προπονείται στις παλαίστρες του ΠΑΟΚ με πίεση και πίστη στο επερχόμενο μετάλλιο των εβδομήντα και κάτι κιλών της ελευθέρας- ήταν αν ξέρω προσωπικά «τον τύπο» που βρισκόταν στο εξώφυλλο του βιβλίου που κρατούσα στα χέρια μου και άφησα επάνω στο κρεββάτι του δωματίου, με την τιμή ακόμη κολλημένη στο «αφτί», από τον «Ιανό» της Αριστοτέλους – Θανάσης Λάλας: «… Και το καλοκαίρι κρυώνω!». «Κάποτε, παλιά, δυο τρεις φορές, η δουλειά μας είναι τέτοια…», κάπως τα μάσησα για να μην ξεκινήσει η αναίτια συζήτηση που τόσο αποφεύγω – φευ. «Θα μαζέψω λιγάκι τα πράγματά μου και θα κατέβω να σου τραβήξω μια δυο λήψεις για τα social σου» του είπα, ανοίγοντας την μπαλκονόπορτα στην Μοναστηρίου. Αλλά σκέφτηκα να πιώ μισή γουλιά μαύρου καφέ προηγουμένως, και πήρα στα χέρια μου το προσδοκώμενο, το «συλλεκτικό» στις λέξεις του, ξεκινώντας απ’ την προμετωπίδα της μετά την αφιέρωση πρώτης σελίδας, σταματώντας σε μία παράφραση στίχου του Δημήτρη Λάγιου: «Ένα θησαυρό χαμένο θα γυρεύω μια ζωή…» – αυτό ήταν! Παρέμεινα έκθαμβος, σαν υπνωτισμένος, σ’ ολόκληρο, γουλιά γουλιά, ξεροσταλιάζοντας, μέχρι το τέλος.

Ο Γιώργος Νταλάρας έχει πλήρη έλεγχο του ταλέντου του – είχε, θα έχει. Το σημείωσα κάπου, από δικές του φράσεις: «Το ταλέντο πληγώνεται θανάσιμα όταν συνοδεύεται από αμετροέπεια και πολύ μεγάλο θράσος. Όταν λείπει η ταπεινοφροσύνη. Αυτή η έλλειψη σε κάνει βουλιμικό και επηρμένο. Φτάνεις στο σημείο να θέλεις κι αυτό που δεν μπορείς να είσαι κι αυτό που δεν αντέχεις να είσαι…». Αντιφατικός ενίοτε, με καλές ωστόσο προθέσεις, «παρεξηγημένος» συχνά αν και ορθότατος στις κριτικές αιχμές του που ρουφούσα σε κάθε ερωτοαπάντηση που τυπώθηκε στο καλοφτιαγμένο αυτό βιβλίο, θυμόσοφος κάποιες φορές (δεν χρειαζόταν), αλλά ορμητικός και -βεβαιότατα- έντιμος και πιστός στην αναφορά της παιδικής του ηλικίας μ’ έναν μπερμπάντη πατέρα που έγινε το παράδειγμα προς αποφυγήν της δικής του ζωής (δεν το λέει, αλλά το ξέρουμε όλοι), τρυφερός και παρορμητικός συχνότατα, ευφυής στις σωστές ατάκες, αμφιβάλλοντας ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό – αυτός, ο κορυφαίος από τους εναπομείναντες αρχαγγέλους του ελληνικού τραγουδιού υπηρετώντας σαν εργάτης -μέχρι σήμερα- την Τέχνη, όχι της νεοκουλτούρας, αλλά τη γνήσια λαϊκή. Εμφανώς φαινόταν, για άλλη μια φορά, πως ο Νταλάρας είχε διαχειριστεί την καριέρα του χωρίς βεβαρημένο παρελθόν και ανεπίστρεπτα λάθη που θα τον κατακεραύνωναν – ίσως και λόγω της Άννας, που κράταγε τα μπόσικα στην υπερέκθεση και στην υποκουλτούρα που καραδοκούσε στη δεκαετία του ’90, τραβώντας τον μακριά από τις λάσπες. (Παρένθεση: Έγραψα «Άννα» και θυμήθηκα εκείνη την αμήχανη στιγμή του, στην Κύπρο, σε ένα καμαρίνι, που μέσα σε πέντε λεπτά δήλωσης, κάποιος ανόητος και αγράμματος (sic) ρεπόρτερ τον ρωτούσε για τη Βίσση -«στριμώχνοντας» τον δήθεν για «λαβράκι»- σαν να απευθυνόταν σε λουλουδού μπουζουκομάγαζου που μόλις έφτιαχνε τη φόδρα της, μαζεύοντας από το στόμα μερικά σάλια δήθεν δημοσιογραφικής «επιτυχιούλας» – τι ντροπή, τι αμετροέπεια!). Ο Νταλάρας που γνώρισα προσωπικά -και που ξαναθυμήθηκα στο βιβλίο του Λάλα- είναι πριν και πάνω απ’ όλα -αν απομονώσεις τον «μύθο»- ένας ευγενής άνθρωπος – μ’ όλα τα «κακά» του, αν και κακά ελληνοαναθρεμμένα και «λογικά», όπως για κάτι λόγια του της στιγμής που περιέγραφε σε μία ανάρτησή του πριν από μία εβδομάδα ο Μιχάλης Βιολάρης κατακεραυνώνοντάς τον. Είναι ένας άνθρωπος της ορμής και του θυμικού, αν ανατρέξουμε σε κάποιες παλιές εκρήξεις του, συγχωρετέες όμως όλες αφού, αν μη τι άλλο, του χρωστάμε -όλοι!- μερικές ευαισθησίες θεόρατων τραγουδιών και ερμηνειών (ακόμη και του κριτηρίου τού να τα επιλέξει για το «διαμαντένιο» ρεπερτόριό του) που σε κάνουν να παραβλέπεις τυχόν -πολιτικά κυρίως- τσαλαβουτήματα: «Ο ουρανός φεύγει βαρύς», «αχ, χελιδόνι μου», «στην αλάνα», «ταξίδι στα Κύθηρα», «παραπονεμένα λόγια», «κόκκινο τριαντάφυλλο», «έχω έναν καφενέ», «η φαντασία» – δεκάδες.

Το βιβλίο το τελείωσα σε τρεις ώρες – το είχα πια γεμίσει με κίτρινα post it και μολυβιές στα τσιτάτα που μ’ άρεσαν. Ο Βασίλης είχε σχολάσει – μου άφησε στην είσοδο ένα χαρτάκι με τον αυριανό τόπο συνάντησης για τους αγώνες. Κατέβηκα στον Βαρδάρη να πάρω ανάσα, να δω ξανά τα κιμπάρικα παιδιά στην αμαρτωλή πλευρά της Θεσσαλονίκης, πριν από το πρωτάθλημα της Κυριακής που ξημέρωνε και τις φωνές στο γήπεδο. Η άσφαλτος έτρεχε με χίλια μπροστά μου…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *