Ο ήρωας

Ο ήρωας

Ένα πρωί στο χωριό. Ένας ήρωας, ένα μνημόσυνο. Μερικοί διάλογοι με νεκρούς και ζωντανούς. 

Ο τάφος του παππού μου ξεχωρίζει από την είσοδο του νεκροταφείου – τον βλέπετε στη φωτογραφία. Είναι ήρωας. Τα επιμνημόσυνα δεφτέρια που διαβάστηκαν στην εκκλησία είχαν, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ψήγματα καθαρεύουσας που έμπλεκε με τη δημοτική, αρκούντως εξωστρεφή στην ακριβή εξιστόρηση των γεγονότων και με αναγκαία στο κοινό συνθήματα – κράτησα μόνο το ρήμα «ζήτω» πριν το «αιωνία του η μνήμη». Στις πρώτες σειρές κάθισαν οι συγγενείς – ευγενείς και καλοσυνάτοι. Είπαμε αυτά τα μικρά που λένε συνήθως οι οικογένειες, αυτούς τους μακρόσυρτους αλλά κοφτούς μονολόγους που γίνονται κάποια στιγμή επιδερμικοί διάλογοι, στους οποίους, ναι, αισθάνεσαι την αγάπη, τη μακρινή, αυτήν «που ήρθε από μακριά», την ξαφνική τρυφερότητα του «αίματος», αν και δεν μπορείς απ’ την άλλη να προσθέσεις πολλά επιπλέον στον πίνακα εντός σου γιατί, συνήθως, δεν υπάρχουν άλλες απορίες σε μια γλώσσα που είναι ήδη δεμένη απ’ τον λάρυγγα: «όλα καλά;», «καλά», τα παιδιά;», «καλά», «πάνε καλά στο σχολείο;», «καλά». Μερικά στεφάνια – η κοινοτική αρχή, το κόμμα, η ομάδα, το εθνικόφρον σωματείο, αναφορά στα ονόματα των πεσόντων και τέλος. «Πιστέφκεις ότι ο παπάς μου ήθελεν να γίνει ήρωας; Τι είναι ο “ήρωας” τελοσπάντων; Εμείς ορφανοί εμεγαλώσαμε, επεινάσαμεν όταν τον εσκοτώσαν. Τι να μου κάμει ο “ήρωας”;». Γδούπος. Τι να έλεγα στη θεία; «Δεν ήθελα να χάσω τον παπά μου. Κανένας δεν ζει για να γίνει κάποτε ήρωας!».

Μετά την εκκλησία καθίσαμε για καφέ, ζεστή τυρόπιτα και γλυκό καρυδάκι στη μονοκατοικία απέναντι από το οικόπεδο που κάποτε βρισκόταν το πετρόχτιστο δίπατο πατρικό που πια κατέρρευσε. Αυτό δεν είχε σημαίες. Ο χωματόδρομος έγινε ασφαλτοστρωμένη οδός, τα παλιά στενά «ζιγκ ζαγκ» έγιναν ευθείες – κότες, σκυλιά και πρόβατα τόνιζαν τις μεγάλες αντιθέσεις στο μήκος της διαδρομής, τους δύο απροσέγγιστους κόσμους, τον κρότο που κάνουν τα χόρτα του φθινοπώρου που θα ‘θελαν να ‘ναι ουρανοξύστες, μέχρι να μετανιώσουν και να νοσταλγήσουν το «παραδοσιακό». Στους συγγενικούς δεσμούς -τους μη φιλικούς, αλλά υγιείς- υπάρχει συνήθως μία ξιφολόγχη που διαπερνά λεπτές κόκκινες γραμμές και κόβει αυτοστιγμεί: Όλα είναι ειπωμένα από το βλέμμα. Ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει αναφορά σε «κακές» λέξεις που -πάντα- δηλητηριάζουν το τυπικό και ανοίγουν τη χύτρα – αυτή που, σαν έτοιμη από καιρό, είναι έτοιμη να ρουφήξει κάθε περισσευούμενη σταλιά τυπικότητας: Κληρονομικά, λεφτά, οικόπεδα, μοίρασμα, τεμάχια, κτηματολόγιο. Τα παιδιά, ευτυχώς, το ισορροπούν. Κάπως. Είναι χαμογελαστά, αθώα, έχουν λαχτάρα, δεν διαθέτουν τίποτα από την εσωστρέφεια των παιδιών των πόλεων, είναι ευτυχισμένα μέσα στην ανοιχτοσύνη του ουρανού τους που δεν έχει άλλες σκαλωσιές και οικοδομικές μανίες νεοπλουτισμού στην οροφή των ματιών τους – αν και ονειρεύονται να γίνουν κάποτε αυτό που, στα γεράματά τους, θα απωθήσουν επιθυμώντας να επιστρέψουν στο παλιό τους σπίτι. Έτσι κι αλλιώς, είναι, σχεδόν όλα, με μαθηματική ακρίβεια, τσεκαρισμένα αυτά ανά τους αιώνες – τίποτα που να μας ξαφνιάζει: Λίγο πριν γίνεις νεκρός, πάντοτε επιστρέφεις στην κούνια.

Σταματήσαμε ξανά, «για πέντε λεπτά», έξω από το νεκροταφείο και μπήκα μέσα. Περπάτησα μόνος. Δεξιά κι αριστερά απαριθμούνταν ηλικίες και πρόσωπα σοβαρά, ασπρόμαυρα, που σαν να ενοχλούνταν από τα βήματα που έκαναν χλαπ χλαπ μέσα στις λάσπες, στην ξαφνική μπόρα, αναγνωρίζοντας αυτό που δεν θα ξανάχουν ποτέ: Το δικαίωμα στο λάθος. Κάθισα κάτω από την ελληνική σημαία, άναψα ένα τσιγάρο από τα εξτραδάκια που έχω πάντα για τέτοιες περιπτώσεις και -δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε!- θυμήθηκα τον Πιερή Αυξεντίου, συναγωνιστή εκείνου που τώρα είχα τα παπούτσια μου επάνω απ’ το λευκό του μάρμαρο και το σώμα του – τον πατέρα του Σταυραετού. Τότε που έφυγε από το νεκροτομείο, τότε που αναγνώρισε τον καμένο του γιο κι επιβεβαίωσε «είν’ ο Γρηγόρης», αλλά δεν έκλαψε μπροστά στους στρατιωτικούς για το ήδη ήρωα παιδί του «μην τον δουν οι σκύλοι να κλαίει». Έμεινα λίγο παραπάνω. Ο ήλιος είχε βγει για τα καλά και κάτω από τη διπλανή κυπριακή σημαία έκανε σκιά. Σκόρπιες πληροφορίες στο μυαλό μου από το πρωί της επετείου της ανεξαρτησίας που θα ‘ρχοταν – Σερ Χιου Φουτ, Καραμανλής, 16 Αυγούστου, η ένταξη στο ΝΑΤΟ που δεν έγινε ποτέ, ο Τουρκοκύπριος Ισμέτ Γκιουνέι που σχεδίασε τη σημαία «που δεν θα ‘χε σταυρό ούτε ημισέληνο», η «ένωση», τα παλικάρια. Βόλευε στη σκέψη η ησυχία που έκαναν τα κυπαρίσσια – βοηθούσε και το θανατικό γύρω. Υπήρχε μία μορφή κοινωνικότητας με τόσους πολλούς μαζεμένους στο μεγάλο περιφραγμένο ασβεστωμένο οικόπεδο – κι ένας διάλογος περίεργος.

Ζούμε, πράγματι, σε μία σχιζοφρενική χώρα. Αλλά, τουλάχιστον, ζούμε.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *