Ο Κραουνάκης. Ο άλλος.

Ο Κραουνάκης. Ο άλλος.

«…Κρίμα τόση φασαρία / τόσο παραλήρημα / στον καιρό τον καρχαρία / κρίμα και επίρρημα / άλλη μια εφημερία μέσα εφημερία μέσα στα ξενύχτια μας /κι ο καιρός / σαν εχθρός…» (Στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης).

Από προχθές προσπαθώ να βρω κάποια δικαιολογία για τον Σταμάτη – από μεγάλη αγάπη και θεόρατο θαυμασμό ορμώμενος κι όχι από σχόλια και σφοδρές, «βαρύνουσες» τάχαμου, απόψεις που γράφτηκαν -παντού σχεδόν- με φαιδρές ανορθόγραφες προτάσεις, με αμετροεπείς λέξεις, που ασόβαρα σηκώνουν το δάχτυλο σαν γειτόνισσες γλωσσοκοπάνες που τα λένε μεταξύ τους πριν απλώσουν τα ρούχα στο σκοινί. Καταλαβαίνεις δε πως χάθηκε η μπάλα όταν στο you tube, εκεί που παρακολουθείς τον συνθέτη καθισμένο να τραγουδά στις «Γραμμές» το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», με τον λεβεντάντρα να χορεύει μπροστά του με ανοιχτά τα χέρια (ευτυχώς, χωρίς τσιγάρο στο στόμα αυτή τη φορά, μα με μερικές μόνο κόκκινες χαρτοπετσέτες στο παρκέ για ντεκόρ, σαν άλλα «πιάτα»), ακολουθεί σε «χτυπήματα», προτεινόμενο, ένα άλλο, με τον Φίλιππο Καμπούρη (!) να κάνει κριτική με στόμφο και έκπληκτος στο «ατόπημα» – η πληθωρικότητα της άποψης ακόμη παραμιλάει. Αλλά φταίει ο Κραουνάκης γι’ αυτά! Όχι τα γύρω γύρω – αφορμή βόηθα.

«Τον καραγουστάρω με τρέλα!», είπε. «Όλο αυτό που σιχαίνεστε εσείς, εγώ το επικροτώ!», είπε – πριν από τις «λούγκρες», εκεί που όλα είχαν γίνει πια πολτός, επιτρέποντας με το λέγε λέγε και το ένα λάθος σαραβαλιασμένο επάνω στο άλλο, να τον πιάνουν στο στόμα τους κι οι πιο ανοικονόμητοι αστείοι γραφικοί περιφερόμενοι τύποι. Εκείνος, διαβάζω σήμερα στη σελίδα του στο facebook, το δικαιολόγησε ως «αστείο». Αστειάκι πώς; Με τον θεσμό -γιατί θεσμός είναι ο Πολάκης- που, αν του άλλαζες πρόσωπο και σώμα, θα θύμιζε σε υφάκι και αμετροέπεια θρυλικό ΠΑΣΟΚ των 80’s στα μεγάλα ντουζένια του κι έναν Βαγγέλη Γιαννόπουλο να ρίχνει μούντζες από τραπέζι μπουζουξίδικου γιατί κάτι δεν τ’ άρεσε; Έλα τώρα!

Έχω πια τη βεβαιότητα πως οι άνθρωποι που έχουν στη φαρέτρα τους έργο -σπουδαίο έργο, όπως ο Σταμάτης, κι όχι χαμαιτυπεία- από ένα σημείο κι έπειτα θα πρέπει να αυτοπροστατεύονται και να σωπαίνουν – αυτοί που τους αγαπάνε πραγματικά έχουν διπλή ευθύνη να τους κλείνουν τα μικρόφωνα, να τους αρπάζουν τα κινητά, να μην ανοίγουν διάπλατα την πόρτα στον πρώτο τυχάρπαστο κάμεραμαν, στο πρώτο πειναλέο ον ενός πηχυαίου τίτλου (με την ίδια λογική που, υποθέτω, πως κάπως -όσο μπορεί- «μαζεύει» το πράγμα η Μαργαρίτα Θεοδωράκη μη επιτρέποντας, σαν σκύλος στο μαντρί, οποιαδήποτε περιττή επαφή του μουσικοσυνθέτη με τα media, αλλά μόνο μερικές -ίσως απαραίτητες- «εκλάμψεις» προς τέρψη ή η Άντζελα Γκερέκου θωρακίζοντας τον Βοσκόπουλο από «συνεντεύξεις» αφού γνωρίζει -εκ των προτέρων- πως η κουβέντα δεν θα καταλήξει στον «θρύλο» μα στα τεστ DNA και στα χρέη στην εφορία). Γιατί, όσο πιο βαρύνουσας σημασίας είναι το έργο του καλλιτέχνη σε ένα τοπίο λάσπης και αναίτιων πλαστικών σουξέ μιας μαζικής μουσικής παρακμής, τόσο πιο επικίνδυνο για την προσωπικότητά του να εξοκείλει στο λόγο του, παρασυρόμενος ίσως από την όποια -δικαιολογημένη μάλλον- αλαζονεία, το εγωιστικό και στυφό ύφος εκείνου που κάποτε λέμε αστεΐζοντας «ποιοτικού». Δεν ξέρω πώς γίνεται. Αλλά είναι πια κανόνας. Είναι η σήμανση του μέτρου που λείπει – απλώς τώρα ξεχείλισε η κατσαρόλα.

Όταν έχεις παράξει έργο του μεγέθους «σκουριασμένα χείλια», «κανονικά», «κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», «εφημερία», «αυτή η νύχτα μένει» (καταγράφω μόνο αυτά από τα οποία, προσωπικά, εξάρτησα στιγμές, με μπόλικη κι ακανόνιστη πίκρα), φροντίζεις, εφόσον οι κοινωνοί σου πιστεύεις πως δεν σου χαϊδεύουν τ’ αφτιά κάνοντάς σε να κορδώνεσαι συναισθανόμενος πως «τα είδες όλα» κι αναμασώντας εκατό φορές το παράδειγμα του Χατζιδάκι με τον Φλωρινιώτη, να μιλάς χαμηλόφωνα και με ψήγματα ευγένειας, με σεβασμό απέναντι σε ό,τι ταλαντούχο προηγήθηκε από σένα – κυρίως, για τον εαυτό σου. Ή τουλάχιστον να δείχνεις πως το προσπαθείς, αναγνωρίζοντας ειλικρινώς τι είναι «παραμιλητό» και τι λόγος.

Έχω κάνει τρεις φορές συνέντευξη στον Σταμάτη -την τελευταία φορά στο δυάρι σπίτι του, στην Καλλιθέα- και οφείλω να του αναγνωρίσω τη δύναμη του λόγου του, την αλήθειά του, την ποιητικότητά του, τον τρόπο που έχει να συνταράσσει την όποια παρορμητικότητα ή αυθαιρεσία μπορεί να τον διακρίνει προς στιγμής για να μεταφέρει στον αναγνώστη κάτι ειλικρινές, γνήσιο, ίσως και κάτι λαϊκό – συν-θαυμαστής κι αυτός της Καίτης Ντάλη, της Γιώτας Γιάννα και των αυθεντικών διασκεδάσεων της Λιοσίων, λάτρης της περιπετειώδους εξέλιξης που οφείλει να ευαγγελίζεται η υψηλή Τέχνη για να μη γίνεται μια στρυφνή γεροντοκόρη. Αλλά αυτό είναι άλλο – ο Πολάκης δεν είναι το ίδιο με το λοξοκοίταγμα στον Ρουβά, όταν τραγουδούσαν μαζί το «Βατραχάκι». Κι είναι επίσης άλλο να γράφει η Τζένη Χειλουδάκη (δηλωμένη πιστή θαυμάστριά του κι αυτή, κομμάτι από την αγάπη ετερόκλητων ανθρώπων που πάντοτε εισέπραττε) «τελικά σε πονάει πιότερο άνθρωποι που είχες στην καρδιά σου, να πέφτουν στα μάτια σου» – αντιλαμβανόμενος, δυστυχώς, την απογοήτευση πίσω απ’ την αλήθεια.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *