Ο κύριος Μίκης θέλει να μάθουν τους Κύπριους συγγραφείς στο Harvard

Ο κύριος Μίκης θέλει να μάθουν τους Κύπριους συγγραφείς στο Harvard

«ΜΑΜ» είναι τα αρχικά του ιστορικού βιβλιοπωλείου του Μίκη Α. Μιχαηλίδη, στη Λευκωσία. Αλλά θα μπορούσαν να είναι και τα αρχικά των μηνών της Άνοιξης – αυτής που εκείνος έφερε στο κυπριακό βιβλίο.

Καθώς με κοιτάει με τα φωτεινά γαλάζια του μάτια που λαμπυρίζουν περισσότερο κι απ’ το φως του μεσημεριού που εισχωρεί στις κόρες σαν γιαλός ανέγγιχτος, ίδια όπως όταν αντίκριζε -φλογοβόλο κανονικό!- τον Μόντη ή τον Ανθία στα σπίτια τους, όσο εκείνοι του έλεγαν τις ευτυχίες ή τις απογοητεύσεις του εντός τους κόσμου, κάθεται μπροστά από τη μεγάλη τζαμαρία με τις νέες κυκλοφορίες Κυπρίων (μόνο) λογοτεχνών και μου εξηγεί πως οι μέρες του δεν μετριούνται σε κέρδος και λογιστικούς ισολογισμούς, ως επιχείρηση ή μια φάμπρικα που απλώς «πουλά». «Έμπορος δεν υπήρξα ποτέ, όχι. Το βιβλίο δεν το βλέπω ως “λεφτά” αλλά ως έναν άνθρωπο που θα μιλήσει σε άλλον άνθρωπο. Μου λένε τα παιδιά μου πως αν δεν έκανα αυτή τη δουλειά θα είχαμε οικόπεδα, σπίτια, καταθέσεις, γιατί έχασα πολλά λεφτά, κέρδος κανένα, με χρέη ήμουνα, με βοήθεια από τον δίδυμο αδελφό μου που ζει στην Αυστραλία αγόραζα βιβλία κάποια εποχή γιατί δεν ήταν εφικτό οικονομικά, αλλά σκεφτόμουν τι νόημα έχουν τα ντουβάρια μπροστά στον πολιτισμό; Ανοίγω κάθε μέρα το βιβλιοπωλείο – Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Κυριακή του Πάσχα εγώ θα είμαι εδώ. Τις δύο τρεις φορές που άκουσα τα παιδιά μου και κάθισα, μέρα αργίας, στο σπίτι, είπα στον εαυτό μου: “Μίκη, αν κάποιος σήμερα που είναι Πάσχα, που διογκώνονται οι μοναξιές και μεγεθύνεται ο πόνος, αναζητήσει ένα βιβλίο για να του απαλύνει την πληγή, εσύ θα λες “αργούσα”; Δεν μου επιτρέπεται να μην εργάζομαι καθημερινά, κι αυτό ήταν κάτι που μου εμπότισε και ο καθηγητής μου στο σχολείο, ο διαπρεπής Κωνσταντίνος Σπυριδάκις».

Από το 1965, υπάλληλος ακόμη τότε στο Υπουργείο Εξωτερικών, ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε εξειδικευμένα με το κυπριακό βιβλιοπωλείο και τους Κύπριους συγγραφείς, αγοράζοντας -πρώτος απ’ όλους- τοις μετρητοίς, έργα Κυπρίων για το βιβλιοπωλείο του όταν όλοι οι άλλοι θα κέρδιζαν επί των πωλήσεων, με δικά του έξοδα διοργάνωνε εκθέσεις στο εξωτερικό -σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία-, άνοιξε βιβλιοπωλείο στην Αθήνα κι έπειτα ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο, συμμετείχε σε μεγάλες διεθνείς εκθέσεις -στη μεγάλη εκείνη της Φρανκφούρτης, θυμάται ακόμη, πόση εντύπωση είχαν κάνει τα άπαντα Κύπριων ποιητών ως μέρος μιας λησμονημένης παράδοσης-, εξέδιδε βιβλία, διοργάνωνε κάθε εβδομάδα εκδηλώσεις στο Μέγαρο Φανερωμένης, αλλά και δεκάδες «παζάρια βιβλίων», τιμήθηκε -πάλι και πάλι- από οργανώσεις, σωματεία και το κράτος «για την προσφορά του στην Κύπρο». «Ήθελα να προσφέρω στην πατρίδα μου, γιατί αισθάνομαι τον εαυτό μου πατριώτη. Δεν υπήρχε περίπτωση να κυκλοφορούσε κυπριακό βιβλίο και να μην το έχω αγοράσει! Κι έπειτα πήγαινα στο παρελθόν για να βρω και εκείνα που μου έλειπαν – έστω ένα αντίτυπο να το αγοράσω, να το έχω. Θεώρησα πως το να εξελίξω το κυπριακό βιβλίο θα ήταν κάτι καλό και ευγενές, για το παρελθόν και το μέλλον της πατρίδος μας – ακόμη και η γη να χαθεί, θα μείνει το βιβλίο! Μου έλεγε η σύζυγός μου, η Θέλμα, η οποία, λίγο πριν πεθάνει, όταν πια είχε χάσει ολότελα σχεδόν την όρασή της, αναγνώριζε τα βιβλία μόνο από το χρώμα και από το σχήμα τους χωρίς να κάνει λάθος ποτέ: “Βρες μου έναν άνθρωπο να εργάζεται δωρεάν. Εσύ για πόσο θ’ αντέξεις;”. Παραδόξως, αντέχω ακόμα!».

Στις κούτες που βρίσκονται στο πάτωμα διαβάζω για αποστολές στο Πανεπιστήμιο του Harvard, στο Αμερικανικό Κογκρέσο και στη Βρετανική Βιβλιοθήκη. «Ακόμη κι εκεί, κύριε Μίκη;». «Δεν σταμάτησα ποτέ. Πάντοτε, όμως, μου στέλνουν ευχαριστήριες επιστολές οι άνθρωποι, είναι πολύ τυπικοί. Με απασχολεί πολύ που δεν έχω εδώ περισσότερο χώρο για τα βιβλία και για ταξινόμηση ή ένα επιπλέον μέρος για μελέτη από λάτρεις του κυπριακού βιβλίου, μελετητές και φοιτητές. Βλέπετε, κάνω ακόμα όνειρα για το κυπριακό βιβλίο!».

Από τα τόσα -εκατοντάδες ίσως- βιβλία που έχετε διαβάσει, μήπως βγάλατε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα για το ποιο είναι τελικά το νόημα της ζωής, κύριε Μίκη;
Είμαι 86 ετών. Τη ζωή μου την επέρασα μέσα στα βιβλία. Και ουδέποτε εμετάνιωσα γι’ αυτό. Το νόημα της ζωής είναι αυτό: Να αγαπάς τον συνάνθρωπό σου και να παίρνεις τη ζωή έτσι όπως ακριβώς έρχεται – δεν πρέπει να ζητάς τα πάντα, γιατί τα πάντα δεν πρόκειται να τα έχεις ποτέ!

Το βιβλιοπωλείο «ΜΑΜ» βρίσκεται στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 19, στη Λευκωσία (τηλ: 22753536).

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *