Οι έρωτες της Μελίνας Μερκούρη

Οι έρωτες της Μελίνας Μερκούρη

Οι έρωτες της Μελίνας Μερκούρη

Στις 6 Μαρτίου του 1994, η Μελίνα Μερκούρη πέρασε και τυπικά στην αιωνιότητα. Και η ζωή της ακολούθησε, στη σφαίρα των μύθων. Ένας απ’ αυτούς – ίσως ο μεγαλύτερος: οι πολλοί ερωτικοί της σύντροφοι. Παρεπόμενο του παροιμιώδους sex appeal ή αναπόφευκτο τίμημα για τις γυναίκες ελευθέρων ηθών που υποδύθηκε στον κινηματογράφο; Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος βρήκε τη Μελίνα να πλησιάζει τα 40 χρόνια ζωής στο πλευρό του ίδιου άντρα. Πριν απ’ αυτόν, στην πρώιμη νιότη της, μόνο τέσσερις άντρες, όλοι κι όλοι, ξεχωρίζουν…

Από τον Στέλιο Κοντέα

Γιώργος Παππάς: Ο πρώτος έρωτας

«Μια μέρα στο θέατρο είδα τον Γιώργο Παππά. Ήμουν 13 χρονών και τον ερωτεύθηκα. Τρελάθηκα. Από εκεί και πέρα, κάθε μέρα, τσακ στο θέατρο. Ώσπου μια μέρα τον γνώρισα. Ήταν ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας, ήμουν 14 ετών και, βέβαια, το έμαθαν στο σπίτι μου. Και εδώ είναι η πρώτη μου αυτοκτονία. Τελείως Άννα Καρένινα. Πήγα κι έπεσα μπροστά σ’ ένα αυτοκίνητο», αφηγείτο σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της. Στην αυτοβιογραφία της αναφέρεται λεπτομερώς στην πρώτη φορά που τον είδε: «Απ’ τη στιγμή που βγήκε στη σκηνή τον ερωτεύτηκα. Τα μαγουλά μου κοκκίνισαν. Ήμουν σίγουρη πως οι χτύποι της καρδιάς μου ακούγονταν σ’ όλο το θέατρο. Δεν υπήρχε επιστροφή. Ήμουν απελπισμένα, οριστικά ερωτευμένη». Τον περιγράφει ως εξής: «Ο Γιώργος ήταν ψηλός, με έντονα χαρακτηριστικά, μυστηριώδης. Είχε τα ωραιότερα χέρια που είδα ποτέ μου. Είχε βαθιά φωνή. Ήταν 35 χρόνων. Με λίγα λόγια, είχε ό,τι χρειαζόταν για να κάνει να τρέμει μια δεκατετράχρονη παρθένα». Η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία για απώλεια της παρθενίας της θα την έβαζε σε μεγάλες οικογενειακές περιπέτειες: «Είπαν πως θα με πήγαιναν σε γιατρό για εξέταση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τον παππού μου τσακισμένο κι αδύναμο. Κόντεψε να λιποθυμήσει. Ο πατέρας μου μού είπε πως ο άντρας που πήρε την παρθενιά μου ήταν γνωστός παλιάνθρωπος. Κλαίγοντας με λυγμούς, πήγα στον παππού μου. Ορκίστηκα πως ήταν ψέματα, πως ο Γιώργος δεν με άγγιξε ποτέ, πως ήμουν αυτό που έλεγαν “ανέγγιχτη”. Αλλά δεν με πίστεψε! Μου έχουν συμβεί πολλά έκτοτε, αλλά ποτέ δεν ένιωσα βαθύτερο πόνο από ό,τι όταν έχασα την εμπιστοσύνη του παππού. Δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη διέξοδο από την αυτοκτονία. Ρίχτηκα χαρούμενα στις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Τα φρένα του οδηγού ήταν γερά. Βρήκα ελάχιστη ικανοποίηση σε μερικούς πολύχρωμους μώλωπες. Έτσι στα δεκατέσσερα μου χρόνια γνώρισα την πρώτη μου αγάπη και θέλησα να πεθάνω. Υπήρξαν κι άλλες αγάπες αργότερα, αλλά ποτέ δεν ξανασκέφτηκα να πεθάνω για έναν άντρα».

Ο πρώτος της έρωτας Γιώργος Παππάς

Πάνος Χαροκόπος: Ο πρώτος γάμος

Μαζί με τον Πάνο Χαροκόπο, τον πρώτο της άντρα

Πριν από την ενηλικίωση, ένα καλοκαίρι στις Σπέτσες, θα γνωρίσει τον πλούσιο κτηματία Πάνο Χαροκόπο. «Άρεσα αμέσως στον Πάνο και, φυσικά, το ήξερα. Με μεταχειριζόταν σαν γυναίκα και τον προκαλούσα με πονηρή αποφασιστικότητα. Κάλεσε μια ομάδα από μας στο γιοτ του. Πήγαμε για κολύμπι στις χιλιάδες χρυσαφένιες παραλίες που είναι τα κοσμήματα των Σπετσών. Χορέψαμε. Η γυναίκα του προτιμούσε να παίζει χαρτιά. Δεν πρόσεξε πώς κοίταζα τον Πάνο ή πώς με κοίταζε ο Πάνος. Ή με θεωρούσε παιδί ή το πάθος της για τα χαρτιά ξεπερνούσε το κάθε τι», αναφέρει η Μελίνα στην αυτοβιογραφία της. Την πρότασή του για γάμο την περιγράφει ως εξής: «“Ξέχνα το Εθνικό Θέατρο. Το πραγματικό θέατρο είναι στη Γαλλία. Παντρέψου με. Θα σε πάω στο Παρίσι”». Η καταφατική απάντησή της, δικαιολογημένη: «Μιλούσε για ελευθερία, θα ’κανα ό,τι ήθελα, θα γινόμουν μια μεγάλη ηθοποιός. Σε μια κοινωνία όπου ο γάμος συνεπαγόταν κάποια σκλαβιά, αυτός ήταν ένας γάμος που πρόσφερε την απελευθέρωση. Ελεύθερη. Κανένας δεν θα με εμπόδιζε από το θέατρο και θα ξεφορτωνόμουν τους ένθερμους φύλακες της αγνότητας της Μελίνας. Ελεύθερη. Κι ένας όμορφος άντρας, ένας πλούσιος άντρας, ένας άντρας που μου άρεσε». Το ότι ήταν ήδη παντρεμένος θα αποδεικνυόταν λεπτομέρεια: «Με φοβερή ευκολία κανόνισε να πάρει διαζύγιο από τη Ρουμάνα χορεύτριά του». Μια ολόκληρη πολυκατοικία στην οδό Διδότου φημολογείται ότι στοίχισε η ελευθερία σ’ έναν άντρα που θα χαρακτηριζόταν τσιγκούνης από τη νέα του σύζυγο: «Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κτηματίες της χώρας. Είχε πολλές μετοχές. Η μητέρα μου τον αποκαλούσε Τράπεζα της Αγγλίας. Και παραπονιόταν όχι για την καταστροφή της ιδιωτικής του ζωής, αλλά για τους λογαριασμούς του φαγητού. Τότε, κατάλαβα για πρώτη φορά πως είχα παντρευτεί έναν τσιγκούνη. Ο Πάνος ήταν φοβερά τσιγκούνης! Αλλά ποτέ δεν του κράτησα κακία γι’ αυτό. Τον αγαπούσα ακόμα περισσότερο. Ήξερα πως έδωσε στην πρώτη του γυναίκα μια περιουσία για να μπορέσει να με παντρευτεί».

Ο γάμος θα γίνει με άκρα μυστικότητα: «Κλεφτήκαμε. Η οικογένειά μου πήρε ένα τηλεγράφημα: “Γάμος ετελέσθη”. Δεν ήταν αλήθεια. Ανύπαντροι ξεκινήσαμε για το Ναύπλιο. Έξω από το Ναύπλιο, στη μέση του κόλπου βρίσκεται το νησάκι Μπούρτζι, σχεδόν ένας γυμνός βράχος. Το μόνο ξενοδοχείο ήταν κάποτε παλιά τουρκική φυλακή. Θυσίασα την αρετή μου σ’ ένα από τα κελιά όπου οι φυλακισμένοι περίμεναν την εκτέλεση. Σύμφωνα με την επιθυμία του Πάνου, φορούσα ένα μαύρο δαντελένιο νυχτικό. Δεν υπήρξε λευκό νυφικό για μένα. Με σόκαρε αυτό; Ούτε για μια στιγμή. Μου άρεσε πολύ». Η «θυσία της αρετής», που θίγει ευφυώς η Μελίνα, δεν είναι άλλη από την παρθενία της, καθώς στο μυστήριο του γάμου αναφέρει λίγο πιο κάτω: «Παντρευτήκαμε μια βδομάδα αργότερα σε μια εκκλησούλα στην Καλαμάτα, στην Πελοπόννησο. Οι μόνοι μάρτυρες ήταν οι κόρες του παπά του χωριού». Τύποις δεσμευμένη, επί της ουσίας αδέσμευτη, περιγράφει ως εξής τη νέα οικογενειακή της κατάσταση: «Ήμουν παντρεμένη. Ήμουν ελεύθερη. Ήμουν δεκαέξι χρονών».

Φειδίας Γιαδικιάρογλου: Ο μαυραγορίτης

Υπό τους ήχους του πολέμου, ένας από τους διευθυντές της περίφημης Εταιρίας Λιπασμάτων θα κεραυνοβολείτο από έρωτα για τη Μελίνα. Θα εγκατέλειπε μάλιστα τη γυναίκα του, αδιαφορώντας για το ότι η Μελίνα ήταν επίσης παντρεμένη. Το όνομά του; Φειδίας Γιαδικιάρογλου. Το αληθινό, γιατί στην αυτοβιογραφία της Μελίνας αποκαλείται «Αλέξης». Η δράση του τον είχε στιγματίσει. «Από την αρχή της Γερμανικής Κατοχής, αντιλαμβανόμενος το ενδιαφέρον που είχαν οι κατακτητές για τα λιπάσματα, δεν δίστασε να συνεργαστεί μαζί τους. Τους πουλούσε τα προϊόντα του και ό,τι άλλο έπεφτε στα χέρια του», θυμόταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου. Αλλά ο παρεπόμενος στιγματισμός της Μελίνας ήταν μάλλον άδικος. «Παρότι ήμουν και είμαι αριστερός, το θέμα της χλιδής στην οποία ζούσε, σε σχέση με τον υπόλοιπο πεινασμένο κόσμο, δεν μ’ ενοχλούσε. Άλλωστε, η Μελίνα φιλοξενούσε ανθρώπους, τάιζε ανθρώπους, βοηθούσε φίλους», έλεγε χρόνια αργότερα ο ηθοποιός Λυκούργος Καλλέργης, επιβεβαιώνοντας από άλλη οπτική γωνία τη δική της εκδοχή για τον σύνδεσμό της με τον «Αλέξη»: «Του έκλεβα χρήματα και τα ’δινα στον αδελφό μου, τον Σπύρο, για την Αντίσταση».

Η Μελίνα δεν θα κρυφτεί ποτέ πίσω από το δάχτυλό της για την απαγορευμένη σχέση. Λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή, σε μια απολογιστική συνέντευξή της στην κρατική τηλεόραση, θα δηλώσει ευθαρσώς: «Δεν έκανα αντίσταση και είναι ίσως η μόνη τύψη που έχω στη ζωή μου». Το 1971, που κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία της, είχε ομολογήσει άλλωστε: «Στο διάστημα του πολέμου απέτυχα στις εξετάσεις. Τώρα όχι. Θα πολεμήσω τη Χούντα ώσπου να πεθάνω». Η μοίρα έμελλε να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Και στις επαναληπτικές εξετάσεις θα… αρίστευε! Στον κολοφώνα της δόξας της, όταν θριάμβευε στο Broadway πρωταγωνιστώντας στη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή», θα εγκατέλειπε τα πάντα, για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στον αντιδικτατορικό αγώνα…

Πύρρος Σπυρομήλιος: Ο αξιωματικός του Ναυτικού

Μαζί με τον αξιωματικό του Ναυτικού Πύρρο Σπυρομήλιο

Όταν η Μελίνα ήταν ακόμη μαθήτρια, ένας ναυτικός δόκιμος τη φλέρταρε στις παρελάσεις. Ήταν φτωχός, αλλά η στολή τον έκανε εξαιρετικά ελκυστικό στις γυναίκες. Τον έλεγαν Πύρρο Σπυρομήλιο. Χρόνια αργότερα θα γινόταν πανελληνίως γνωστός ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. «Ο αγαπημένος μου Πύρρος, ο πιο γοητευτικός, ο πιο κεφάτος, ο πιο ελκυστικός άντρας. Δεν ξέρω γιατί δεν μίλησα ως τώρα για τον Πύρρο», λέει η ίδια στην αυτοβιογραφία της: «Ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο έδωσα εξ ολοκλήρου την καρδιά μου, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς φόβους. Η αγάπη του, η συντροφιά του, είναι απ’ τους θησαυρούς της ζωής μου», θυμάται νοσταλγικά. Η αφήγησή της θέλει το δικό του φλερτ να καταλήγει στον έρωτα: «Άρχισε να με φλερτάρει επίμονα. Του αντιστάθηκα. Απόρησα με τη δύναμη της αντίστασής μου, γιατί σε λίγο ήμουν τρελή γι’ αυτόν».

«Μετά από ενάμιση χρόνο αντίστασης, υπέκυψα. Ήταν πιο ακαταμάχητος απ’ όσο ακλόνητη ήμουν εγώ. Αγαπιόμαστε εφτά χρόνια. Εφτά όμορφα χρόνια, γεμάτα διασκέδαση. Ο Πύρρος ήταν όμορφος κι η σωματική ομορφιά έχει σημασία για τους Έλληνες. Ταίριαζε καλά με τον ήλιο. Η ελληνική ειδωλολατρία που επέζησε κάτω απ’ τους αιώνες του Χριστιανισμού, εμφανιζόταν στον Πύρρο, στην όρεξή του για ζωή, στην αισιοδοξία του, στον αισθησιασμό του. Αυτά ήταν τα δώρα που μου ’δωσε. Ο Πύρρος μ’ έκανε γυναίκα και μου δίδαξε τι είναι η ηδονή», εξομολογείται ακομπλεξάριστα. Αλλά και σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις της θυμόταν: «Έζησα κοντά του στιγμές μαγείας. […] Όταν με πήρε αγκαλιά, είπα: “Θεέ μου, αν πέθαινα ετούτη τη στιγμή, τι ευτυχία θα ένιωθα!”. Ήταν τόσο σίγουρα στην αγκαλιά του, τόσο όμορφα, τόσο γοητευτικά, και ήμουν μόλις είκοσι πέντε, είκοσι έξι χρονών. Δεν έχω αισθανθεί πολλές φορές έτσι…»

Ζυλ Ντασέν: Ο άντρας της ζωής της

Μαζί με τον Ζυλ Ντασέν

«Η μοιραία συνάντηση που αλλάζει τη ζωή μου τελεσίδικα. Η μοιραία στροφή στη ζωή μου, στην καριέρα μου, στην ψυχή μου είναι ο Ζυλ Ντασέν», κατέληγε η Μελίνα στη συνέντευξη-απολογισμό της πολυτάραχης ζωής της. Η κομβική συνάντηση είχε γίνει την άνοιξη του 1955, όταν βρισκόταν στο Φεστιβάλ Καννών, διεκδικώντας με αξιώσεις ένα βραβείο για την ερμηνεία της στην κινηματογραφική «Στέλλα» του Κακογιάννη: «Όταν η ταινία τέλειωσε, ακούστηκαν θερμά χειροκροτήματα. Κόσμος ερχόταν να μας συγχαρεί. Αλλά ένας άνθρωπος ήρθε πηδώντας πάνω απ’ τα καθίσματα σαν κατσίκι του βουνού. Ο Μιχάλης (Κακογιάννης) είπε: “Να σας συστήσω”. Τα μάτια του ήταν πολύ γαλανά».

Θα εκμυστηρευόταν τα συναισθήματά της για τον γαλανομάτη των Καννών στον αδερφό της, Σπύρο: «Αυτόν τον άντρα τον αγαπάω όσο δεν έχω αγαπήσει ποτέ. Είναι το πιο καταπληκτικό πλάσμα που έχω γνωρίσει… Μ’ έχει γεμίσει απόλυτα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου είμαι τόσο γεμάτη από την ύπαρξη κάποιου». Ο Ντασέν, αν και παντρεμένος, αποχαιρετώντας την, της είχε πει κατάματα ότι τον έχει αγκιστρώσει: «Έφευγα για το Λονδίνο το ίδιο βράδυ. Μου πήρε το χέρι. Με κοίταξε και χαμογέλασε. Ύστερα είπε: “I’m hooked” (πιάστηκα στο αγκίστρι)».

Ο εβραϊκής καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης έμελλε να γίνει ο απόλυτος μέντοράς της: «Μου άλλαξε εντελώς τη ζωή μου. Διότι εγώ ήμουν πολύ αναρχικό πρόσωπο μέχρι που γνώρισα τον Τζούλη. Ο Τζούλης με έβαλε σε μια τάξη, ο Τζούλης με έκανε να καταλάβω γιατί είμαι αριστερή και να μορφωθώ, να πάρω μαθήματα. Μου έμαθε τι θα πει να είσαι ερωτευμένος και να ποτίζεις αυτό το λουλούδι που λέγεται έρωτας».

Ο γάμος τους θα καθυστερήσει πολύ: «Πριν πάμε στη Νέα Υόρκη, ο Πάνος (Χαροκόπος) μού έδωσε τελικά διαζύγιο και ο Τζούλης κι εγώ παντρευτήκαμε στη Λωζάνη. Νιώθαμε κάποια αμηχανία που παντρευόμαστε, αφού ζήσαμε μαζί επί δέκα χρόνια και ήμαστε πρόθυμοι να ισχυρισθούμε πως αυτό οφειλόταν σε μια αποφασιστική εκστρατεία της μητέρας μου και στο γεγονός ότι πολλά αμερικανικά ξενοδοχεία εξακολουθούσαν να υποδέχονται ψυχρά τους πελάτες τους, αν δεν υπογράφουν στο βιβλίο σαν Κύριος και Κυρία».

Έχοντας συμπληρώσει πλέον τέσσερις δεσμούς με ισάριθμους παντρεμένους (τον Χαροκόπο, τον Γιαδικιάρογλου, τον Σπυρομήλιο και τον Ντασέν), η Μελίνα συνήθιζε να λέει – μ’ εκείνο το σαρδόνιο χιούμορ της: «Εμένα όποιος άνδρας με γνωρίσει, με το “καλημέρα” χωρίζει τη γυναίκα του». Για τον εαυτό της παραδεχόταν: «Έχω ερωτευτεί! Και βαθιά, και τρομερά, και ασφυκτικά, και μ’ έναν τρόπο ίσως πολύ άγριο…».

«Οι έρωτές μου με σημάδεψαν πάρα πολύ. Οι έρωτες μου, τα ερωτάκια μου να πούμε! Και ήταν δύο οι μεγάλοι. Και ο ένας εξακολουθεί ακόμα. Είναι ακόμα έρωτας…», δήλωνε λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή, μιλώντας βέβαια για τον Τζούλη της, όπως αποκαλούσε χαϊδευτικά τον Ντασέν. Όσο για τον άλλο μεγάλο της έρωτα, όλα δείχνουν ότι εννοούσε τον Σπυρομήλιο.

Στην ωριμότητά της κατέληγε στη διαπίστωση: «Στα 18 νομίζω ότι κυριαρχεί ο ενθουσιασμός. Λες: “Θα τον αγαπώ σε όλη μου τη ζωή”. Στα 35 σου, αν ερωτευτείς, πρέπει να λες στον εαυτό σου ότι θα κρατήσει σ’ όλη σου τη ζωή. Νομίζω πως, όταν μια γυναίκα στα 35 λέει πως είναι ερωτευμένη, είναι ερωτευμένη και για την υπόλοιπη ζωή της. Δεν υπάρχει περίπτωση να ξεχάσει και να ξεκινήσει από την αρχή. Γιατί τότε γίνεται γελοίο. Γιατί στα 45 είσαι απελπισμένος και ερωτεύεσαι πράγματα που δεν το αξίζουν, με ελάχιστες εξαιρέσεις».

 

 

Πηγή : Περιοδικό Down Town

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *