Όλγα και Στέλλα Ποταμίτου: Like mother like daughter! (εικόνες)

Όλγα και Στέλλα Ποταμίτου: Like mother like daughter! (εικόνες)

Όλγα και Στέλλα Ποταμίτου: Like mother like daughter! (εικόνες)
Φωτογραφία: Παναγιώτης Μηνά

Η μεγάλη κυρία του κυπριακού θεάτρου, Όλγα Ποταμίτου, φωτογραφίζεται μαζί την κόρη της, επίσης ηθοποιό, Στέλλα, και μας εξηγούν πώς η τέχνη τούς άλλαξε τη ζωή.

Του Γιάννη Χατζηγεωργίου

Δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ με την Όλγα Ποταμίτου στο παρελθόν – η μοναδική μας συνομιλία, την προηγούμενη μέρα της φωτογράφησής της, διήρκησε δύο λεπτά, προκειμένου να κανονιστούν οι λεπτομέρειες της συνέντευξής μας. Αλλά, μόλις με είδε στην πόρτα του σπιτιού της -εκνευρισμένη!- με χαστούκισε! Στο μάγουλο – δυνατά! Με κρότο. «Μα, κυρία Ποταμίτου!». «Ρε, έφαες πρωινό; Τούτον εν για να χωνέψεις! Ίντα άρκησες;». Μετά γέλασε. «Αν δεν μου έφκαλλες οικειότητα, ούτε που θα ασχολούμουν. Δίνω πάτσους μόνο σε όσους συμπαθώ!», μου είπε και με αγκάλιασε εγκάρδια. «Χαίρω πολύ, λοιπόν!».

Στον καναπέ καθόταν η κόρη της, η Στέλλα, με την οποία παίζουν μαζί στην παράσταση του Κώστα Σχοινιού «Εκλέψαν μας τον Κούνελλον», σε παραγωγή Δώρου Κυριακίδη. Την ίδια μέρα είχε τα γενέθλιά της και μου δείχνει ένα μικρό βιντεάκι με φωτογραφίες -παλιές και καινούριες- που της είχε ετοιμάσει η κόρη της στο Facebook. Συγκινείται. «Η μητέρα μου, μεγαλώνοντας, το παθαίνει αυτό εκατό φορές πιο πολύ από εμένα!», μου αναφέρει.

Όλγα Ποταμίτου

«Ώσπου θέλει ο κόσμος να με βλέπει, εγώ θα είμαι εκεί – δεν καθορίζω το τέλος. Τζιαι ώσπου αντέχω! Υπηρετώ το κοινό. Πάντα! Και αυτό το καταλαβαίνει και το εκτιμά. Γι’ αυτό και το χειροκρότημα δυναμώνει ώσπου μεγαλώνω – τζιαι συγκινούμαι! Έγινα υπερευαίσθητη πλέον, όπως βλέπεις – κλαίω με το παραμικρό, κάθε μέρα σχεδόν… Παίζω θέατρο που το σχολείο – φαντάσου! Εσυμπλήρωσα ήδη παραπάνω που μισό αιώνα στο σανίδι, αλλά συνεχίζω με την ίδια χαρά. Τούτον έγινε χωρίς να το καταλάβω, με το που επάτησα το πόδι μου στη σκηνή, που την πρώτη μέρα, εκατέκτησα τους ανθρώπους – είναι μια αγάπη που με περιβάλλει ως τωρά και θέλω να την επιστρέφω. Δεν επρόδωσα ποτέ το κοινό: Είχα κηδεία, έθαφκα γονείς, ήμουν άρρωστη, ετρεχολοούσαν τα γόνατά μου γαίματα που ατύχημα – εγώ, όμως, εστέκουμουν πάνω στο σανίδι, εχόρεφκα και ετραγουδούσα, εκεί, στες επάλξεις, γιατί το θέατρο είναι “θυσία”. Τον κόσμο δεν τον κόφτει τι μπορεί να περνάς, διότι πληρώνει και θέλει να γελάσει ή να κλάψει, ανάλογα. The show must go on – είναι κανόνας τούτο!».

«Πριν την “Ελένη η Πόρνη”, η μεγαλύτερη μου επιτυχία ήταν η “Κυλλιντζιρού”. Ακόμα θυμούνται το… Είμαι χορτασμένος άνθρωπος! Τούτον οφείλω να το πω. Δεν “διψώ” για τίποτε άλλο. Κι ό,τι επιθυμώ, ο Θεός μου το στέλλει. Αλλά, το θέατρο μού εστέρησε την ανατροφή των μωρών μου. Άφηνα τα τζιαι έφεφκα τα βράδια για να πάω να δουλέψω – αμέτρητες φορές. Τούτον είναι ένα πικρό παράπονο που έχω μέσα μου και δεν θα φύει ποττέ. Γι’ αυτό έλεγα τζιαι στα θκιο παιθκιά μου πάντα: “Μην γίνετε ηθοποιοί!”. Πρώτα έπαιζαμε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Δεκαπενταύγουστο, Κυριακές -δύο παραστάσεις τη μέρα- πού να δω την οικογένειά μου; Έχω πάει σε τουρνέ Αμερική, Αυστραλία, Αγγλία – δεν ξέρω πόσο συχνά! Όλο αυτό με εκούρασε ψυχικά. Βλέπω τη Στέλλα μου και τον αδελφό της και νιώθω τύψεις! Τους ζητώ συγνώμη. Συνέχεια! Έβαλλα, θυμούμαι, τα παιθκιά μου να κοιμηθούν τη νύχτα, τους έλεγα “μωρά μου, φέφκω, πάω δουλειά” τζιαι ετρέχαν τα ματούθκια τους. Αυτό είναι μεγάλη πληγή μέσα μου! Γι’ αυτό, άμα με ρωτούν νέα παιθκιά αν πρέπει να γίνουν ηθοποιοί, τους λέω: “Γίνετε κάτι άλλο!”. Εξάλλου, επολλίναμεν. Πόσους να πιάσει η τηλεόραση; Πόσοι να παίξουν στο θέατρο;»

«Η μαγεία της σκηνής είναι μεγάλο “φάρμακο”. Πονώ -θωρείς τα χάπια που παίρνω, εν γεμάτος ο πάγκος της κουζίνας- αλλά όταν η αρχίσει η παράσταση θα με δεις να χορέφκω – περνούν μου ούλλα! Μπορεί να έχω τα μαράζια μου, τες πίκρες μου, τες στενοχώριες μου, αλλά κάποια στιγμή θα αρχίσω να τραγουδώ. Δεν παίρνω κατάκαρδα ό,τι μου συμβαίνει. Έχω τον Χριστό μέσα μου, και αυτός μου δίνει δύναμη. Άμα έρτεις στο σπίτι μου, στη Λεμεσό, είναι γεμάτο από αγίους. Έχω πίστη! Αφού, ένα διάστημα, έφυα που το θέατρο, και έκαμνα ιεραποστολή – κάτι στο οποίο με προέτρεψε ο Γέροντάς μου, στην Αγία Βαρβάρα, ο Σταύρος ο Παπαγαθαγγέλου, μετά από ένα σοβαρό ατύχημα που είχα στη Λάρνακα, από το οποίο εσώθηκα με το που είπα: “Παναγία μου!”. Επέστρεψα, όμως, στο θέατρο, διότι το εζητούσε ο κόσμος. Κάθε πρωί, κάθε βράδυ, κάμνω την προσευχή μου και κομποσκοίνι για όλους. Έχω τη δουλειά μου, τον Θεό, τζιαι την οικογένειά μου – τούτη εν η ζωή μου. Έχω τζιαι δισέγγονη πλέον – το τι χαρά μου δίνει δεν περιγράφεται!».

«Ερωτεύτηκα πολλά στη ζωή μου! Επέτουν! Έδινεν μου φτερά ο έρωτας! Όταν εγνώρισα τον άντρα μου, τον Αντρέα τον Ποταμίτη, αν και στην αρχή δεν ήμουν τόσο ζεστή, εκείνος επέμενε. Έγινεν λατρεία! Δεν έφκαινεν που τη μασχάλη μου… Ήμουν Αυστραλία όταν επέθανεν – το 2000. Ο θάνατος, ναι, ξεπερνιέται ως ένα σημείο. Ο χρόνος κλείνει κάποιες πληγές. Αλλά είναι βράδια που έρχεται στον ύπνο μου “ολοζώντανος”! Τζιαι “μιλούμε”… Που τότε που επέθανεν ο άντρας μου, εγώ έκλεισα ως γυναίκα – ούτε να παντρευτώ ξανά ήθελα, ούτε να ερωτευτώ, ούτε άλλος άντρας να μπει μέσα στο σπίτι μου. Τζιαι όταν δεν έχεις ερέθισμα στη ζωή ή στο κρεβάτι σου, δεν σε απασχολεί αυτό το ζήτημα. Είχα προτάσεις, φλερτ, αλλά δεν αφέθηκα να περιπαίζω τον εαυτό μου τζιαι να με περιπαίζουν. Τζιαι μιτσιοί! Δεν εθωρούσαν ηλικίες. “Μα θέλετε μάνα, γιε μου, γιαγιά; Ίντα που θέλετε;”, έλεγα τους. Να μου τύχει τωρά να ερωτευτώ, σ’ αυτήν την ηλικία που είμαι; Για τ’ όνομα του Θεού! Επέλλανες;»

«Ποττέ μου δεν είπα: “Θέλω να γίνω πρώτη! Θέλω να γίνω φίρμα!”. Δεν με ενδιέφεραν τα σταριλίκια! Διότι φτυναίνουν το επάγγελμά μας τούτα. Η δόξα εμένα, ήρτεν τζιαι ήβρε με! Δεν την εκυνήγησα. Με κανέναν μέσο. Πάντα ήμουν ένας ταπεινός εργάτης του θεάτρου, συνεπής, αφοσιωμένη, έπιανα τα λεφτά τζιαι επήεννα σπίτι μου – ο άντρας μου έκαμνε κουμάντο σε τούτα τα πρακτικά θέματα, τζιαι τον είχα πάντα δίπλα μου. Ρε, μα περιπαίζεις με; Πού να φυλάξω λεφτά; Δεκάρα δεν έχω! Όποιος είχε ανάγκη -είτε ήταν άρρωστος, είτε για να σπουδάσει- εσκέφτουμουν: “Μα, να έχω τα λεφτά στην τράπεζα τζιαι να αφήσω τον κόσμο να πεινά;”. Το σιέρι μου ήταν ολάνοιχτο. Τώρα εμένα ποιος εν να με βοηθήσει δεν ξέρω. Μόνο ο Θεός! Χαλάλι του κόσμου! Δεν παραπονιέμαι. Πάντα κάτι μου στέλλει ο Θεός».

«Δεν θα ξεχάσω ποττέ τους ανθρώπους που εφτιάξαμε μαζί αυτό που λέγεται κυπριακό θέατρο: Τον Παπαδημήτρη, τον Μαυρομμάτη, τον Μουσουλιώτη, τον Παπαμαρκίδη, τον Παντελίδη που έκαμαμεν μαζί τη μεγάλη επιτυχία “Ο παπάς κρατεί τ’ ασσιή”… Ούλλους μνημονέφκω τους. Έπαιξα τζιαι σε “σοβαρά”, λεγόμενα, έργα. Αλλά ο κόσμος εσυνήθισεν με να τον κάμνω να γελά! Ό,τι τζιαι να τους πω δεν με παρεξηγούν. Μπορεί να μην είμαι η πιο καλή ηθοποιός της Κύπρου, αλλά σίγουρα είμαι η πιο αγαπητή! Ίσως εν ο τρόπος μου, η καταδεκτικότητά μου, το γεγονός ότι δεν εσνόμπαρα ποττέ άνθρωπο… Είμαι λαϊκός άνθρωπος! Λέω το, διαλαλώ το τζιαι σιέρουμαι το. Λαλούν μου “εν γερνάς”! Γιατί να γεράσω; Δεν καπνίζω, δεν πίνω, δεν ξενυχτώ – προσέχω! Όμως, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην φοάται τον θάνατο. Τζιαι εγώ φοούμαι τον. Αλλά ξέρω επίσης πως ό,τι προετοιμάσεις εδώ, θα το βρεις στο μέλλον. Όταν φέφκεις, ζυγίζεσαι. Η κόλαση είναι οι τύψεις. Τζιαι εγώ -έχω να το λέω- είμαι “σιδερωμένος” άνθρωπος μέσα μου!».

Στέλλα Ποταμίτου

«Μεγάλωσα μέσα στο θέατρο – από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι στα παρασκήνια. Και, σύμφωνα με όσα μου λέει η μητέρα μου, έκανα “παράσταση” την παράσταση στους διαδρόμους – ό,τι έβλεπα το αντέγραφα. Κάποια στιγμή, όταν χρειάζονταν παιδάκια στην “Παιδική γωνιά”, σε ταινίες, στο “Θεατράκι του Ρ.Ι.Κ”, με χρησιμοποιούσαν – ήμουν κάτι σαν παιδί-θαύμα. Από εκεί και πέρα, ξεκίνησε να καλλιεργείται μέσα μου αυτό το θέμα. Μπήκε μέσα στο πετσί μου. Σκέψου πως ήμουν μόνο έξι χρόνων όταν έπαιξα σε ταινία μαζί με τον Τόλη Βοσκόπουλο – λεγόταν “Ανεστενάζουν οι πενιές”, και βγήκε πριν γυριστεί η “Αγωνία”. Όταν του είχα ζητήσει αυτόγραφο για να τον θυμάμαι, μου είχε σημειώσει σε ένα χαρτάκι: “Στη Στελλού μου, την αγαπημένη μου συνάδελφο!”».

«Ξέροντας ότι πάντα θα έχω τη σύγκριση με την Όλγα και τον Αντρέα Ποταμίτη, δεν ξεκίνησα θέατρο από την Κύπρο, αλλά από την Ελλάδα – και μάλιστα άρχισα από το τραγούδι, από το ελαφρολαϊκό, σε piano-restaurant κυρίως. Ήταν και θέμα επιβίωσης πια, διότι πολύ νωρίς έγινα μητέρα – στα 20 μου. Στην Αθήνα έζησα ωραία χρόνια – εκεί παντρεύτηκα, εκεί έκαμα την κόρη μου, την Όλγα μου».

«Με το θέατρο ξεκίνησα να ασχολούμαι συχνά, όταν πλέον επέστρεψα μόνιμα στην Κύπρο – τότε που επιδεινώθηκε η υγεία του πατέρα μου, με τον οποίο είχα πολύ στενή σχέση, και έπρεπε να βρίσκομαι και εγώ εδώ, μαζί με τη μητέρα μου. Παράλληλα τραγουδούσα: Στις “Φωνές”, στη “Λεωφόρο”, στο “Παβίλιον”, στο “Ρετρό”, σε πολλά μαγαζιά. Ένας λόγος που αποχώρησα οριστικά, κάποια στιγμή, από το τραγούδι, ήταν και για να δώσω θέση στην κόρη μου, η οποία επίσης ασχολείτο μ’ αυτό. Έκανα πίσω. Τη στήριξα πολύ στην αρχή, τώρα “πετά” με τα δικά της φτερά και τα πάει πολύ καλά. Είμαι πολύ περήφανη για εκείνην!».

«Ήταν πολύ δύσκολο να βγαίνω στο θέατρο και να κάνω τον κόσμο να γελά ή να τραγουδώ χαρούμενα τραγούδια στα μαγαζιά όπου εργαζόμουν τότε και να ξέρω ότι στο σπίτι μου, ο πατέρας μου, υποφέρει από καρκίνο. Ήμουν, όμως, ένας διασκεδαστής – δεν είχα το δικαίωμα να μεταφέρω τα προβλήματά μου στον κόσμο. Όλο αυτό με έκανε πιο δυνατή! Και πάντα είχα στο μυαλό μου εκείνο που μου έμαθαν οι γονείς μου: “Ό,τι κάνεις στην καλλιτεχνία πρέπει να το αγαπάς και να το υποστηρίζεις. Αλλιώς, δεν υπάρχει λόγος να υπάρχεις στον χώρο!”».

«Όχι, δεν είναι δύσκολο να παίζεις μαζί με την Όλγα Ποταμίτου στο θέατρο, από τη στιγμή που ξέρεις ποια είναι η θέση σου: Η Όλγα είναι η πρωταγωνίστρια! Τίποτα δεν μας χώρισε ποτέ – πόσο μάλλον τέτοια πράγματα. Εγώ δεν κοιτώ την πρωτιά, δεν ανταγωνίζομαι, δεν συναγωνίζομαι. Κάνω τη δουλειά μου με αξιοπρέπεια και δίνω το 100% των δυνάμεών μου κάθε βράδυ. Δεν έχω μεγαλομανία, δεν έχω φιλοδοξίες, ποτέ δεν πήραν τα μυαλά μου αέρα – είτε τρεις λέξεις πω είτε εκατόν τρεις, εγώ εκτιμώ αυτό που μου προσφέρεται. Ποτέ δεν μετάνιωσα που ασχολήθηκα με το θέατρο! Και ποτέ δεν φαντάστηκα ότι μπορεί να κάνω μια άλλη δουλειά. Είναι, μάλλον, γονιδιακό…».

Info:

Το «Θέατρο Γέλιου» βρίσκεται σε περιοδεία σε όλη την Κύπρο με την παράσταση «Εκλέψαν μας τον Κούνελλον». Κείμενο-Σκηνοθεσία: Κώστας Σχοινιού. Υπεύθυνος Παραγωγής: Δώρος Κυριακίδης. Παίζουν οι: Όλγα Ποταμίτου, Κώστας Σχοινιού, Στέλλα Ποταμίτου, Δημήτρης Χατζηπαύλου, Στέφανη Τόκα, Ζωή Ανθούλη και Γιώργος Νικολάου. Κρατήσεις: 96430002.

STYLING: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΑΚΙΓΙΑΖ-ΜΑΛΛΙΑ:

*ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΗ ΦΡΟΥΤΑΡΙΑ «LAMAKO GREEN» (ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΥ 4, ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ, ΤΗΛ: 22355094)

 

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *