Πάσχα στην Ίο

Πάσχα στην Ίο

Τρεις μέρες μόνο / Για τόσο μόνο…

Μια μυρωδιά πικρής άμμου από το καθαρό νερό του Μυλοπότα πριν τις ορδές -πρώτες μέρες της ζέστης, μετά τις συνεχείς αναγούλες κακοκαιρίας, τι Χειμώνας κι αυτός!- και βάζω νερό στο πρόσωπό μου σαν να πλένω τρύπες ακμής εφήβου – το καταπίνω και με πιάνει βήξιμο απ’ το πηχτό αλάτι. Δυο τρεις άντρες πετάνε φρίσμπυς, μια ριπή τους μου καρφώνεται στην πλάτη, ούτε το «sorry» τους δεν αρκεί στη χαλάστρα της ησυχίας, με κοιτάνε και τυλίγομαι την πετσέτα στην αβόλευτή μου λίμπιντο και στο αγύμναστό μου σώμα που μου φέρνει ντροπή στη σύγκριση με τους κροσφιτάδες. Όσο η Μεγάλη Παρασκευή παρελαύνει τους ντόπιους στη Χώρα και στις προετοιμασίες της εκ προοιμίου Αναστάσεως εθιμικά και επαναλαμβανόμενα κάθε χρόνο, φουσκοθαλασσιές χαράς με πλημμυρίζουν – όπως όλους τους τουρίστες που δεν αντέχουν ντεσιμπέλ, κλάματα μωρών, beach bars και djs που θα σκράτσαραν τώρα ανελέητα το «Mama?» του Sin boy σε repeat. Η Ίος είναι το μεγαλύτερο μυστικό του Αιγαίου.

Μη νομίζετε, δεν ήταν αγάπη με την πρώτη ματιά. Μία συνέντευξη με πήγε εκεί, άγρυπνο και στρυφνό μέσα σε πλοίο της γραμμής από Πειραιά, πρώτη φορά, πριν από καμιά δεκαριά χρόνια – για δουλειά. Οι γονείς της Τζούλιας Αλεξανδράτου, πριν τις ταινίες πορνό, ήταν δύο καλοζωισμένοι άνθρωποι, ευγενείς σαν από άλλο πλανήτη, ζεστοί σαν τις αχτίδες του ήλιου απ’ τον Κάμπο, ευχαριστημένοι και ερωτευμένοι ακόμη μαζί περπατώντας χέρι χέρι μπροστά από κάτι παλιά ρεστοράν απομεινάρια των 70’s στα τελευταία της σύνταξής τους, πριν την επικείμενη κατάθλιψη – μηδένα προ του τέλους, πράγματι. Το εγκάρδιό τους γέλιο -τότε- ήταν σαν σε φωτοτυπία των ανθρώπων που μας περιέβαλλαν στο μικρό ιδιόκτητό τους ξενοδοχείο -του φούρναρη και του βενζινά- που, περίπου, έκαναν πως ήξεραν όλα εκείνα τα μυστικά που απομακρύνουν αυτή τη σπιθαμή πανεμορφιάς από τις φολκλόρ εικόνες των βίντεο κλιπ του Πάριου. Ο κύριος Ζήσιμος με πήγε από κάτι ζιγκ ζαγκ δρομάκια τη δεύτερη μέρα -«ζαλίζομαι κύριε Αλεξανδράτε, πιο σιγά, πιο σιγά»- σε κάτι ερημιές, απέναντι από φορτηγά παρκαρισμένα – και με τα GPS αναμμένα, ποτέ δεν θα ξανάβρισκα αυτά τα συσκοτισμένα περάσματα. Κρεμασμένος πάνω σε ένα λοφάκι, 5:30 το πρωί «για το καλό φως», είπε: «Δες!». Τι ανατολή!

Μένω πάντα από τότε σε κάτι rooms to let στο Μαγγανάρι, γιατί η πρόσβαση γίνεται πιο εύκολα μέσω θαλάσσης και η απρόσκλητη μάζα συνηθίζει να αποφεύγει τις κακοτοπιές, τις ταλαιπωρίες και τους λαβυρίνθους της μοναχικότητας και του ενώπιος ενωπίω εαυτού. Το βράδυ, ξεδιψασμένος πια, έβαλα στο ραδιόφωνο τη λειτουργία του Επιταφίου από την ΕΡΑ και περίπου με πήρε ο ύπνος στον καναπέ με θυμιατά φανταστικά και γενεαί πάσαι ψαλμούς. Κοιμήθηκα 15 ώρες σερί. Ξύπνησα ξεπλυμένος. Πίσω από την απομόνωση των βράχων που μου ‘καναν την ιδιότυπη απόκρυψη από κοινωνικότητες, πήρα το «Δέντρα, πολλά δέντρα» της Ρούλας Γεωργακοπούλου και κάθισα κάτω από το κλήμα. Στο τραπέζι υπήρχε μαρμελάδα, ψωμί κομμένο, καφές φίλτρου, γάλα εβαπορέ και κασέρι. Και μία γάτα στα πόδια μου που παράτησε την ιδιοκτήτρια για να με σαγηνεύσει συμφεροντολογικά εγκαταλείποντάς με αργότερα – ίδια με άνθρωπο. Κολύμπησα χωρίς μαγιό, κάθισα στην άμμο, ξαναμπήκα στο νερό, τελείωσα το εξαίσιο βιβλίο της Ρούλας κι έβγαλα απ’ την hand bag ένα του Λεύκιου Ζαφειρίου που είχα αγοράσει απ’ το «ΜΑΜ» της Κωνσταντίνου Παλαιολόγου τις προάλλες: «Μ’ ευλάβεια και με λύπη». Σπουδαίος ο Ζαφειρίου – ποιος το αναγνωρίζει στην Κύπρο θα σκεφτείτε, ποιος ξέρει πια να ξεσκαρτάρει από προσωπικότητες σαν τη δική του τώρα που όλα έγιναν πολτός και κόκκινες λίμνες της ντροπής; Τώρα που τα σωσίβια τρυπηθήκανε και βουλιάζουμε χασκογελώντας, τι ηδύτητα να προσδώσουν οι εν ζωή ποιητές στη ζωή, σαν τον κύριο Ζαφειρίου; Ξανακοιμήθηκα απ’ τις οκτώ – Βουγιουκλακικά σκεπτόμενος «έτσι κάνεις επιδερμίδα, χρυσό μου». Ναι, έτσι, Αλικάκι.

Επέστρεψα τη Δευτέρα του Πάσχα στη Λάρνακα. Το λεωφορείο του «Καπνού» έπαιζε λαϊκά από κασέτα. «Φύγε κι άσε με ν’ απομείνω μόνος μου / φύγε κι άσε με να με λιώνει ο πόνος μου». Κανονικά, αν ήμουν σοβαρός άνθρωπος, θα έγραφα σήμερα για τα επτά πτώματα και το βλέμμα του Μεταξά -το γυάλινο σαν πέτρα ιριδίζουσα- ή για το πραξικόπημα (πραξικόπημα είναι, μη λέμε ανοησίες) του Χουάν Γκουαϊδό σ’ ένα πάμπλουτο κράτος με πάμφτωχους και κατακαημένους κατοίκους. Είναι θέμα φτιαξιάς όμως. Είναι θέμα εσωτερικών πραγματικοτήτων σαν ύστατα φιλιά. Μπορεί κι αβάσταχτης ελαφρότητας, σαν κλασικό μυθιστόρημα του Μίλαν που διαβάζεται πάντα απνευστί.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *