Πληρωμένα κάλαντα

Πληρωμένα κάλαντα

Παραδέξου πια πως το συγκαταβατικό σου χαμόγελο στους απελπισμένους, είναι κατά βάση μια επίφαση.

Ήταν μια σκηνή αστραπιαία. Ένα μικρό βανάκι σταματά στη (μισή πια) Ομήρου, μπροστά από το περίπτερο, στη γωνία με την πλατεία Σολωμού, ο ευτραφής οδηγός -ξένος, με μάτια σκοτεινά και λέξεις αυστηρές, σαν «τελειώνετε, κατεβείτε»- ανοίγει την πόρτα και πετιούνται δύο παιδιά -ένα αγόρι κι ένα κορίτσι-, ενώ μία γυναίκα, έφηβη μάλλον, με σημάδια στραπατσαρισμένης ανηλικίωσης που κρατά μια σακούλα νάιλον, τα τραβάει με δύναμη απ’ το χέρι – «αργκήσαμε». Δύο άλλα παιδικά κεφάλια φαίνονται από το τζάμι του λευκού αυτοκινήτου, κοιταζόμαστε περίεργα με το είδος του ανθρωποειδούς που δεν σηκώνει πολλά ρήματα διευκρινίσεων για το κομμάτι της στυγνής εκμετάλλευσης που συντελείται μπροστά στα αδιάφορα μάτια που δεν αισθάνονται πια καμία ανατριχίλα στο αυταπόδεικτο του συμβάντος, σηκώνω το κινητό, κάτι καταλαβαίνει, πατάει γκάζι στη στροφή με την Αναστασίου Λεβέντη θέλοντας να εξαφανιστεί από ματιές καρφωτές κι ευελπιστώντας στο σύνηθες σκοτάδι – κρατάω τα νούμερα του αυτοκινήτου.

Τα παιδάκια φοράνε ήδη κόκκινα σκουφάκια, κρατάνε μουσικά τρίγωνα στα χέρια, ένα είπε για κάτι «δεν θέλω», η μεγαλύτερη επιμένει, πατάει με δύναμη το πόδι στο πεζοδρόμιο, μιλάει ουρλιάζοντας στο κινητό, με ξανακοιτάει που κοντοστέκομαι και τα σέρνει με δύναμη για να διασταυρώσουν το δρόμο – πατάω κλικ και βγάζω φωτογραφία. Μέσα σε τρία λεπτά είναι μπροστά σου -τόσο διαυγές όσο και θολό- το οξύμωρο μιας πόλης λουσμένης στα λαμπιόνια, στα νέα έργα, στις πολυκατοικίες που καρφώνουν τον ουρανό σαν άλλοι πύργοι της Βαβέλ, αλαζονικά και άμετρα, και της «άλλης» πραγματικότητας που εξέχει σαν μικρή ενοχλητική μύγα που κάνουμε πως δεν βλέπουμε αλλά τσιμπάει σαν τσε τσε.

Θα τα δω λίγη ώρα μετά στη Λήδρας, να κάνουν ζιγκ ζαγκ ανάμεσα στις καρέκλες για το «μεροκάματο», με τα ξεψυχισμένα και με μπερδεμένα στους στίχους «αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» τους, με το βλέμμα αιωρούμενο και φοβισμένο να ψάχνει τυχόν μάρτυρες για απόδοση ικανού ποσού χρημάτων για το βραδινό φαγητό που θα έχουν κερδίσει με μπόλικο ποδαρόδρομο και εσωτερικές κλοτσιές, στη γύρα της επαιτείας με πρόσχημα τη μεγάλη γιορτή. Είπα στη σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου που καθόταν δίπλα μου να μην τους δώσει ούτε ένα ευρώ -σύστημα αθηναϊκό, που εφαρμόζεται κυρίως στους ναρκομανείς της πλατείας Βάθη για αποτροπή του ανεξέλεγκτου της αρρώστιας- μα, την ίδια στιγμή, το μετάνιωσα. Πώς μου ‘ρθε;

Λες πως είσαι Αριστερός -λόγω θέσης ή μεταπολεμικών προσφυγικών γεγονότων- μέχρι που διαπιστώνεις πως το σκηνικό αλλάζει μπροστά σου αυτοστιγμεί – γίνεσαι τότε άλλος, ή έτσι ήσουν πάντα και απλώς μεταλλάχθηκες -για λίγο- ως οφείλει η σκάρτη ανθρώπινή σου φύση. Ξεχνάς πως κάποτε έκανες χαρά στο ψωμί που μοιραζόταν διά δύο στους συνοικισμούς, και τώρα αρκείσαι στα ψίχουλα που θα πέσουν κάτω από το τραπέζι «γι’ αυτούς που είναι κρίμα» – βγάλαμε λεφτά και αποθρασυνθήκαμε, πιο βίαιοι, πιο σκληροί, πιο θορυβώδεις. Κι έτσι κλοτσάς πιο δυνατά το σκυλί που κάποτε έγλειφε με τη γλώσσα του το λαιμό σου, στο «ευχαριστώ» του, στα ψιλά που περίσσεψαν.

Σαν αυτή την απελπισμένη απ’ το μέλλον της έφηβη που περιμένει στη γωνία με την Απόλλωνος αυτά τα δύο παιδάκια, και που μάλλον δεν θα ‘χει πρόβλημα να ρίξει και κανά δυο χαστουκάκια στον πωπό τους αν δεν μαζέψουν όσα πρέπει, ζητιανεύοντας κυρίως με το βλέμμα, μιλώντας σου με παρακαλετά και τραγουδώντας φάλτσα.

Ντράπηκα! Ντράπηκα για μας!

Αργότερα, το μεσημέρι, σκεφτόμουν συνεχώς την προστυχιά αυτής της μικρής κοινωνίας. Αυτή τη μάζα που φοράει γούνα επάνω από σκελετούς. Κι έβαλα το Α’ Πρόγραμμα του ΡΙΚ ν’ ακούσω τι γίνεται στα ένδοξα Παρίσια των λεηλατημένων που επαναστάτησαν και ζητάνε ένα Λουδοβίκο, μια Μαρία Αντουανέτα – νισάφι πια στο παντεσπάνι. Υπήρχε ένα αφιέρωμα στις εθελοντικές οργανώσεις, σ’ ένα κοινωνικό πρόγραμμα που λέγεται «υιοθετήστε μια οικογένεια» -ωραία ιδέα!- στο δίκτυο που συντονίζει φορείς και άτομα – τηλεφωνήματα έβγαιναν στο αέρα της εκπομπής και με δηκτικό τρόπο αναρωτιόντουσαν οι ακροατές -εύρωστοι στους καναπέδες τους- «πού πάνε τα λεφτά μας;». Βγες, χρυσή μου, στο δρόμο και ακούμπησε με τα μάτια σου την ανάγκη που σέρνεται ολοένα και πιο εμφανής, με μεγαλύτερη ουρά στις παρυφές μιας πολύπλοκης κοινωνίας που δεν συγκινείται ατομικά, μα ενδιάμεσα, στον καθησυχασμό της φιλανθρωπίας τού τρεις φορές το χρόνο «ε, να δώσουμε και κάτι για τους καημένους» – έτσι νομίζεις πως πας στον παράδεισο;

Έχω σφηνωμένα ακόμα ως εικόνα στο μυαλό μου αυτά τα παιδάκια της φωτογραφίας, στα πληρωμένα τους κάλαντα. Είμαι απέναντι: Κάνω κι εγώ πως ταυτίζομαι με τους καταπιεσμένους αν και είμαι περίπου καταπιεστής, όπως κι η πλειοψηφία – παζαρεύω το μεροκάματο του Πακιστανού μπογιατζή και κλειδώνω τα συρτάρια όσο είναι στο σπίτι ο Σύρος υδραυλικός. Τζάμπα αλληλεγγύη. Τζάμπα φιλανθρωπία.

Τι ντροπή! Τι ντροπή για μας!

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *