Πού πας ρε γατάκι – ζόμπι;

Πού πας ρε γατάκι – ζόμπι;

tzolka

 

Πρόσφυγες, ασφαλιστικό, κάπιταλ κοντρόλ, φτώχεια, αστυνομία, πορείες, συσσίτια. Η αρχαία, η αιώνια, η φημισμένη Αθήνα, συνεχίζει, έχοντας περάσει πολλά για να νοιαστεί για απλές ανθρώπινες σκέψεις. Σύνταγμα. Σουρουπώνει και η νύχτα έρχεται τόσο παγωμένη, από πάνω, σαν εκδίκηση. Η Βουλή φωτίζεται ξαφνικά, για να δείξει πως η καρδιά του έθνους αιματώνεται ακόμα. Βιαστικός κόσμος καταπίνεται ή έρχεται απ’ τα έγκατα της γης και του μετρό. Αγέλαστοι. Επαίτες που πλησιάζουν λες και έχεις. Τα εισιτήρια που δεν έχουν λήξει αφήνονται στο ίδιο πάντα σημείο, σαν μια συμφωνία που μαθεύεται χωρίς λόγια, μεταξύ φτωχών. Παιδιά απ’ το χέρι βιαστικών γονιών. «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» σε ακορντεόν και «ευχαριστώ πολύ, κύριε» στο ντιν τού, κόκκινου πάντα, κέρματος στο τενεκεδάκι. Ένας καστανάς με τη φουφού και τη φωτίτσα να αιωρείται πλάι του, με τα μάτια κατεβασμένα πάνω στα κάστανά του, σαν αιώνια εθνική εικόνα καταγραμμένη στο DNA μας. Δίπλα του, μια νύφη με ζαρτιέρες, καυτό μίνι, ματωμένο νυφικό και… άσπρα μάτια, μισοφαγωμένο πρόσωπο και αργή κίνηση ως… ζόμπι. Απόψε έχουν ραντεβού εδώ στην πλατεία, με φόντο τη Βουλή, οι λάτρεις των ζωντανών νεκρών και των κακών του σινεμά. Κάποιος με τη μάσκα του Χάνιμπαλ Λέκτερ, πολλοί μακιγιάρονται αλά Walking Dead, άλλοι χωρίς στόματα, κάποιοι χωρίς μάτι. Ένα παιδάκι λαχταράει και σκαρφαλώνει στο σβέρκο σχεδόν της μάνας του. Το πλήθος των νεαρών που αγαπούν ζόμπι κινείται αργά, με τη χάρη των νεκροζώντανων, αλλά κάποιοι ανάβουν τσιγάρο που καπνίζεται στις άκρες από τα μισοπιωμένα κρανία τους. Μερικά μέικ απ είναι αριστοτεχνικά και αξιοθαύμαστα. Όλο μαζί το θέαμα απ’ τη μάζωξη των ζόμπι, που ξεκίνησε απ’ την Αμερική –εμ, από πού αλλού;– είναι τόσο παράδοξο, τόσο αμερικανιά, που μοιάζει θλιβερή υπογράμμιση του πόσο μακριά έχουμε βρεθεί από όλες αυτές τις ανέμελης διάθεσης εμμονές. Θυμίζει δε και αυτή τη νέα μόδα, που γιορτάζονται στην Αθήνα οι Ευχαριστίες, και κυρίως το Χάλοουιν. Διότι όλοι εμείς, καταγωγής από Λιδορίκι, Καρδίτσα, Δημητσάνα, Αιτωλικό, Μεταξουργείο, Μαγκουφάνα, Σεπόλια, Μπογιάτι, αν δεν το γιορτάζαμε μικρά, τιμωρία μας βάζαν οι γονείς μας και οι γιαγιάδες μας με τα τσεμπέρια και τις μακριές κοτσίδες. Η διάθεση όμως να ξεχωρίζει ο άνθρωπος, να ταυτίζεται με τον αντίστοιχό του που πήγε στα αμερικανικά κολέγια ή για σπουδές εκεί, ή απλώς παρακολούθησε αμερικανικά θρίλερ και ταυτίστηκε με αυτή την κουλτούρα τόσο, που να χάνει αυτοεκτίμηση αν δεν φάει γαλοπούλα στις Ευχαριστίες με κράνμπερι, φαίνεται να ‘χει ρίζες βαθιές, μέσα στο επαρχιώτικο και όχι αυθεντικά χωριάτικο συλλογικό ασυνείδητό μας. Και εκεί δίπλα στην Πλατεία Συντάγματος καραδοκεί η επαλήθευση…
… Τα ζόμπι συνεχίζουν να κινούνται στρεβλωμένα και αργά. Κάποιοι αφήνουν βρυχηθμούς ύπουλους και απειλητικούς. Κοιτάνε να δουν αν σε τρομάζουν. Δίπλα τους και απλοί μασκαράδες της Αποκριάς, νέες ντυμένες μαγισσούλες και νεαροί με κάτι μάσκες τεράτων. Και ήχος από κουδούνες. Και δημοτικά τραγουδίσματα. Πώς; Τα ζόμπι θα χορέψουν τσάμικα; Να όμως που το ίδιο απόγευμα είχαν μαζευτεί στην πλατεία και οι Κουδουνάτοι από την Άμφισσα, να δείξουν πώς ξορκίζεται το κακό και πώς μοιάζει αλά ελληνικά. Μεγάλες κουρούνες και θόρυβος για να τρομάξουν τα δαιμόνια. Φωνές. Μαύρες προβιές στο σώμα και μαύρα βαμμένα πρόσωπα. Τα ζόμπι ξαφνιάζονται λίγο, χάνουν τον θανατερό, υπνωτισμένο βηματισμό τους. Οι Κουδουνάτοι κάνουν πολλή φασαρία για το τόσο κομψό κακό, το αμερικανικό, και το ξορκίζουν. Το «χάπενιγκ» των Κουδουνάτων είναι περισσότερο θορυβώδες και εντυπωσιακό. Βρε γατάκια ζόμπι; Τι Walking Dead και αηδιούλες. Ξέρ’ς τι σαματά κάν’ η κ’δούνα;… Όχ’ μόνου οι διμόν’ φεύγ’νει, αλλά ο διάουλος ο ίδιος…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *