Προσωπική επιστολή

Προσωπική επιστολή

«Στον έρωτα παρανοείς / πιο πέρα από την τρέλα φτάνεις / γιατί παντού το ένστικτο ακολουθείς / και όλα τ’ άλλα γύρω χάνεις». Στίχοι: Νίκος Γρίτσης.

Παρασκευή βράδυ, επάνω στη μηχανή σου, μία παλιά Harley Davidson με επίπεδο κάθισμα και χώρο για δύο ανθρώπους με ενδιάμεση απόσταση λίγων εκατοστών ώστε να μη στριμώχνεται η πλάτη του ενός με το στήθος του άλλου, κατά τις δέκα η ώρα, τότε που οι δρόμοι ηρεμούσαν για λίγο από την κοπιαστική εβδομάδα και έτοιμοι να προϋπαντήσουν το πρώτο από τα δύο ξενύχτικα βράδια, σε μία από τις σπάνιες εξορμήσεις μου που δεν είχε καμία σχέση με τη χρόνια κλινοφιλία του Σαββατοκύριακου, παρακάλεσα τον Θεό –εκεί, στη γωνία της Μαυρομιχάλη με τη Σολωμού–, να πεθαίναμε μαζί, να ερχόταν ένα διερχόμενο και σαν σίφουνας να καρφωθεί στην πίσω πλευρά, να μην προλάβουμε να πούμε ούτε «Παναγιά μου» ούτε «βοήθεια». «Μαζί στη ζωή. Μαζί και στον θάνατο», σκεφτόμουν μυθιστορηματικά εκείνη την τελευταία νύχτα που τελείωναν όλα γιατί ήταν ήδη τα πάντα «αδιέξοδο». «Ένα πράγμα που σέρνεται αμίλητα», είπες. «Που πρέπει να κοπεί, γιατί εγώ φταίω», είπες.

Ήθελες να έχεις όλη την ευθύνη –όπως έκανες πάντα. Θα με πήγαινες μετά στο σπίτι. Θα με άφηνες στην εξώπορτα της Παπαδιαμαντοπούλου, θα λέγαμε κάτι φευγαλέο κι ύστερα εγώ, ανάξιος σε οτιδήποτε μελλοντικό σχοινοβατούσε στις ανοησίες που εμπεριέχει η καθημερινότητά μου και στην αβάσταχτή μου πραγματικότητα, θα απέφευγα οποιαδήποτε άλλη επαφή. Το προσπαθήσαμε πολύ τελευταία, δεν λέω. Πάντα έβρισκες έναν τρόπο να μετατρέπεται η οδυνηρότητα αυτού που αισθανόσουν σε κάτι ελαφρύ –ποτέ εγώ. Εσύ σε κάτι θεϊκό, κι εγώ ανίκανος να μεταβάλω τη μέθη αυτού που μου προξενούσες –από τύψεις, από λεπτότητα, από αμηχανία, από εκείνη τη λογική που καταργεί το μεταφυσικό που με έκανε να βλέπω το τέλος να ‘ρχεται κι εγώ να γίνομαι υστερικός κι ανόητος μπροστά σου, ποιος ξέρει; Αλλά, αλήθεια, σ’ αγάπησα.

Ποτέ δεν σου είπα όσα στ’ αλήθεια σκεφτόμουν για σένα –για μας– πιστός σ’ εκείνο το δόγμα –το αλάθητο– που λέει πως ποτέ δεν μπορείς να λες όσα έχεις στο μυαλό σου στον άνθρωπο που κοιμάσαι μαζί του –φίλοι και εραστές δεν γίνεται. Εσύ επέμενες: μα, είμαστε φίλοι! Κι ήταν, ξέρεις, άβολη η υποτυπώδης αυτή οικογένεια που έχτισες γύρω σου χωρίς να καταλαβαίνεις πως η εξοικείωση μόνο έρωτας δεν είναι. «Είμαι καταδικασμένος να παραμένω στο όστρακό σου, απ’ το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να απαλλαγώ, κι έτσι να μη γίνω το μαργαριτάρι σου κατάσαρκα, που τραγούδησε πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια η Άλκηστις», είπα σαν ευφυολόγημα στην κρύα βραδιά που έτρεχε με 80 –απ’ αυτά που σ’ άρεσαν ν’ ακούς. Ντράπηκα για το θάρρος. Ντράπηκα πιο πολύ όταν χτύπησε το κινητό σου. Όταν απάντησες. Όταν έγινες οικείος. Παρωδία.

«Να σταματήσουμε για φωτογραφίες;», είπες. Αν δεν ένιωθα εμπιστοσύνη, θα το αρνιόμουν. Αλλά, εσύ ήσουν αλλιώς –ήσουν εσύ. Ρώτησα μία στον δρόμο τ’ όνομά της. «Γιάννα», είπε. «Πολύ ευφάνταστο για μία τέτοια δουλειά», είπα. Γέλασε. Γέλασες κι εσύ. Μου είπε τις τιμές. Ζήτησα μόνο να ποζάρει στον τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ απέναντι. «Θα σε βάλω στο instagram μου να σε δουν όλοι οι διάσημοι», είπα μια βλακεία. Άναψες το τσιγάρο σου και της το έδωσες. Πατησίων και Στουρνάρη γωνία. «Έχει δουλειά;», ρώτησα. «20 ευρώ χρεώνω πια. Πώς να μην έχει;», είπε η φίλη. Σκέφτηκες μετά να πάμε στο κρητικό να φάμε. Στα Εξάρχεια. Εκεί που τρώγαμε τελευταία φορά χοχλιούς και σταμναγκάθια με τον Θανάση και τον 19χρονο Κωνσταντίνο και μας τρέχαν τα σάλια. Κι έπειτα στους λουκουμάδες με μερέντα και μέλι, κοντά στην πλατεία, με το ξύλινο πιρουνάκι για αξεσουάρ. «Να πάμε», είπα. Χτυπάει ξανά το κινητό σου. «Να μην πάμε», είπα. Παραλογισμός. Αυτός που λέει πως ακόμη κι αν δεν υπάρχει τρίτος άνθρωπος ο ερωτευμένος τον επινοεί –έρωτας τυφλός, μυστικός και ακατονόμαστος. Συνήθως ανύπαρκτος.

Άγρυπνος μετά. Δυο τρία βράδια. «Έρωτες ποτέ ξανά», είπα στα ψέματα. Αφού δεν τα καταφέρνουμε σ’ αυτά. Αφού στο πολεμικό πεδίο εμείς σηκώσαμε λευκή σημαία κουρασμένοι από οτιδήποτε μη μόνιμο, ονομάζοντάς το «αμέριμνο» και «φάση cool». Συγχώρα με που το πήγα μέχρι τέλους. Το έκανα για να δω τις αντοχές μου –και, πίστεψέ με, έχω πολλές. Πάει πια. Νομίζω μου πέρασες… Έγινες κι εσύ –τελικά– σαν εκείνο το επαναστατικό τραγούδι που σε μεταφορά σού ταίριαζε γάντι: «σου ‘πα θα πεθάνω αν σκοτωθείς, κι όμως έχω ζήσει».

Πηγή : Γιάννης Χατζηγεωργίου

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *