Προϋπόθεση ελευθερίας

Προϋπόθεση ελευθερίας

«Μητρός ωδίνας μη επιλάθη», Παλαιά Διαθήκη.

ΗΕ. είναι μία συνάδελφός μου, λίγο αλαφιασμένη και απόμακρη σε πρώτη ανάγνωση, δυστυχής επιφανειακά, αλλά βαθιά σκεπτική, ίσως μελαγχολική, αν παρατηρήσεις υπερτονισμένα κάποια χαρακτηριστικά της ή μερικές από τις συσπάσεις του προσώπου της σε θέματα όχι και τόσο σχετικά με την καθημερινότητά μας, που επιπλέει μονάχα στη βασική αλφαβήτα. Προχθές βρεθήκαμε μαζί στο μετρό, στον δρόμο για το σπίτι. Ο δικός μου πόνος ήταν μία διαφαινόμενη αποτυχία στη δουλειά μου, ο δικός της ήταν πώς θα προλάβαινε να πάρει τα «μαγικά» Xanax των 0,5 mg από το φαρμακείο πριν κλείσει. «Αν εργάζομαι συνεχώς, αυτό οφείλεται σε μια εφηβική αντιδραστικότητα που είχα από τα 14 μου χρόνια μέχρι σήμερα, στα 45 μου, να τη βγω στη μάνα μου, που γυρνούσε τα κομμωτήρια και τα μποτέ ζώντας από τα έτοιμα του μπαμπά, που μας άφησε νωρίς –όλη μου η ζωή ήταν μια κόντρα σ’ εκείνη που με γέννησε», είπε. «Αυτά λες στον γιατρό;», είπα. «Λέω κι άλλα. Πως ακόμη και τώρα που είναι πεθαμένη νιώθω γύρω μου το βλέμμα της να με επιπλήττει όποτε κάνω κάτι έξω από τη δική της φύση, σαν αταξία ή σαν μια άσεμνη πράξη που επιζητεί τιμωρό. Πίστευα πως φεύγοντας από τη ζωή η μάνα μου, θα είχα απελευθερωθεί, θα ήμουν σαν πουλί στον ουρανό που αλλάζει πατρίδες όπως τα αποδημητικά στις αλυκές που σμίγουν με τα σμήνη χωρίς να ξέρουν δίπλα σε ποιου είδους συγγενή πετάνε. Αλλά, έγινε ακριβώς το αντίθετο: έγινα ίδια η μάνα μου».

Η Ε. έχει τέσσερα παιδιά. Με τη μεγαλύτερη, τη Φρόσω, έχουν σχέση αγαπομίσους και συχνής υστερίας, σα να ’ναι η ίδια το μεγαλομωρό που πίστευε πως είχε ξεπεράσει: ένα συναίσθημα που όσο πλησιάζει στενεύει τον ορίζοντα κι όσο απομακρύνεται σουλουπώνει ό,τι χαοτικό –ή και βρόμικο– καταδυνάστευε την προηγούμενη στενότερη επαφή. Ήταν η αντιστροφή της δικής της, ιδιαίτερης σχέσης, με τη γεννήτορά της. Μου είπε πως για πολλά χρόνια εκείνη πίστευε πως ήταν υιοθετημένη –χωρίς καν την υποψία του χιούμορ και του σαρκασμού του Τατσόπουλου, που τόσο εύστοχα το είχε περιγράψει κάποτε σ’ ένα του μυθιστόρημα. Ή πως άνοιξαν μια μέρα οι ουρανοί και ξεπετάχτηκε εκείνη, όπως σαν κάνει εμετό ένα υπερτροφικό μωρό και βγαίνουν μέσα από τα σπλάχνα ό,τι πιο άχρηστο είχε πριν καταπιεί ή σαν τον κρίνο που δόθηκε στην Παναγία για να γεννήσει το επουράνιο. «Έχω καταλάβει επίσης, στην περιγραφή των παιδικών μου χρόνων, πως δεν είχα αίσθημα ευγνωμοσύνης για κανέναν –αφού δεν είχα προς εκείνην. Ήταν σαν όλο μου το σόι να είχε αποκηρυχτεί και εγώ να συνυπήρχα με αγνώστους, να μην πίστευα ποτέ πως εγώ γεννήθηκα από εκείνην, πως δεν μου άξιζε να λέγομαι εγώ κόρη εκείνης –παιδί αγνώστου μητρός ήμουν, κι ας κοιτιόμασταν κάθε μέρα στο τραπέζι του προγεύματος πριν πάω σχολείο και χαθώ μέχρι το βράδυ, αργά, πριν κοιμηθώ και βάλω στο κασετόφωνο ν’ ακούσω δυνατά τις μουσικές που σιχαινόταν», είπε.

Η Ε. απέτυχε σε όλες της τις σχέσεις. Γι’ αυτό δεν της είχε αναφέρει τίποτα ο γιατρός –δεν βγαίνει πόρισμα στη συμπεριφορά της με τους άντρες, όπως δεν είχε καταλάβει κάτι όταν αμυδρά πήγε να μου πει για τον μπαμπά που γυρνούσε ανύπαρκτα στο σπίτι, αφού εκείνη όριζε όλες τις παρουσίες και τις απουσίες που θα σφράγιζαν τα μελλοντικά πικρά γεγονότα. «Αχ, ρε μάνα», είπε κι αναστέναξε.

Ήταν σαφές, σ’ εκείνα τα 25 λεπτά της διαδρομής Δουκίσσης Πλακεντίας–Μεγάρου Μουσικής πως η Ε. επιζητούσε μερικά πρόθυμα αφτιά για να φωτίσει τα υπόγειά της που, όσο κι αν το είχε προσπαθήσει χιλιότροπα στο παρελθόν, δεν κατάφερνε ποτέ να τα μετακομίσει στα ρετιρέ. Έκανε ασυναίσθητα τον σταυρό της στον σταθμό Αγία Παρασκευή και είπε: «Ό,τι κι αν συνέβη, η μάνα μου θα είναι για μένα –για όλους μας!– η μεγάλη καψούρα της ζωής που δεν ζήσαμε. Ή της ζωής που θα θέλαμε να ’χουμε ζήσει. Είναι τα μεγάλα μας μυστικά, αλλά κι εκείνα που λέγονται με μερικά βλέμματα που μπορεί να περιορίζονται ακόμη και στο ωραίο της κοκκινιστό που έφτιαξε κυριακάτικα. Ίσως να χώριζα τους άντρες μου γιατί τίποτα δεν άγγιζε το ιδανικό ή εκείνο που πίστευα εγώ πως θα ’ταν ιδεατό αλλά γκρεμιζόταν –σαν παιχνίδι τζένκα στο πάτωμα, που πάντα του έλειπε το σωστό τουβλάκι για να παραμείνει ο πύργος στη θέση του αλώβητος και όρθιος, χωρίς καμία προεξοχή ή λάθος τοποθέτηση».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *