Ρίκα Διαλυνά: Αυτή είναι η ζωή μου!

Ρίκα Διαλυνά: Αυτή είναι η ζωή μου!

Ρίκα Διαλυνά: Αυτή είναι η ζωή μου!
Φωτογραφία: Μαρία Χατζηιωαννίδου

Η πρωταγωνίστρια του θεάτρου και του κινηματογράφου, από τις ελάχιστες Ελληνίδες ηθοποιούς με καριέρα σε Ελλάδα, Αμερική και Ιταλία, αφηγείται στο «Down Town» τη συναρπαστική ιστορία της ζωής της.

Από τον Αλέξανδρο Πρίφτη

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ, ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΟΝΕΙΡΑ
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κρήτη. Οι δικοί μου ήταν αυστηρών αρχών, αλλά κι εγώ ένα παιδί δυναμικό μεν, αλλά πολύ σεβαστικό. Πάντα άκουγα. Δεν τολμούσα να πω τα όνειρά μου. Γιατί, ξέρετε, εγώ είχα ανέκαθεν τολμηρά όνειρα. Η ωραιότερη στιγμή της ημέρας, ήταν όταν με έβαζε η μάνα μου για ύπνο κι εγώ είχα την ευκαιρία να ονειρευτώ. Ονειρευόμουν το Hollywood, τα φώτα, τη λάμψη. Τους είχα επιβάλει να με αποκαλούν “Αμέρικα”, επειδή ήθελα να πάω στην Αμερική. Έτσι βγήκε το Ρίκα. Ειρήνη με βάφτισαν. Καμία σχέση δηλαδή, αλλά εγώ είχα πείσμα. Οι δικοί μου με πήγαιναν σε θεατρικές παραστάσεις στην Κρήτη, όμως, εγώ πού να τολμήσω να πω ότι θέλω να γίνω ηθοποιός; “Μπακάλισσα”, τους έλεγα, “θα γίνω”. Σκεφτείτε ότι έπλαθα βάζα από χώμα, τα έβαφα κι έλεγα ότι ήταν ο καφές, η ζάχαρη, το γάλα – και καλά τα πουλούσα. Ώσπου μία μέρα φύσηξε, μου τα πήρε ο αέρας κι έσπασαν. Παράλληλα, ζωγράφιζα πολύ. Ακόμα έχω το τζάμι που σε ηλικία έξι ετών είχα ζωγραφίσει μία κούκλα. Ήθελα να πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πολυτεχνείο και τα κατάφερα. Θυμάμαι, μία μέρα, ήρθε μία φίλη της μάνας μου και της είπε πως φεύγει άρον-άρον για την Αθήνα, επειδή είχε πονοκεφάλους που δεν της περνούσαν ποτέ. Αυτό ήταν. Μου μπήκε η ιδέα. Την επόμενη ημέρα τούς είπα κι εγώ ότι έπασχα από πονοκεφάλους κι αφού με πήγαν σε όλους τους γιατρούς της Κρήτης, με πήγαν στην Αθήνα. Εκεί μείναμε στον αδελφό της μάνας μου, που είχε μανία να σπουδάσει τα ανίψια του. Όταν του είπα “θείε, εγώ ψέματα κάνω την άρρωστη. Θέλω να πάω στην Καλών Τεχνών”, μου είπε “μη φοβάσαι τίποτα”. Το είπε του πατέρα μου κι εκείνος μού διεμήνυσε πως αν δεν γύριζα στην Κρήτη την επόμενη ημέρα, θα έπεφτε στο λιμάνι να πνιγεί. Γύρισα πίσω. Εκείνος μού εξηγούσε τους φόβους του κι εγώ δεν μιλούσα. Ντρεπόμουν. Ώσπου, το ίδιο βράδυ, του έγραψα ένα γράμμα κι εκεί του εξηγούσα τους λόγους που ήθελα να φύγω. Την επόμενη ημέρα το πρωί, μου είπε “πάρε την ευχή μου και πήγαινε”. Έτσι, πήγα στην Αθήνα για σπουδές. Μέχρι τότε ήμουν κολλημένη στο σπίτι, με τους δύο γονείς που με λάτρευαν ως το τέλος. Έκανα την επανάστασή μου, αλλά κατάλαβαν ότι ήταν για το καλό μου. Με ώθησαν στο τέλος να πάρω τον δρόμο μου».

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΝΕΛΑΟ ΛΟΥΝΤΕΜΗ
«Όταν πήγα στην Αθήνα, έμενα στον θείο μου με την ξαδέρφη μου. Ο πατέρας μου είχε δώσει σαφείς εντολές κι έτσι ήμουν, σπίτι σχολή, σχολή σπίτι. Σκεφθείτε ότι ο θείος μου μού έδινε χρήματα, ίσα για τα εισιτήριά μου. Τίποτε παραπάνω, μην πάρω τον κακό τον δρόμο. Δεν πήγα ποτέ έξω με τους συμφοιτητές μου. Μία μέρα μου λέει ένας συμφοιτητής μου: “Θα πάω σε μία εκδήλωση και θα είναι και ο Λουντέμης. Έλα!”. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου, αλλά μία κουβέντα ήταν αυτή. Πώς θα έβγαινα από το σπίτι; Μου πέταξε μία ανεμόσκαλά η ξαδέρφη μου και δέσαμε ένα κορδονάκι για να την ειδοποιήσω όταν θα επέστρεφα να μου την ξαναπετάξει ώστε να μη μας πάρει κανένας χαμπάρι. Πήγα έξω από το “Ακροπόλ” και περίμενα τον συμφοιτητή μου. Κάποια στιγμή με πλησιάζει ένας κύριος και μου λέει: “Τι ζητάτε εδώ;”. Κι εγώ που απάντησα: “Ήρθα να συναντήσω τον κύριο Λουντέμη!”. Του το είπα κοφτά, βλέπετε, για να μην πάρει θάρρος και δικαίωμα. Με οδήγησε σε μία αίθουσα, όπου άρχισε να μου συστήνει τους καλεσμένους. “Καλά όλα αυτά, αλλά εγώ ήρθα για τον κύριο Λουντέμη”, του λέω. “Εγώ είμαι ο Λουντέμης, αν δεν απατώμαι”, μου απαντά και μου κόπηκαν τα πόδια. Μιλήσαμε πολλή ώρα και στο τέλος με ρώτησε αν ήθελα να κάνω εγώ το εξώφυλλο της νέας του ποιητικής συλλογής, “Κραυγή στα Πέρατα”. Εγώ πέταξα από τη χαρά μου. “Θα έχει συρματόπλεγμα στο εξώφυλλο όμως”, μου είπε. “Εντάξει, αλλά θα ήθελα να φτιάξω ένα χέρι κι ένα τριαντάφυλλο για να βάλουμε λίγο χρώμα. Μην είναι μουντό”. Το δέχτηκε. Γυρίζω στο σπίτι, τραβάω το κορδόνι στην ξαδέρφη μου κι εκείνη μου πετάει τη σκάλα. Όλη τη νύχτα ζωγράφιζα το εξώφυλλο. Την επόμενη ημέρα το πρωί, ήμουν από τις 7 στους δρόμους για να πάω στο ραντεβού. Το δείχνω στον Λουντέμη και του άρεσε. Βγάζει να μου δώσει λεφτά. Περίπου 500 δραχμές. Πολλά χρήματα για την εποχή… “Η τέχνη δεν πρέπει να πληρώνεται”, του απαντώ. “Κρατήστε τα χρήματά σας και γράψτε το όνομά μου. Α, ναι, και στην αρχή βάλτε το “δεσποινίς”. Εντάξει;”. “Εντάξει”, μου λέει. Έτσι γνώρισα τον Λουντέμη και τον Μόραλη, ο οποίος ήταν και δάσκαλός μου στη σχολή».

ΤΑ ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ, Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΓΑΜΟΣ
«Είχα πάει από την Αθήνα στην Κρήτη μία φορά. Κι όπως έβγαλα μία φωτογραφία, κάποιος την είδε και μου είπαν να πάω στα καλλιστεία. Αυτό ήταν το αποκορύφωμα. Ο πατέρας μου ήθελε να πέσει να πεθάνει. Τη μία του λέω να πάω στην Αθήνα για σπουδές, κι από την καλών τεχνών να πάω στα καλλιστεία; Οπότε, τους είπα: “Αν με αφήσετε, υπόσχομαι να μη σας στεναχωρήσω ξανά. Αν δεν με πάρουν, θα πάω σ’ ένα μοναστήρι και θα γίνω καλόγρια. Έτσι θα ηρεμήσετε από εμένα”. Μέχρι τότε δεν ήξερα ότι ήμουν όμορφη. Οι άλλοι το έλεγαν, εγώ το κατάλαβα όταν πήγα στα καλλιστεία. 18 ετών ήμουν. Λίγες ημέρες μετά, πήγα στο σπίτι του Σάκη Μπότση. Εκεί, μου είπαν ότι δεν μπορώ να πάω στην Αμερική, γιατί ο πατέρας μου ήταν αριστερός. Καμία σχέση εν τω μεταξύ. Ψέματα. Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει καν αυτό. Από την ταραχή μου πήρα ένα μολύβι κι άρχισα να γράφω σ’ ένα χαρτί με το δεξί. “Το βλέπεις άνθρωπέ μου, εγώ είμαι δεξιά!”, του φώναζα. Δεν είχα ιδέα για ποιο λόγο με κατηγορούσαν. Ο πατέρας μου θύμωσε, έβλεπε να γίνεται μία τεράστια αδικία στο παιδί του. Εν τω μεταξύ, ήρθαν στην Κρήτη δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο, μου έπαιρναν συνέντευξη κι έγραφαν: “Η Αμερική φοβάται μία Ελληνοπούλα!”. Σκάνδαλο έγινε. Τελικά, ο υπουργός Εξωτερικών τότε, ο Ντάλας, έδωσε την άδεια να πάω. Όταν έφτασα, θυμάμαι, δεν πίστευα στα μάτια μου. Πήγα σε ένα ξενοδοχείο στο Long Beach και κοίταζα τα αστραφτερά πατώματα, τις βελούδινες κουρτίνες, τους πολυελαίους σαν χαζή. Εκεί, ανέλαβε να με προσέχει η Σοφία Γαλυφιανάκη. Η μητέρα του Ζακ. “Θεία”, την έλεγα εγώ. Έτσι γνώρισα τον πρώτο μου σύζυγο. Ήταν γνωστός της θείας μου και μία μέρα με συνόδευσε σε μία έξοδο. Εκεί με προσέγγισαν τρεις τύποι, όπου ήθελαν να παρουσιάζω αγώνες μποξ με τον Τζιμ Λόντος. Μου έδιναν 5.000 δολάρια την εμφάνιση. Τρελά χρήματα. Τρεις μέρες, όπου με συναντούσαν η ίδια πρόταση. Την τελευταία φορά, πιάνω από το μπράτσο τον Νικ, τον γνωστό της “θείας” μου και του λέω “κάντε, καλέ, ότι είστε ο κηδεμόνας μου, μπας και με αφήσουν ήσυχη”. Έτσι γνωριστήκαμε και σε έναν χρόνο μέσα παντρευτήκαμε. Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αλλά θαυμασμός. Ο γάμος έγινε στο «Waldorf Astoria» και η δεξίωση κράτησε τρεις μέρες. Με τον Νικ έκανα και την κόρη μου. Εκείνος εργαζόταν στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Τον έβλεπα κι έλιωνα. Για μένα ήταν ο πρίγκιπας του παραμυθιού. Ζούσα το όνειρό μου. Ξεκίνησα να κάνω ταινίες στην Αμερική, παντρεύτηκα, έκανα παιδί. Τα είχα όλα. Η Αμερική ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, αλλά είχε και κινδύνους: Ποτό, ουσίες, ναρκωτικά, τσιγάρα. Τα απέφυγα όλα, μα όλα, επειδή είχα τις βάσεις από το σπίτι μου. Κι ήμουν και τυχερή, γιατί έπεσα και σε καλό άντρα μετά. Μία μέρα, όμως, ο άντρας μου μου είπε: “Αν σου λείπει η Ελλάδα πήγαινε ένα διάστημα”. Κι εγώ πήγα. Όμως, αναρωτιόμουν: “Αφού εγώ δεν ζω χωρίς αυτόν, γιατί εκείνος μου είπε να γυρίσω πίσω;”. Εκείνος το έλεγε για καλό μου, αλλά εγώ δεν το καταλάβαινα. Γύρισα πίσω και μετά από καιρό χωρίσαμε. Μείναμε φίλοι όμως ως και το τέλος, ώσπου έφυγε από τη ζωή».

Η ΙΤΑΛΙΑ, Ο ΦΕΛΙΝΙ, Η ΤΣΙΝΕΤΣΙΤΑ
«Όταν γύρισα από την Αμερική στην Ελλάδα, άρχισα να κάνω ταινίες με τον Χατζηχρήστο. Στην Ελλάδα συνεργαζόμουν όμως και με ένα ιταλικό πρακτορείο και με έστειλαν στην Ιταλία για δουλειά. Ξεκίνησα με τον Βιτόριο Γκάσμαν και μετά ήρθαν όλες οι δουλειές μαζί. Ξεκίνησα αμέσως στην Τσινετσιτά. Κοίτα τώρα πώς ήρθαν τα πράγματα. Ένα βράδυ μιλούσα με μία φίλη μου και μου είπε πως έλαβε τηλεγράφημα από τον Φελίνι και πως ήθελε να με δει. Νόμιζα ότι μου λέει βλακείες. Για χαζομάρα το πέρασα και το πέταξα όπως ήταν στα σκουπίδια. Πέφτω να κοιμηθώ και κατά τις 4 ξυπνάω ανήσυχη. “Βρε, λες να ήταν αλήθεια ο Φελίνι στο τηλεγράφημα;”, αναρωτιόμουν. Τρέχω, πάω στο σπίτι της και με φακό ψάχνω τα σκουπίδια της. Ήταν όντως από τον Φελίνι, όπου μου ζητούσε ραντεβού για την επόμενη ημέρα. Έκανε γυρίσματα τότε για την “Ιουλιέτα των πνευμάτων” και σε ένα διάλειμμα, τον πλησίασα. “Αντί να ψάχνεις εσύ εμένα, ψάχνω εγώ εσένα;”, μου είπε γελώντας. Αμέσως, με έστειλε σε μία ενδυματολόγο να με ντύσει. Δεν μου άρεσε όπως με έκανε αυτή και τα πέταξα. Έβαλα ένα μαύρο αέρινο φόρεμα κι όταν με είδε ο Φελίνι έμεινε. Του άρεσε πολύ. Ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος, πολύ ευγενικός. Σωστός gentleman. Όμως, στη δουλειά επάνω σε εξόντωνε. Μπορούσε μία ημέρα ολόκληρη να με έχει με το χέρι όρθιο σε μία συγκεκριμένη πόζα, για να δει το σωστό πλάνο. Ήταν λεπτολόγος. Έπρεπε να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα, όμως, γιατί είχε φύγει ήδη ο πατέρας μου και μετά αρρώστησε κι η μάνα μου, η οποία μου κρατούσε το παιδί. “Πού θα πας τώρα;”, μου λέει ο Φελίνι. “H επόμενή μου ταινία θα είναι πάνω σου! Τώρα φεύγεις;”. Έκανα πολλά λάθη στη ζωή μου. Όμως, γύρισα. Κι όταν επέστρεψα στην Ελλάδα δεν με καλοδέχτηκαν».

«Ο “ΠΟΛΕΜΟΣ” ΜΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»
«Εγώ είμαι χαμηλών τόνων και πάντα ευγενής. Αλλά, να σας πω κάτι; Αυτά, μόνο εδώ γίνονται. Σε πολλούς κακοφάνηκε το γεγονός ότι είχα ήδη πολλές ταινίες και καριέρα στην Αμερική και στην Ιταλία κι εδώ στη χώρα μου τους φαινόταν “κάπως” όλο αυτό. Μέχρι και σκηνές μου έκοβαν, επειδή πίστευαν οι άλλες συμπρωταγωνίστριες πως τις απειλούσα επειδή έπαιζα. Τη μία χρονιά έκανα επιτυχία με τον Καραγιάννη και τον Κωνσταντάρα και την επόμενη δεν με ξαναφώναξαν. Εδώ δεν έπαιζα εγώ, έπαιζαν τα ρούχα μου και η εξωτερική μου εμφάνιση. Έκανα επιτυχία; Αυτό ήταν, με έθαβαν την επόμενη χρονιά. Εγώ δεν έκανα δημόσιες σχέσεις, δεν καλούσα δημοσιογράφους στο σπίτι μου και μετά το θέατρο, δεν πήγαινα για φαγητό με τους συναδέλφους μου. Είχα σπίτι και παιδί. Δεν το μετάνιωσα, όμως. Έπαιζα με σπουδαία ονόματα. Όπως τον Χατζηχρήστο, τον Ορέστη Μακρή, τον Γκιωνάκη και τον Κωνσταντάρα. Ο Λάμπρος δε, ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Και μην ακούτε που λένε ότι έβριζε και ήταν αθυρόστομος. Μπορεί, δεν ξέρω… Εγώ δεν τον άκουσα ποτέ να βρίζει. Όμως, έχω να θυμάμαι τη γενναιοδωρία του και την καλοσύνη του. Άψογος επαγγελματίας. Το ίδιο κι ο Παπαγιαννόπουλος. Αλλά, μου έγινε μεγάλος “πόλεμος” εδώ. Ας μην τα συζητάμε πια. Και, ξέρεις, είναι πιο πολύ το άδικο που μένει. Η μάνα μου με γαλούχησε λες και θα ζούσα σε μία κοινωνία αγγελικά πλασμένη. Δεν ήταν έτσι. Με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ ήμασταν συμμαθητές στη σχολή του Εθνικού. Μία μέρα με πήρε η Αλίκη να παίξω στις “Διπλοπενιές”. Να χορέψω. Όταν η ταινία παίχτηκε στις Κάννες, ενώ εγώ ήμουν εκεί, δεν πήγα στην προβολή της, αλλά μετά στο πάρτι που γινόταν. Εκεί, η Αλίκη έκανε τα δικά της, νάζια, χορούς και τέτοια, για να τραβήξει τα φλας. Το ίδιο κι ο Παπαμιχαήλ. Σηκώθηκε να χορέψει ζεϊμπέκικο. Δεν έγινε τίποτα. Όταν μπήκα εγώ, έπεσαν όλοι οι paparazzi επάνω μου, επειδή με ήξεραν από την Αμερική και από την Ιταλία. Κι εγώ είχα πάει τότε στις Κάννες για μία ιταλική ταινία, όπου έπαιζα. Όλοι φώναζαν “Viva Rika!”. Όταν έφυγε από τη ζωή η Αλίκη, ο Παπαμιχαήλ με κατηγόρησε ότι το είχα στήσει εγώ αυτό το σκηνικό για να επωφεληθώ και να ρίξω τη Βουγιουκλάκη. Με στεναχώρησε πολύ. Βεβαίως, είναι νεκροί οι άνθρωποι, οπότε, τι να λέμε τώρα… Ταράζει το μέσα μου αυτή η ιστορία. Δεν θέλω ούτε να τη θυμάμαι, σας παρακαλώ. Εγώ ό,τι κακό, το διαγράφω. Αυτό το πήρα από τους γονείς μου, όπως και την ταπεινότητα. Αφού και στην Ελλάδα, όταν με ήξεραν όλοι, εγώ πήγαινα σπίτι μου με το λεωφορείο. Κι όλοι μου έλεγαν: “Καταδέχεστε να μπαίνετε εσείς στο λεωφορείο;”. Και με τι να γύριζα δηλαδή, με σοφέρ; Σας παρακαλώ!».

«Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ»
«Πρόσφατα βγήκα από μία μαύρη περίοδο. Συννεφιασμένη και μουντή. Πριν από δύο χρόνια έχασα τον άντρα μου, τον Νίκο. Ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Ήταν στο νοσοκομείο ένα μήνα και οι γιατροί μάς είχαν πει να αρχίσουμε να το παίρνουμε απόφαση. Ήταν μη αναστρέψιμο. Ωστόσο, όταν βγήκαμε και πήγαμε σπίτι, ίσως με την αγάπη μας, εκείνος “ζωντάνεψε”. Τελικά, όμως, κανείς δεν γλιτώνει από τον θάνατο. Εγώ έπεσα σε βαρύ πένθος. Δεν ήθελα να βγαίνω από το σπίτι μου. Μετακόμισα μόνιμα πια στην Κρήτη από όπου και κατάγομαι. Στο Ηράκλειο. Κάθε μέρα έβλεπα τη θάλασσα και δεν μιλούσα. Άκουγα μόνο τη σιωπή. Μεγάλο πράγμα η σιωπή. Και από μία δραστήρια γυναίκα που ήμουν, κάνοντας θέατρο, ζωγραφίζοντας, γράφοντας βιβλία, έγινα μία γυναίκα που δεν έκανε τίποτα όλη την ημέρα. Δεν έβγαινα από το σπίτι, δεν ήθελα να βλέπω κανέναν. Με τη βοήθεια της κόρης μου και των δικών μου ανθρώπων συνήλθα κάπως, τώρα τελευταία, και ξεκίνησα να γράφω δειλά-δειλά το νέο μου βιβλίο. Και ζωγραφίζω πού και πού. Όμως, όσο περνούν τα χρόνια ξαναγυρίζω στο ίδιο αναπάντητο ερώτημα που είχα στα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι, έλεγα στη μάνα μου: “Μαμά, τι είναι το για πάντα; Πόσο κρατάει; Δεν τελειώνει ποτέ;”. Όταν είσαι μικρός δεν σκέφτεσαι ποτέ τον θάνατο. Δεν πιστεύεις ότι θα σε χωρίσει από αυτούς που αγαπάς. Ίσως το “για πάντα” να μην υπάρχει, ίσως να χωράει σε στιγμές. Ο θεός ξέρει. Πάντως, σήμερα είμαι πολύ καλύτερα. Σιγά-σιγά συνέρχομαι και συμβιβάζομαι με την απώλεια και το γεγονός ότι το κενό θα μένει πάντα εκεί…».

*ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟ «YOU WEEKLY» ΚΑΙ ΤΟΝ Κ. ΤΑΣΟ ΔΟΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΡΤΡΕΤΩΝ ΤΗΣ Κ. ΔΙΑΛΥΝΑ.

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 648

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *