Ρόδα, 90s και Αγία Νάπα

Ρόδα, 90s και Αγία Νάπα

Ρόδα, 90s και Αγία Νάπα

Λύκειο. Περίοδος προεισαγωγικών. Τελευταία χρονιά των 90s. Τέλος χιλιετίας κι εποχής. Μια αυλαία πέφτει, με εμάς στη σκηνή ντυμένους λυκειόπαιδα, γκρίζοι κάτω, άσπροι πάνω, ολοκόκκινοι μέσα μας, κι έπειτα ανεβαίνει ξανά, πάλι με μας στο σανίδι, αυτή τη φορά όμως φέροντας ξυρισμένα κεφάλια και χακί περιβολή. Στο παρασκήνιο που μεσολάβησε, όμως, τι έγινε;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τέλη Μαΐου, αρχές Ιουνίου του 1999. Έχουμε περάσει από τα θρανία της διδαχής σε εκείνα των εξετάσεων, από τη χαλαρή θεωρία στην αγχωμένη πρακτική. Πως έλεγε η Βίσση ‘Τους μαθητές τους τρώει το στρες, κι η αγωνία αν θα μπούνε στις ανώτατες σχολές’; Έτσι ακριβώς, μόνο που το στρες δεν μας τρώει και τόσο, αλλά μια αγωνία την έχουμε.

Ξύλο, χαρτί, μελάνι και κρύος ιδρώτας, λοιπόν. Το στιλό στην λαβή των τριών δαχτύλων μας πηγαίνει πέρα-δώθε σαν αφηνιασμένο προσπαθώντας να μεταφέρει τις φυσικοχημείες και τις άλγεβρες από το μυαλό στο εξεταστικό δοκίμιο. Έχει κι αλλά μέσα το μυαλό, όπως σκόρπιους στίχους από Πυξ Λαξ και Τρύπες, που λένε για κάτι παλιές αγάπες που πάνε στον παράδεισο και για κεφάλια γεμάτα χρυσάφι, μα οι στίχοι αυτοί μπαίνουν προσωρινά σε σίγαση για να επιτρέψουν την ορθή επίλυση ολοκληρωμάτων και τον υπολογισμό της συχνότητας του διεγέρτη που προκαλεί εξαναγκασμένη ταλάντωση σε σχετικό σώμα. Στύβουμε το μυαλό μας για να βγάλει απαντήσεις, του συμπεριφερόμαστε σαν λεμόνι εξονυχιστικά σφιγμένο που όμως έχει ακόμη σταγόνες να δώσει. Οι διεγέρσεις και οι ταλαντώσεις στα δικά μας, εφηβικά σώματα, μπορούν να περιμένουν, μα η συχνότητα τους, σε αντίθεση με εκείνη του προβλήματος στο δοκίμιο, είναι δεδομένη – μεγάλη και έντονη.

Με την παράδοση και του τελευταίου εξεταστικού δοκιμίου στα χέρια του καθηγητή που (ακόμη) κοιτάζει καχύποπτα, παίρνουμε τον δρόμο για την Μεγάλη Έξοδο από το λύκειο κι απ’ τα μαθητικά τα χρόνια. Αφήνουμε πίσω μας θρανία, κιμωλίες, μαυροπίνακες, στολές και τσάντες. Κρατάμε όμως αλλά τόσα. Η εφηβική ψυχή μας παίρνει μαζί της τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις κάποιων πρώτων φιλιών που δόθηκαν σε μια κενή περίοδο, μαζί τους και όλα εκείνα τα αμέτρητα ενσταντανέ που αρχιτεκτόνησε η καρδιά και μέσα ζήσαμε εμείς, παρέα με πέντε-έξι όνειρά μας, όλα σε χρόνο ενεστώτα και σε τόνο ερωτικό.

Πάμε σπίτι, βγάζουμε την στολή και βάζουμε τζην και φανέλα. Όσο πιο φθαρμένα, τόσο πιο άνετα πέφτουν πάνω μας. Φτιάχνουμε μια βαλίτσα, και σκεφτόμαστε άλλη μια που έχουμε να φτιάξουμε λίγες βδομάδες αργότερα. Μας απασχολεί το χρώμα της δεύτερης. Χακί. Το διώχνουμε απ’ το μυαλό μας. Προσωρινά. Τώρα προέχει μια ολόκληρη εβδομάδα στην Αγία Νάπα, έτσι η πρώτη βαλίτσα γεμίζει με μαγιώ, βερμούδες, φανέλες χωρίς μανίκι, μπουκάλες αλκοόλ και πακέτα Marlboro κόκκινα. Κρεμάμε τη βαλίτσα στον ώμο και ενημερώνουμε τους γονείς μας πως είμαστε έτοιμοι για μετάβαση στη Γη της (Εφήμερης) Επαγγελίας, μια λίμπο κατάσταση η οποία ακροβατεί μεταξύ πολίτη και στρατιώτη, γαλάζιου και χακί.

Ξεκινάμε λοιπόν, μα όχι πριν να κάνουμε μια στάση στον κουρέα για να ξυρίσουμε το κεφάλι μας. Το ξέρουμε πως η κατάταξη είναι ακόμη εβδομάδες μακριά, μα των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν το…κουρεύουν! Θελουμε να συνηθίσουμε να φοράμε το σκαλπ μας ελαφρύ, έτσι υιοθετούμε την νέα μας κόμμωση (ή την έλλειψη αυτής!) από τώρα.

Λευκωσία – Αγία Νάπα. Μια ώρα δρόμος, μα σαν φτάνουμε νιώθουμε πως έχουμε διακτινιστεί εκεί. Αποχαιρετούμε τους γονείς μας, και μπαίνουμε στα ενοικιασμένα διαμερίσματα μας, ένα μπουλούκι τεστοστερόνης και αχαλίνωτης εφηβικής ενέργειας στο καθένα. Τρεις-τρεις σε κάθε κρεβάτι, κι άλλοι τόσοι στο πάτωμα. Στα 17 μας, και σε καρφιά να πέσουμε, το αλκοόλ που τρέχει στις φλέβες μας τα κάνει να νιώθουν σαν πούπουλα χήνας.

Τις μέρες πάμε θάλασσα. Κυρίως Nissi Beach, για τους ανεβασμένους ρυθμούς, το άφθονο ποτό, και το νησάκι απέναντι στο οποίο δραπετεύουμε κολυμπώντας όταν η στεριά δεν μας σηκώνει άλλο, μα δεν λέμε όχι και σε άλλες παραλίες όπως το Sunrise, όπου και την αράζουμε στο θρυλικό beach bar, αλλά και ο Κόννος, όπου και επιπλέουμε πάνω σε κίτρινα πλαστικά floaters μέχρι ο ήλιος να τσιγαρίσει την επιδερμίδα μας για τα καλά. Μα κυρίως Nissi Beach, γιατί το πάρτυ είναι στο αίμα μας, μαζι με το αλκοόλ που λέγαμε.

Τις νύχτες τις περνάμε αποκλειστικά στην Αγία Νάπα. Εδώ να δεις πάρτυ. Ξεκινάμε από την διαβόητη Πλατεία για ζέσταμα, με καύσιμο μας WKD και Hooch στο Ambassaden, ελαφρύ αλκοόλ για να προετοιμάσει το έδαφος για το σκληρό που θα ακολουθούσε. Όσο πιο πολύ πίνουμε τόσο παραπάνω θολώνει το κοντινό μέλλον που μας θέλει τοποθετημένους σε ένα στρατόπεδο καλοκαιριάτικα, ένα είδος συναισθηματικής μυωπίας που καταφέρνει να αγκυροβολεί τη ψυχή μας στην εκάστοτε στιγμή που ζούμε. Με κάθε μπουκάλα που κατεβάζουμε, το μέλλον πάει όλο και πιο μακριά.

Μετά την προθέρμανση, συνεχίζουμε για clubbing. Πάμε από σημείο σε σημείο, δεν αφήνουμε club που να μην το επισκεφτούμε, έστω και για λίγο, έστω για ένα ποτό και μια γρήγορη μίξη με τον κόσμο. Ο μπάρμαν αναμιγνύει το Red Bull με τη βότκα κι εμείς κάνουμε το ίδιο με το πλήθος. Άγγλοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Έλληνες, Κύπριοι. Στη νυχτερινή σκηνή της Αγίας Νάπας, η εθνικότητα δεν μετρά, μόνο η διάθεση και τα επίπεδα αλκοόλ στο αίμα. Ολόκληρη η πόλη ένα ανθρωπομορφικό κολάζ ραντισμένο με οινόπνευμα, και στην καρδιά του εμείς, 17χρονοι έφηβοι με περισσή λίμπιντο, έχοντας το ένα πόδι στην σαγιονάρα και το άλλο στην αρβύλα.

Στη Black & White πηγαίνουμε για να πάρουμε τη δόση μας από R&B της εποχής, ενώ στη P’zazz χάνουμε τους εαυτούς μας στα θρυλικά της foam parties. Φεύγουμε από εκεί τίγκα στον αφρό, και σκουπιζόμαστε πριν να μπούμε στη Carwash για να ξεπατωθούμε στο χορό. Club με club, νιώθουμε την αδρεναλίνη μας να ανεβαίνει, και για κορύφωση σερνόμαστε μέχρι την είσοδο της River Reggae κι από κει πέφτουμε στην πισίνα και κουκουλωνόμαστε μέσα στο υγρό στοιχείο με τον Bob Marley να τραγουδά “No woman no cry” – η απόλυτη σουρεάλ κατάσταση.

Αν δεν χαράξει δεν πάμε για ύπνο. Παίρνουμε τα μηχανάκια της ενοικίασης, και πάμε, μια ζιγκ και μια ζαγκ, στο Κάβο Γκρέκο για να δούμε τον ήλιο να βγαίνει πάμφωτος μέσα από τη θάλασσα. Η μέρα αντικαθιστά τη νύχτα μέσα από ένα μαγευτικό παιχνίδι του φωτός, κι εμείς παίρνουμε το σινιάλο για να πάμε να κοιμηθούμε λίγες ώρες προτού επαναλάβουμε το ίδιο μοτίβο. Φάγαμε τίποτα; Μπα. Που χρόνος, άλλωστε; Μια jacket potato για το δρόμο, και πολλή μας είναι.

Οι μέρες περνάνε, γρήγορες και κυρίως μεθυσμένες. Στην επιστροφή προς Λευκωσία πάλι διακτινιζόμαστε στον προορισμό μας, αυτή τη φορά όμως το κάνουμε με βαριά καρδιά. Συνειδητοποιούμε ότι πλέον η αυλαία της ζωής μας όπως την ξέραμε έχει πέσει, κι όταν ανεβεί ξανά θα καλεστούμε να παίξουμε τον ρόλο του οπλίτη για 26 μήνες. Η δεύτερη βαλίτσα που λέγαμε. Εκείνη η χακί.

Ιούλιος του 1999. Εβδομάδα κατάταξης. Τα ΚΕΝ άνοιξαν τις πύλες τους διάπλατα και μας περιμένουν. 81Β – έτσι μας είπαν πως λέγεται η “σειρά” μας, μα είναι πολύ γρήγορα ακόμη για να λέμε πως κάναμε “σειρά”. Φιλάμε τους γονείς και τα αδέρφια μας στην πύλη και τους λέμε πως όλα θα είναι καλά και πως θα τους πάρουμε τηλέφωνο με την πρώτη ευκαιρία, μόλις τακτοποιηθούμε. Η μαμά κλαίει, και παρασύρει και όλους τους υπόλοιπους σε ένα συναισθηματικό domino effect το οποίο όμως σταματά σε μας. Εμείς δεν πρέπει να κλάψουμε, είμαστε δυνατοί. Ασχέτως του ότι, χαιρετώντας τον φρουρό, αποχαιρετάμε συνάμα μια ζωή γεμάτη τρέλα και ανεμελιά, ανταλλάσουμε μια ζωή πολύχρωμη για μια ζωή χακί. Δεν κλαίμε όμως, ούτε καν δακρύζουμε. Είναι αυτό που είναι, έτσι δίνουμε τις τελευταίες αγκαλιές και φιλιά στους δικούς μας, και περνάμε την πύλη σαν πολίτες για να μεταμορφωθούμε μετά από λίγο, ως δια (εξαναγκασμένης) μαγείας, σε οπλίτες.

‘Προσοχή!’

Παίρνουμε παράγγελμα και μπαίνουμε στη γραμμή.

‘Εμπρός, μαρς!’

Μια ζωή τελειώνει, άλλη μια ξεκινά.

Πηγή : Σπύρος Γιασσεμίδης

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *