Σάββας Λιασής: Ο κύριος Σάββας στον παράδεισο

Σάββας Λιασής: Ο κύριος Σάββας στον παράδεισο

Σάββας Λιασής: Ο κύριος Σάββας στον παράδεισο
Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου, Θανάσης Φωτίου, αρχείο Σάββα Λιασή

Τρεις συνεντεύξεις, έξι συναντήσεις (και μια τελευταία), με το σύμβολο των εγκλωβισμένων της Κύπρου, Σάββα Λιασή, που κηδεύτηκε στο χωριό του, την Αγία Τριάδα Γιαλούσας. Ελεύθερος.

Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου

Ο κύριος Σάββας θα ξαπλώνει μπροστά από το ιερό, δωρεά το φέρετρο από τους «επισήμους», η μοναδική φωτογραφία του σαλονιού η κορνιζαρισμένη κι έγχρωμη -ωραίος κι όρθιος, στητός πάντα ο λεβέντης- τοποθετημένη επάνω στα σεμεδάκια, στο μασίφ ξύλο, σε κάτι λουλούδια φρεσκοκομμένα που είμαι βέβαιος πως η Τούλα φρόντισε να είναι στο πλάι, κι ανθούς και φλούδες απ’ τα φρούτα, απ’ τον μεγάλο κήπο ευθεία στο δρομάκι κάτω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, καθώς ο αθάνατος κατάματα κοιτιέται με τον Χριστό στα δεξιά της Ωραίας Πύλης, την Παναγία στα αριστερά και τους λοιπούς – ποιος είναι πιο άγιος, κύριε Σάββα; Εσύ ή αυτοί;


1968. Ο Σάββας Λιασής έξω από το μπακάλικό του, στην Γιαλούσα.

 

Η Μαρούλλα φταίει. Επέμενε. Τόσες φορές επέμενε. «Μιαν νύχταν ήρτεν δαμαί που ετζιοιμούμουν. Λαλώ της: “Είντα λοής εμπήκες μες στο σπίτι; Ερωμάνισα την πόρτα”. “Κρατώ κλειθκιά!”, είπεν μου. “Έφυα τζιαι άφηκες με μονασιή μου!”. “Είσαι με τον γιο σου! Θέλεις τζι’ άλλους;”, απάντησά της. Λαλεί μου: “Να ‘ρτεις τζιαι εσύ! Να είμαστεν ούλλοι μαζί. Πέταξε το μπαστούνι σου τζιαι έλα”. Ύστερα εξύπνησα τζιαι εσυντύχαννα μανιχός μου. Εν ήξερα αν ήταν όραμα τούτον που είδα ή η αλήθκεια». Την Τρίτη η πραγματικότητα έσκασε στα μάτια μας μπροστά, το μπαστούνι χάθηκε, χώμα με χώμα θα ενωθεί στην Αγία Τριάδα με τους άλλους δύο αρχαγγέλους – αγνοούμενο γιο και γυναίκα μαζί. Και νεκρός ενίκα, κύριε Σάββα. Και νεκρός!


2017. Ο Σάββας Λιασής ξεφυλλίζει ένα από τα άλμπουμ με φωτογραφίες της ζωής του, στο σπίτι του, στην Αγία Τριάδα.

 

Η ζέστη στην Καρπασία πολλή, Μάιο μήνα, Αγίας Ειρήνης ανήμερα – διαλεχτή μέχρι κι η μέρα. Πόση αντοχή 45 χρόνια συρματομπλεγμένος σ’ έναν λόφο κοντά στ’ αρχαία με θέα θάλασσα; Μίλα, κύριε Σάββα. Πώς άντεξες; «Θα σου πω. Δαμαί αγαπούν με. Τζιαι Έλληνες τζιαι Τούρτζιοι. Ήμουν ο “Rumpapa” για τους Τούρκους, ο πατέρας των ρωμιών. Μια Τουρκάλα που εμεγάλωσεν μαζί μας, ήρτεν προχτές τζιαι έφερεν μου προσκλητήριο του γάμου της. Τι φταίσιν οι ανθρώποι; Επροσπάθησα να βοηθήσω, όποιον είσιεν ανάγκη. Ήμουν παρών στες γέννες. Ήμουν παρών στες κηδείες. Έχω ένα δεφτέρι που τα γράφω ούλλα μέσα. Έκαμνα τον οδηγό, έπαιρνα κάθε μέρα κόσμο στο νοσοκομείο του Βαρωσιού -τζιαι Έλληνες τζιαι Τούρκους- έκαμνα τον μουχτάρη, τον διερμηνέα -διότι εμιλούσα γλώσσες- έψαλλα στην εκκλησία, ετοίμαζα χαρκιά, εβοηθούσα όσους εν ήξεραν γράμματα, εδίδασκα μιαν εποχή τζιαι στο δημοτικό τους μιτσιούς – αγγλικά, γραμματική, τούρτζικα τζιαι γαλλικά άνευ διδασκάλου που ένα βιβλίο που είχα που παλιά. Επροσπαθήσαμεν ούλλοι να μεν στερηθούν κάτι τα μωρά. Έπρεπεν να επιβιώσουμε. Ήμασταν 1300 νομάτοι μέσα στο χωρκόν… Που επέθανεν ο Μακάριος ήταν γεμάτο το σπίτι μου. Γιατί ήμουν ο μόνος που είχα τηλεόραση. Έφερά την που το μαχαζίν μου πριν το κλείσω. Ό,τι ήθελεν ο κόσμος εξυπηρετούσα τον».

Τώρα είναι η κηδεία. Σκηνή από την πρώτη μας συνάντηση: Βλέπω τον Σάββα Λιασή να κοιτάει τη Μαρούλλα μέσα απ’ το τζάμι, καθισμένος στον σκάμνο της εκκλησίας – της κύριάς του βόλτας της καθημερινής. Φοράει λευκό πουκάμισο, γκρίζο ζακετάκι, παλτό μαύρο. Δεν κλαίει. Εκείνη ήθελε να θαφτεί δίπλα στον αγνοούμενο. Να γέρνει αριστερά το κεφάλι της, να βλέπει το ξύλινο σταυρό με τ’ όνομά του, μ’ εκείνα τα καλλιγραφικά μικρά γράμματα που εκείνος χάραξε και σχημάτιζαν το «Γιαννάκης Σ. Λιασή», τα λουλούδια τα κόκκινα, τα λευκά, τα κίτρινα, το καντήλι που φωτοβολούσε την προσευχή της στον ουρανό, τις μοβ κορδέλες, τις πευκοβελόνες του χωριού που τις παράσερνε ο αέρας της θάλασσας της Καρπασίας στο νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας, το φτυάρι στην άκρη – έτοιμο πια και για ‘κείνον. Ήθελε να κάνουν παρέα. Τόσα χρόνια -ζωντανός είναι ο γιος μου; Νεκρός είναι ο γιος μου;- για να του πει τελικά ένα «μου έλειψες, Γιαννάκη μου!», πιάνοντας -έστω- λίγα κόκαλα.


1958. Οικογενειακή φωτογραφία στην Αγία Τριάδα. Ο Γιαννάκης (αριστερά) 4 ετών και η Τούλα (δεξιά) ενός έτους, μπροστά από τον Σάββα και τη Μαρούλλα Λιασή.

 

1973. Ο Γιαννάκης Λιασής, αμέσως μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, έναν χρόνο πριν δηλωθεί αγνοούμενος κατά την τουρκική εισβολή του ‘74. Τα οστά του βρέθηκαν τον Μάρτιο του 2010 κοντά στο χωριό Κλεπίνη, μαζί με άλλους 4 αγνοούμενους, και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNA τον Μάιο του 2014. Η κηδεία του έγινε στις 12/7/2014 (ημέρα των γενεθλίων του Σάββα Λιασή) με τιμές ήρωα και ήταν η πρώτη κηδεία αγνοούμενου που έγινε στα κατεχόμενα.

 

Πότε το επήρες απόφαση ότι ο γιος σου, που ήταν αγνοούμενος, δεν εζούσεν πλέον;
Τούτα εν δύσκολα πράματα… Εγώ είχα μαχαζίν στη Γιαλούσα. Μπακάλικο. Έφερνα που ούλλα. Που τούτον εζούσαμεν εγιώ, η γεναίκα μου, η κόρη μου τζιαι ο γιος μου. Τον Γιαννάκη εστείλαμεν τον στην Ελλάδα να σπουδάσει για να το αναλάβει μετά μόνος του. Τζιείνο το καλοτζιαίρι ήρτεν στο χωρκόν για να κάμει διακοπές. Έγινεν η επιστράτευση. Εκαλέσαν τζιαι τον Γιαννάκη μετά. Ήταν να μπει μέσα στο λαντρόβερ τζιαι εδώκαμεν του μια τσάντα με κουνέλι για να φάσιν με τους στρατιώτες, που το έκαμεν η μάνα του που το πρωί, πριν φύει. Τούτη ήταν η τελευταία φορά που τον είδαμε. Ήταν 11 του Αυγούστου. Μετά εχάθηκεν. Εν είχαμεν νέα του. Ελέαν μας πολλά. Κάποιοι ελαλούσαν μας «μακάρι να ζει, αλλά εσκοτώσαν τους ούλλους», άλλοι ελέαν μας «ο Γιαννάκης ζει, είδαμεν τον, έχουν τον στα τούρτζικα, εκάμαν τον δάσκαλο», άλλοι «είδαμεν τον μέσα σε έναν ίδρυμα τζιαι δουλεύκει» – ο καθένας ό,τι έθελεν ελάλεν, εν εξέραμεν. Εκάμαμεν τη μέθοδο του DNA, τζιαι ελπίζαμεν. Η Μαρούλλα ελάλεν: «Ο Γιαννάκης εν ζωντανός». Εγώ εν εμιλούσα… Ήταν πάλε καλοτζιαίρι. Του 2014. Η Μαρούλλα ακόμα εζούσεν. Εχτύπησεν το τηλέφωνο. Ήταν που τη Λευκωσία. Εσήκωσεν το η κόρη μου, η Τούλα. Εγώ εκάθουμουν στο κρεβάτι, αλλά είχα προαίσθηση ότι κάτι καλό εν να ακούσω τζιείνην τη μέρα. Είπαν της ότι εβρεθήκαν τα οστά του Γιαννάκη. «Γιατί μου το εστέρησες τούτο το τηλεφώνημα, κόρη μου;», είπα της Τούλας. «Τούτο το τηλεφώνημα εκαρτερούσα το 40 χρόνια!». 12 Ιουλίου εκάμαμεν την κηδεία. 12 Ιουλίου ήταν τζιαι τα γενέθλιά μου. Έτσι ήταν γραφτό. Ηρέμησεν η ψυσιή του γιου μου.


2014. Ο Σάββας Λιασής μαζί με τη σύζυγό του, Μαρούλλα. Η Μαρούλλα πέθανε στις 13 Απριλίου του 2015. Ήταν παντρεμένοι από το 1952.

Η Μαρούλλα πώς το επήρε;
Ησύχασε. Εσιωπήσαμεν.

Ένας λάκκος ανοιγμένος ήδη πιο κάτω για το αναπόφευκτο. Έβαλα το κασεττοφωνάκι και ξανακούω τη φωνή σου καθώς στα γράφω τώρα κάπως βιαστικά, κύριε Σάββα – κακώς, πολύ κακώς, έφυγες τέτοιες μέρες που ο καιρός ανοίγει και καλοκαίριασε για κρύο καρπούζι και χαλούμι στην αυλή σου, για μπάνια και κοντομάνικα, τώρα που οι ελεύθεροι του Βορρά κοιμούνται πια πιο ήρεμοι απ’ τους εγκλωβισμένους του Νότου.

 


1955. Ο Σάββας Λιασής κρατάει στην αγκαλιά του τον Γιαννάκη, στην κουζίνα του σπιτιού τους, στην Αγία Τριάδα. Πίσω διακρίνεται η Μαρούλλα.

Πιστεύκεις ότι εν να ελευθερωθεί η Κύπρος, κύριε Σάββα;
Εν πιστεύκω τον μάστρο της. Εν εις την κούρβα, θωρώ την, αλλά εν κλώθει ποδά. Φοάται. Μόνον ο Θεός ξέρει. Παρακαλώ τον Θεό κάθε νύχτα. Τους αγίους. Κάτι να γενεί. Πριν να πεθάνω. Περιμένω την να ‘ρτει.

Θέλεις την να ‘ρτει;
Πόψε. Θέλω μόλις έρτει να πάω να την καλωσορίσω. Τζιαι ύστερα να πω σε ούλλους «γκιουλέ γκιουλέ» – στο καλό. Τζιαι ας πεθάνω.


 2018. Ο Σάββας Λιασής στο σπίτι του, στη διάρκεια της τελευταίας συνέντευξης που είχε δώσει τότε, στο «Down Town».

 

Την έννοια του «εγκλωβισμένου» πώς την έχεις μέσα στο κεφάλι σου;
Μες στο σπίτι μου, εγκλωβισμένος εν ήμουν ποττέ. Ετζιοιμούμουν με τα παραθύρκα ανοιχτά τα καλοτζιαίρκα. Ήμουν ευτυχισμένος που ήμουν έσσω μου!

Τι είναι η Αγία Τριάδα για σένα;
Η Αγία Τριάδα εν η μάνα μου!


1971. Η Τούλα, η Μαρούλλα και ο Γιαννάκης Λιασής, έξω από το σπίτι τους, στην Αγία Τριάδα.

 

Για ποιο πράγμα είσαι παραπάνω περήφανος στη ζωή σου;
Που ακόμα αντέχω. Μέχρι τέλους.

Σήμερα, που λες, είναι η κηδεία σου, κύριε Σάββα. Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος ανήμερα – μέρα διαλεχτή. Ειν’ η αλήθεια πως δεν θα το ‘κανες να φτεροκοπούσες για τον ουρανό όσο Εκείνος ανασταινόταν – πιστός και θρήσκος, ψάλτης και διάκονος συνάμα με ρούχα πολιτικά, έδωσες την πρέπουσα προτεραιότητα σ’ Εκείνον ως όφειλες. Και σήμερα εσύ, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια ζωή, σαν που ταιριάζει σε εκλεκτούς, σε λίγους και λεύτερους. Κοιτάω πάλι τον Χριστό, την Παναγία, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τους λοιπούς, κι εσένα ολόφωτο ανάμεσά τους μπροστά απ’ την Ωραία Πύλη. Πάλιωσαν οι Επιτάφιοι κι οι θρήνοι, πάνε, έφυγαν, κι έτσι ολόφρεσκος σαν τους μυρωδάτους σου ανθούς της πορτοκαλιάς απ’ την αυλή σου μαζεμένους, περιχαρής στον βέβαιο παράδεισο και θρόνο σου, ολόδροσος και χαμογελαστός, σου λέω «Ανάστα!» σαν του μονάκριβού Του τη γιορτή. Ανάστα, κύριε Σάββα!

«Γιατί να φύω που το σπίτι μου; Να τους δώκω το κλειδί τζιαι να πηαίννω μετά να φωνάζω, σαν πρόσφυγας, “θέλω το σπίτι μου πίσω”;», είχε πει ανάμεσα σ’ άλλα ο Σάββας Λιασής στην τελευταία συνέντευξη που είχε δώσει το 2018, στο «Down Town».

 

«ΚΑΚΩΣ, ΠΟΛΥ ΚΑΚΩΣ, ΕΦΥΓΕΣ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΚΑΙ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΣΕ ΓΙΑ ΚΡΥΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΚΑΙ ΧΑΛΟΥΜΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΣΟΥ, ΓΙΑ ΜΠΑΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΝΤΟΜΑΝΙΚΑ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΠΙΑ ΠΙΟ ΗΡΕΜΟΙ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ»

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 646

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *