Σκηνές ροκ

Σκηνές ροκ

Πάντα αισθανόμουν δέος -μία περίεργη μεταφυσική έλξη- σε κάτι του οποίου ουδέποτε υπήρξα συνοδοιπόρος, αλλόφρων κι εραστής – πόσο μάλλον φανατικός και «κάτοικος» των πιο σκληροπυρηνικών του κυττάρων: Στο ροκ (όχι, δεν ήταν «σουξέ» παρεξηγημένο το «σιγά μη φοβηθώ, σιγά μην κλάψω» που πρόσφατα πήρε άλλη υπόσταση στα χείλη του πιο χιπστερικού στοιχείου της πόλης, άδικα, αλλά στάση υπόληψης στα πολιτικά τεκταινόμενα της παροντικής κοινωνικής προδοσίας). Σε ό,τι στο εξωτερικό ίσως να θεωρείται ένα όχι εμβληματικό σύνθημα, αλλά πράξη το «sex, drugs and rock n’ roll», στην Ελλάδα της ψευτοκουλτούρας των 80’s που πάντα κράσαρε επικίνδυνα ανάμεσα στο «αυθεντικό» και στο «ντεμέκ», μερικές ομάδες και άτομα κατάφερναν αποφεύγοντας ξένα κλισέ, να βγάζουν απ’ το σωρό διαμάντια – οι «Πυξ Λαξ» του Μάνου, του Φίλιππου, του Μπάμπη, ανήκαν πάντα σ’ αυτούς.

Ο Βασίλης Καρράς μου περιέγραφε κάποτε, σε μια συνέντευξή μας, τη στιγμή που του είχε έρθει σε κασέτα για να τσεκάρει και να τραγουδήσει το «Άστην να Λέει» – ήταν ένα τραγούδι που σχεδόν είχε αποστραφεί με βδελυγμία στην αρχή (οπωσδήποτε «το κοινό» προκαθόριζε ακόμη και τη δική του λαϊκότητα, το υπολανθάνον ένστικτο εκείνο που -ευτυχώς!- δεν θα έκανε το «μοιραίο» λάθος να μην τολμήσει κάτι πέρα από το γλυκανάλατο «σ’ αγαπώ» σε πενιά, γαρίφαλο και μπουζούκι), αλλά τελικά «πείστηκε» από τον τότε παραγωγό του για να το πει – λίγο στη ζούλα: «Ας πάει στα κομμάτια!». Κι έτσι, σ’ ένα στούντιο, με (πολύ) ουίσκι και τσιγάρο στο χέρι, είπε μία κι έξω, το τραγούδι εκείνο που τον μετέθεσε από το υπνοδωμάτιο της δισκογραφίας του με κάτι λούμπεν τύπους που περπατούσαν ξυπόλητοι στα πλακάκια, στα σαλόνια και στην αποθέωση από «περίεργους» μακρυμάλληδες με σκουλαρίκια και τατουάζ στο λαιμό – τον σκληρό πυρήνα που άκουγε Άσιμο, Σιδηρόπουλο και «τα μωρά στη φωτιά».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά με αφορμή τη συνέντευξη του κορυφαίου αυτής της άλλης μεριάς της μουσικής (με τα πιο ορίτζιναλ παιδιά – κοινό και τραγουδιστές), του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, της μεγάλης συναυλίας που θα δώσουν οι «Πυξ Λαξ» στο Τσίρειο στις 28 Ιουλίου, αλλά και μιας παλιάς συνάντησής μου με τον Μπάμπη Στόκα, σ’ ένα μικρό καμαρίνι, στην Αθήνα, τότε που τραγουδούσε με τον Δημήτρη Μητροπάνο και τον Μανώλη Λιδάκη, πιο συνειδητοποιημένος από κάθε άλλη φορά στα υπέροχα «ταξίδια» που προηγήθηκαν – καθόλου κουρασμένος, αλλά περισσότερο μοναχικός: «Εγώ είμαι της άποψης, όταν βλέπεις την επιτυχία να φεύγεις και όταν βλέπεις την αποτυχία να γυρνάς. Γιατί η περίοδος της αποτυχίας, είναι η περίοδος της αλήθειας! Εκεί θα δεις ποιοι σε αγαπάνε και ποιοι σου χτυπάνε την πλάτη. Τις αποτυχίες μου, λοιπόν, όποτε συνέβαιναν, αν και δύσκολες, τις αγαπώ! Όταν είσαι happy και φορτωμένος στα λεφτά, δεν καταλαβαίνεις τίποτα – το πολύ πολύ να έχεις περισσότερες γυναίκες στο πλευρό σου ή να κάνεις πιο πολλές βόλτες, αλλά αυτή δεν είναι μία περίοδος που πραγματικά θα πάρεις κάτι. Και αυτό δεν σε βοηθά ούτε στο τραγούδι, ούτε στην Τέχνη – την πραγματική. Μέσα από τη θλίψη, βγαίνει η ομορφιά! Εμένα με τρομάζει η επιτυχία – και ευτυχώς η δική μας, τότε με τους “Πυξ Λαξ”, δεν έγινε ξαφνικά. Είμαστε χύμα τώρα, δεν θα ήμασταν χύμα τότε;».

Πριν από ένα μήνα ο Γιώργος Σαββινίδης είχε κάνει μία εκπληκτική συνέντευξη στον κορυφαίο Παύλο Παυλίδη που παραμένει ποιητικός, ευαίσθητος και όμορφος πολύ, σαν εκείνο το άπιαστο που ποτέ δεν λογαριάζεται για εντελώς «δικό σου» αλλά πάντοτε -από τις παρυφές του- κάνει πως του ξεφεύγει κάτι – για να ‘χει νόημα το πεπραγμένο που συμβαίνει εντός. Κάτι σαν να με ξύπνησε! Κι έβαλα στα mp3 μου εκείνη την ξεχασμένη για χρόνια «Λευκή Καταιγίδα»: «Την πρώτη φορά ήταν σαν να ‘χε αρπάξει φωτιά / κάπου μέσα βαθιά, κάτι μες την ψυχή μου / κοιτούσα τις φλόγες κι αυτόν τον αέρα μακριά / να αλλάζει αργά, τις σκιές της ερήμου…». Περπάτησα στη σαραβαλιασμένη των κλειστών καταστημάτων Μακαρίου με τον υψωμένο ουρανοξύστη, μπήκα στην Πινδάρου των νέων μαγαζιών -των μικρών αγγέλων και μεγάλων διαβόλων στις ταμπέλες της- και δυνάμωσα την ένταση: «Από τότε περάσανε χρόνια, κυλήσαν νερά / όμως κάπου βαθιά, η φωτιά καίει ακόμη…».

Η συγκίνηση έσταζε ζέστη στον Ιούλιο της μελαγχολικής Λευκωσίας, στα χαμηλόφωνα του Παύλου και λίγα δάκρυα μ’ έκαναν μελό σε ό,τι έκανε ξανά την καρδιά μου να χτυπά πάλι άρρυθμα…

xatzigeorgiou@yahoo.com

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *