Στα Χανιά

Στα Χανιά

Στα Χανιά
Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου

Ένα μικρό ταξίδι στην ωραιότερη πόλη της Κρήτης. 

Αυτός είναι ο κύριος Μανώλης – ψαράς στα Χανιά. Στην άκρη του λιμανιού, δίπλα από το κτήριο όπου παλιά οι ναυτικοί έφτιαχναν τα καράβια τους, απέναντι από τις πολύβουες καφετέριες των (φθηνών, σε σχέση με το Ηράκλειο) εσπρέσο, εκείνος «διαβάζει» τον ελληνικό σκέτο και ρουφάει ακόμη και το κατακάθι του – έτσι όπως κάνουν θόρυβο οι ηθοποιοί στην αντίστοιχη διαφήμιση του Λουμίδη με τα παρατεταμένα «ααααχχ». «Πιάσαμε τίποτα σήμερα;», του είπα τη δεύτερη μέρα της αναίτιας βόλτας. «Πάντα πιάνουμε. Ξέρω τα καλά στενά». Χαμογέλασε πονηρά, με την εμμονή στο μουστάκι που δεν θέλει να ξυρίσει ποτέ, ζώντας από γεννησιμιού του σε μια πόλη που -ευτυχώς- δεν γέμισε μπετά και κρατάει τη μοναδικότητά της, όσο κι αν παρεισφρύουν στην παλιά σταυρωτή αγορά αχρείαστες τουριστικές ατραξιόν. Με ρώτησε τη δουλειά μου –είπα «σε ένα γραφείο με κομπιούτερ» (πάντα αυτό λέω σε ξένους, ανάλογα: Είτε γιατί δεν θέλω πολλά πολλά, είτε για να μην ταυτιστώ με κολοσσιαίες χαζομάρες σαν αυτήν της «Athens Voice»)– αλλά γιατί να πικραινόμαστε στις πρώτες ζεστές μέρες του Ιουλίου που ο ήλιος καίει σαν πυροτέχνημα πριν από την επόμενη καλοκαιρινή βροχή, ε, κύριε Μανώλη; «Σωστά».

Ο λαϊκός αυτός ψαράς έχει χορτάσει από έρωτες, γυναίκες και κοντινά στο νου και στη θάλασσα γύρω του ταξίδια – ο τρόπος που μου έκλεισε το μάτι καθώς η Αγγλίδα τουρίστρια έβαζε το κουταλάκι της μέσα στο ποτηράκι-παγωτό βανίλια ήταν το γυάλινο από την ηδονή που πέρασε, αισθάνθηκε στο βάθος των χρόνων, αλλά προσπέρασε. Που τού ‘μεινε η αναπόληση, η χωρίς πολλή αγωνία και ληγμένο σάλιο – τι κατάντια για άλλους στην ηλικία του οι γεροντοέρωτες που εξαγοράζονται με λεφτά και κοινωνικό στάτους! Δεν έφερε αντίρρηση να του τραβήξω μια δυο φωτογραφίες με το κινητό μου – «ωραίος είσαι, κύριε Μανώλη μου!», κάνοντας τον αυτοματισμό του χαϊδέματος με το χέρι του απαλά επάνω στις τρίχες. Τι άντρας! Σε αντίθεση με τους τύπους που κάθονταν γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι στην ανοιχτή τηλεόραση (με θέα στο λιμάνι, προφανώς για κοντράστ) και μιλούσαν με τόση μικρότητα και αγένεια μεταξύ τους, αλαζονικά και αποκαρδιωτικά, για τις (σημερινές) εκλογές στην Ελλάδα – όλοι φταίνε, αλλά κανείς δεν ζητάει «συγγνώμη». Τι παιδάρια! Ξαναγύρισα με περιφρόνηση στο βλέμμα προς το ωραίο λιμάνι και τον παλιό φάρο απέναντι που έσκαγε το κύμα επάνω του για να επιβεβαιώσω -μπροστά σε τόση ομορφιά!- την κατάντια ορισμένων στο προδικασμένο αποτέλεσμα και τη βίαιη πτώση μιας παράταξης που στηρίχθηκε σε γυάλινα πόδια – στα ψέματα, στις απάτες που έσταζαν «συμφωνίες» αλλά δεν κοκκίνησε κανείς από ντροπή ποτέ γι’ αυτές. «Τι θα ψηφίσεις, κύριε Μανώλη;». «ΚΚΕ!». «Πάντα;». «Πάντα». «Κουτσούμπας ή Αλέκα;». «Δεν έχει πρόσωπα στο κόμμα. Όποιος κι αν είναι, είναι το ΚΚΕ!». Το ραδιόφωνο έπαιζε Νταλάρα (απ’ τα παλιά, παράξενο πώς) και ζήτησα στριφτή τυρόπιτα από τον νεαρό σερβιτόρο με το λευκό πουκάμισο.

«…Έχω έναν καφενέ
στου λιμανιού την άκρη
τον έχτισε το δάκρυ
αυτών που μένουνε
και περιμένουνε…».

Έστειλα δυο τρεις φωτογραφίες από τη θάλασσα στον Τ. καθώς μου έγραφε κάτι για δουλειές – για να καταλάβει το ολιγοήμερο pause, αφού σταμάτησα -εδώ και καιρό- να κοινοποιώ οτιδήποτε προσωπικό στους οφθαλμολάγνους των social (σαν τους ινφλουένσερς που οικτίρω καθώς κρατάνε μία κούπα καφέ και αντιγράφουν ανορθόγραφες φιλοσοφίες που ξεπατίκωσαν από τον Ξενάκη που κάνει τώρα σουξέ στα βιβλιοπωλεία). Το ίδιο βράδυ, πήγα σ’ ένα μπαρ που είχα σταμπάρει πριν απ’ την απογεματινή μου ραστώνη – «Μπελ έαρ» νομίζω, αν και δεν θυμάμαι καλά με τα πέντε-έξι σφηνάκια ήδη στο κούτελο. Ήμασταν όλοι, περίπου, σαν συγγενείς εκεί – όλα τα απομονωμένα, οι στην άκρη του κέντρου της διασκέδασης «γιάφκες», έχουν πάντα κάτι συνωμοτικό και τίμιο σαν ομοαίματα. Τι πλήξη, άλλωστε, να ‘ταν ο κόσμος μας ίδιος παντού…

Ξημερώματα Κυριακής πια, σταμάτησα στο κεντρικό περίπτερο με το άγαλμα του Σοφοκλή Βενιζέλου απέναντι απ’ τον «Γρηγόρη» και πήρα το νέο τεύχος της «Vogue» – στο εξώφυλλο ο Γιώργος Λάνθιμος φωτογράφιζε επάνω στα σκληρά απ’ την καύτρα τσιμέντα των ταρατσών της αστικής Αθήνας άγνωστα κορίτσια με λεπτεπίλεπτη φυσικότητα γεμάτη από τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος τοπίου. Αν ήταν άλλη εποχή -άλλη χρονιά- θα φρίκαρα – τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Αλλά αυτή η εικόνα μού γύρισε λιγάκι το πλάνο ανάποδα στο δεδομένο, σ’ ό,τι στην Ελλάδα είχαμε συνηθίσει ως εικόνα – ως «μέλλον». Τώρα που ο Sin Boy έγινε η νέα Βανδή (στη δημοσιότητα και επιδραστικότητα, μην παρεξηγηθώ) και τα νέα τηλεοπτικά κανάλια, τα εξαρτώμενα από κομματικούς σχηματισμούς, θα διαλυθούν σαν σκόνη, τώρα που αυτοί που χάλασαν θα ξαναχτίσουν με αμετροέπεια και πύραυλοι εκτοξεύονται από τους εμπόλεμους γείτονες μέσα στο σπίτι μας, ας ζουμάρουμε αλλιώς αφού όλα διακινδυνεύονται – αισθητική, καθημερινότητα και ζωή. Κι ας θυμηθούμε εκείνο το παλιό διαφημιστικό σύνθημα που επανέρχεται, όλο και πιο έντονα, σαν μπούσουλας: Ο κόσμος αλλάζει – εσείς;

 

[email protected]

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 231.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *