Σταύρος Χριστοδούλου: «Δεν υποδύομαι ότι τα έχω δει και τα έχω καταλάβει όλα»

Σταύρος Χριστοδούλου: «Δεν υποδύομαι ότι τα έχω δει και τα έχω καταλάβει όλα»

Σταύρος Χριστοδούλου: «Δεν υποδύομαι ότι τα έχω δει και τα έχω καταλάβει όλα»
Φωτογραφία: Στέλιος Καλλινίκου

Καθισμένοι στην κουζίνα του ευήλιου ρετιρέ του στον Λυκαβηττό και κοιτώντας τις σημειώσεις που κράτησα από το νέο του μυθιστόρημα «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός», διαισθανόμουν πως τα αποσπάσματα που διάλεξα θα ήταν μόνο η αφορμή για μια κουβέντα, που θα άφηνε να φωτιστούν πολλές από τις μέχρι σήμερα αδιαπέραστες «γκρίζες ζώνες» της ζωής του συγγραφέα, που μερικοί -αφελώς- θα στοιχημάτιζαν πως «ξέρουν καλά» μέσα από τα δημοσιογραφικά του κείμενα τα τελευταία 28 χρόνια.

Του Γιάννη Χατζηγεωργίου

 «Η αλήθεια είναι πως στο ξεκίνημά τους υπήρξαν και οι δυο παραπάνω ρομαντικοί απ’ όσο ενδεχομένως το επέτρεπε η πραγματικότητα. Με τα χρόνια συρρικνώθηκε η αθωότητα μέσα τους. Τόσο πολύ, όμως, που δεν αναγνώριζαν πλέον ο ένας τον άλλον», (σελ. 229).

«Η στιγμή της δικής μου ενηλικίωσης συνέβη όταν αποφάσισα να εγκαταλείψω τη Βουδαπέστη, όπου σπούδαζα ιατρική, στα 22 μου. Αλλού με οδηγούσε η φτιαξιά μου – τα “θέλω” μου, ο ψυχισμός μου. Αποφάσισα να φύγω μια μέρα που διέσχισα τη γέφυρα από την Πέστη στη Βούδα και, όσο τα πράγματα στο μυαλό μου συνωστίζονταν, έκανα τη δρασκελιά και πέρασα στην απέναντι όχθη. Εκεί συνάντησα εμένα – έτσι όπως εγώ ήθελα να είμαι. Είχε, κυρίως, να κάνει με τον τρόπο που ήθελα να ζω! Όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται σήμερα αυτό».

Σε τι παραμένεις ρομαντικός;

Στη βεβαιότητα πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο!

Η ομορφιά πού βρίσκεται;

Μέσα μας. Και στο λέει κάποιος που υπηρέτησε για πολλά χρόνια, επαγγελματικά, την εξωτερική όψη των πραγμάτων, υπερβολικά ρετουσαρισμένη, λειασμένη – έχοντας, όμως, απόλυτη επίγνωση πως όλο αυτό είναι επιφάνεια, ο αφρός της ζωής και όχι η ουσία. Αν μετράει κάτι, αυτό είναι το μέσα.

Μεγαλώνοντας γίνεσαι ομορφότερος μέσα σου;

Το προσπαθώ. Το άσχημο είναι πως, μεγαλώνοντας, και τα καλά αλλά ιδίως τα κακά μας στοιχεία, γίνονται πιο έντονα. Ενδυναμώνονται. Και δύσκολα αλλάζουν. Προσπάθησα, πάντως, στα χρόνια που προηγήθηκαν να γίνω καλύτερος εσωτερικά.

«“Χωρίς συμβιβασμούς, η ζωή είναι ζούγκλα, φίλε…”, είπε. Κι έφυγε. Όταν ο Στράτος έμεινε μόνος, έβγαλε το μπλοκάκι με τις σημειώσεις του για την υπόθεση Αδριανού. “Επιμύθιο: Κάθε συμβιβασμός κι ένας μικρός θάνατος”, έγραψε», (σελ. 190).

«Νομίζω πως όλοι κάνουμε συμβιβασμούς στη ζωή μας. Η διαφορά είναι πως υπάρχουν οι σοβαροί, οι μεγάλοι, οι ουσιαστικοί συμβιβασμοί και οι μικροί. Καθημερινά κάνω μικρούς συμβιβασμούς που αφορούν στη δουλειά, στις κοινωνικές σχέσεις, σε κάποιες συμβάσεις οι οποίες μας επιτρέπουν να λειτουργούμε σε συνθήκες ομαλότητας και να μην το παίζουμε “Ρομπέν”. Αλλά, μεγάλους συμβιβασμούς που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που είμαστε μέσα μας, που επιλέγουμε να ζήσουμε τη ζωή μας μέσα στο σπίτι μας με τους πέντε ουσιαστικούς φίλους μας και τον άνθρωπό μας, με την τοποθέτησή μας απέναντι στην καθημερινότητα, στο τι συμβαίνει γύρω μας -ιδεολογικά αν θες, όσο ρετρό κι αν ακούγεται αυτό- επιλέγω να μην κάνω. Ή τουλάχιστον το προσπαθώ».

Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σου συμβιβασμός;

Μεγαλώνοντας σε μια κλειστή κοινωνία, πολύ επαρχιώτικη σαν νοοτροπία, κλειστοφοβική, στην οποία τα μεγέθη είναι μικρά και οι ορίζοντες πιο στενοί -ειδικά στη δεκαετία του ’70 όπου μεγάλωσα εγώ- με πολλά συμπλέγματα και με τα «θέλω» των άλλων, έκανα αρκετούς συμβιβασμούς: Κυρίως ζούσα πιο φοβισμένα, πιο ενοχικά. Μετανιώνω γι’ αυτή την εποχή! Γι’ αυτό και θεωρώ κάθε νέα γενιά καλύτερη από την προηγούμενη, γιατί βλέπω πως οι ορίζοντες επιτέλους πλαταίνουν. Το οξυγόνο είναι περισσότερο!

«“Γιατί το κάνεις;”. “Για μένα”. “Για σένα;”. “Για ν’ αποκτήσει νόημα”. “Ποιο πράγμα να αποκτήσει νόημα, Στράτο;”. “Η ζωή μου…”. “Κλαις;”. “Ποτέ δεν κλαίω”. “Κλαις”. “Όχι”. “Ποιο νόημα, Στράτο;”…», (σελ. 177).

«Δεν έχω εύκολο το κλάμα. Νομίζω πως η τελευταία φορά που έκλαψα -συγκρατημένα και με κάπως δυσλειτουργικό τρόπο- ήταν όταν πέθανε ο πατέρας μου. Έχω ένα κράτημα σ’ αυτό. Που μοιάζει, κάποιες φορές, με συναισθηματική αναπηρία. Έτσι είμαι φτιαγμένος. Και δεν με θαυμάζω καθόλου γι’ αυτό».

Τι θαυμάζεις σήμερα;

Θαυμάζω πολύ την μπέσα. Δεν ξέρω γιατί, από όλα όσα μπορεί κάποιος να θαυμάσει σε κάποιον -την καλοσύνη ενδεχομένως, την εξυπνάδα ή το ταλέντο- εγώ επιλέγω τη στιβαρή και ξεκάθαρη στάση απέναντι στα πράγματα. Δεν μπορώ τα «ναι μεν, αλλά». Αυτό μπορεί να το εντοπίσω και σε ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας – σε κάποιον που μπορεί να περνά από δίπλα και να μην του δώσει κανείς άλλος σημασία.

Στο λεγόμενο «περιθώριο» της κοινωνίας, εκεί όπου συνδιαλέγονται κάποιοι από τους ήρωες του βιβλίου σου;

Όχι, δεν θαύμασα τον κόσμο του περιθωρίου αλλά, όσες φορές συγχρωτίστηκα μ’ αυτόν, δεν το έκανα υπεροπτικά. Αντιθέτως, μου ενεργοποιούσε την περιέργεια που ανέκαθεν με χαρακτήριζε. Από πολύ νέος είχα οξυμένο το στοιχείο της παρατήρησης. Μου άρεσε να μπαίνω σ’ ένα λεωφορείο και να φτιάχνω ιστορίες με εκείνους που κάθονταν τρεις θέσεις πιο μπροστά από μένα ή τις μικρές ώρες να παρατηρώ τα «ναυάγια» στα μπαρ…

«“Πότε επιτέλους θα αποφασίσεις να κάνεις κάτι χρήσιμο στη ζωή σου;”, τον ρώτησε ένα πρωί που χουζούρευαν στο κρεβάτι. “Η χρησιμότητα είναι μια έννοια υπερεκτιμημένη”, της απάντησε κουρασμένα. “Δεν έχω γνωρίσει πιο παράξενο άνθρωπο από εσένα…”, είπε η Τζιλ ανασηκώνοντας τους ώμους της», (σελ. 80).

Είσαι παράξενος άνθρωπος, Σταύρο;

Είμαι πολύ πιο εσωστρεφής από όσο μπορεί κάποιος να υποψιάζεται, ενώ φαίνεται ότι είμαι κοινωνικός. Σίγουρα έχω παραξενιές. Έχω, ας πούμε, μια μανία με την τάξη – ακόμη και στον τρόπο που γράφω, θέλω να είναι πολύ συγκεκριμένο το περιβάλλον γύρω μου και σίγουρα όχι χαοτικό.

Με τους ανθρώπους;

Κατέληξα πως υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που με κουράζουν πολύ: Το χρήμα και η επίδειξή του -που προσωπικά δεν εκτίμησα ποτέ- και όσοι έχουν μια τάχαμου κουλτουριάρικη στάση απέναντι στη ζωή, με κάτι ποιητικές σαχλαμάρες – τσιτάτα που ανεβάζουν στο Facebook, δηλώνοντας έτσι μια «στάση ζωής». Εμένα δεν με αφορούσε ποτέ τι δηλώνεις. Με ενδιέφερε τι είσαι στην πραγματικότητα! Εκτιμώ τους «καθαρούς» ανθρώπους. Και απεχθάνομαι τους τοξικούς.

«“Είμαστε το άθροισμα των επιλογών μας, έτσι δεν λένε; Δεν έχει νόημα, λοιπόν, να κλαψουρίζουμε πάνω από τα αποκαΐδια”», (σελ. 172).

«Σε επαγγελματικό επίπεδο υπήρξα τυχερός, δεν αισθάνομαι ότι έκανα λάθος επιλογές – υπηρέτησα με ζέση το lifestyle των 90’s, ενώ σήμερα διευθύνω κάτι που πραγματικά αγαπώ στον “Φιλελεύθερο”, το “ΦιλGood”. Σε προσωπικό επίπεδο, άργησα πολύ να κάνω σχέση. Στα 44 μου έκανα την πρώτη μου ουσιαστική σχέση – μια σχέση που διαρκεί μέχρι σήμερα. Μέχρι τότε έκανα μια πολύ άστατη ζωή».

Ήταν κακή επιλογή αυτό;

Δεν ήταν. Αυτό είχα επιλέξει. Ήθελα να αλητέψω. Αυτή ήταν η ανάγκη μου. Και τα πράγματα δεν μπορεί να γίνονται με βάση κάποιες προδιαγραφές. Πέρα από το γεγονός ότι συναντήθηκα στην πορεία μου και εμπιστεύτηκα λάθος ανθρώπους -χωρίς, όμως, να κουβαλάω σήμερα κάποια τραυματική εμπειρία, πίστεψέ με- δεν αισθάνομαι πως έκανα στη ζωή μου λάθος επιλογές.

Πόσο δύσκολο ήταν να μπεις σε σχέση στα 44 σου και να εγκαταλείψεις την ανεξαρτησία και την απόλυτη ελευθερία που προηγήθηκε;

Ήταν πιο εύκολο από όσο το φανταζόμουν. Μπήκα δειλά σ’ αυτό, χωρίς να δίνω καμία προοπτική – και ο ένας χρόνος έφερε τον επόμενο, και ο επόμενος τον παραεπόμενο. Συνέβη. Γιατί όπως λέει και η πολύ αγαπημένη μας Χαρούλα: «Η αγάπη θα σε βρει όπου και να ‘σαι…».

«…“Όσο για τον θάνατο, η ζωή είναι διάσπαρτη από μικρούς καθημερινούς θανάτους”…», (σελ. 85).

«Η ματιά μου στα πράγματα είναι εξ’ αριστερών. Με εξοργίζει αυτό που γίνεται με τους πρόσφυγες – ο τρόπος που εξελίσσεται ο κόσμος. Πρόκειται για ένα βαθύ τραύμα. Κι είναι κάτι που με θλίβει βαθιά. Ο φασισμός επίσης, η αναζωπύρωση των ακροδεξιών ιδεών, με ανησυχεί πάρα πολύ! Όταν βλέπω πως γύρω μας σκοταδιστικά μυαλά βρίσκουν ακροατήριο που όλο και μεγαλώνει, αυτό εμένα μου ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά. Αυτή η νέα αποκρουστική πραγματικότητα εμπεριέχει μικρούς καθημερινούς “θανάτους”…».

Εκπλήσσεσαι ακόμη από συμπεριφορές;

Α, ναι! Και θετικά και αρνητικά. Παρακολουθώ άναυδος, για παράδειγμα, την επιλεκτική μνήμη κάποιων! Αλλά, ακόμη κι αυτή η έκπληξη που μου δημιουργούν όλα αυτά -τα θετικά ή αρνητικά- με κάνουν να μη γερνώ μέσα μου. Αν κάτι, άλλωστε, κρατάει τη σπίθα αναμμένη είναι η φυσική περιέργεια απέναντι στα πράγματα, η οποία παραμένει άσβεστη. Δεν υποδύομαι ότι τα έχω δει και τα έχω καταλάβει όλα.

Όταν συνταξιοδοτηθείς από τη δημοσιογραφία, το μόνο που θα ήθελες να κάνεις είναι να γράφεις βιβλία;

Μακάρι! Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε με ρώτησες αν δηλώνω συγγραφέας και εγώ σου είχα απαντήσει πως «είμαι ένας δημοσιογράφος που έχω γράψει ένα βιβλίο». Πλέον, στο δεύτερό μου βιβλίο πια κι ενώ είμαι σε μια διαδικασία που γράφω ξανά, νομίζω πως νομιμοποιούμαι να δηλώνω συγγραφέας. Το αν μπορώ να βιοπορίζομαι από αυτό είναι μια άλλη ιστορία».

«…“Στον θυμό μας πάνω μπορούμε να κάνουμε πολλά”, πήγε να τον τσιγκλίσει ο Στράτος. “Όχι σ’ αυτόν”, του απάντησε ήρεμα. “Αυτός εμένα μου φέρθηκε σωστά”. “Τότε που ήρθες στην Ελλάδα;”. “Τότε που δεν είχα από πού να πιαστώ”…», (σελ. 91).

Υπήρξες ποτέ μετέωρος;

Συναισθηματικά, ναι. Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που συναισθηματικά ήμουν ευάλωτος, τσαλακωμένος. Δεν υπήρξα, ωστόσο, απεγνωσμένος.

Απελπισμένος;

Ούτε. Πάντα, ωστόσο, υπάρχει ένα χέρι που έρχεται για να σε σηκώσει. Το οποίο θυμάσαι. Πρέπει να το θυμάσαι! Αλλά είναι κάτι πολύ ιδιωτικό αυτό.

Μου δίνεις, πάντως, την εντύπωση πως είσαι πολύ πιο ευαίσθητος απ’ όσο μπορεί να αφήνεις να φανεί στον περίγυρό σου…

Δεν συναισθηματολογώ. Δεν είμαι πολύ του αγγίγματος. Δεν σωματοποιώ το συναίσθημα με αυτό τον τρόπο. Δύσκολα θα με δεις να αγκαλιάζω για παράδειγμα – δεν τα κάνω αυτά. Επίσης, έχω ένα χιούμορ που είναι σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό.

Δεν μπορείς, όμως, να γράφεις αν δεν έχεις ευαισθησίες μέσα σου…

Συμφωνώ… Το υλικό μου, στην προσπάθειά μου να δημιουργήσω έντιμη λογοτεχνία, είναι οι λέξεις, τα νοήματα και τα συναισθήματα. Ναι, για να το κάνει κάποιος όλο αυτό, προϋπόθεση είναι ένας ευαίσθητος εαυτός. Ακόμη κι αν δεν εκδηλώνεται στη συμπεριφορά του.

«Και την ερωτεύτηκε. Με μια ένταση που δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος πως μπορούσε να αισθανθεί. “Δεν αντέχω να σ’ αγαπώ ολόκληρη”, της έλεγε. Κι εκείνη γέλαγε σαν να ανάβλυζαν από μέσα της πηγές αστείρευτης ευτυχίας», (σελ. 18).

«Παθιάστηκα πολύ. Για πάρα πολλά χρόνια. Ερωτεύτηκα, όμως, μια δυο φορές. Τη μία από αυτές με ένταση! Είμαι άνθρωπος του πάθους και, αν κάτι με χαρακτηρίζει, είναι πως με οδηγούν τα πάθη μου».

Αναπολείς καμιά φορά τις στιγμές προσωπικών εντάσεων που έζησες;

Όχι, πια.

Μου το λες συμβιβασμένα;

Όχι (χαμογελάει). Ξέρεις, τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους. Είχα παλιά μια άστατη προσωπική ζωή – αλλά, πλέον, την άφησα πίσω μου. Ωραία ήταν! Μαζεύτηκαν πολλές εμπειρίες.

«Κατάλαβε πως δεν ήταν έρωτας αυτό που την παράσερνε προς τον γκρεμό. Ήταν η νοσηρή εξάρτηση από έναν άντρα που στην πραγματικότητα δεν της ανήκε ποτέ», (σελ. 133).

Τι είναι ένας νοσηρός έρωτας;

Ένας αδιέξοδος έρωτας, ένας έρωτας χωρίς ανταπόκριση.

Αυτοί δεν είναι οι πιο μεγάλοι έρωτες;

Είναι οι πιο τραυματικοί, οι πιο επώδυνοι έρωτες. Μεγάλος έρωτας είναι ο διαυγής έρωτας! Ο άλλος είναι ένα μαύρο τούνελ.

Μπήκες πολλές φορές μέσα σ’ αυτό;

Μπήκα.

Το φως πού βρισκόταν;

Στους φίλους μου! Είναι οι πέντε άνθρωποι που έχω στο speed dial του κινητού μου. Η κατ’ επιλογήν οικογένειά μου – όσο χιλιοειπωμένο κι αν είναι, είναι αληθινό.

«Αλλά δεν είχε δύναμη να ζήσει χωρίς εκείνον. Γιατί δεν ήξερε πώς να ζήσει χώρια του», (σελ 132).

«Πάντα είχα την ικανότητα να ζω και μόνος μου καλά. Παλιά ήμουν πολύ πιο μοναχικός, πολύ αυτάρκης. Πλέον, έχω την ανάγκη της μοιρασιάς».

Σε ποιες περιπτώσεις της ζωής σου ένιωσες απόλυτα μόνος;

Συνήθως, στις μεγάλες δυστυχίες.

Έζησες τέτοιες;

Ναι. Είμαι ένας άνθρωπος που έχω ζήσει και την αποτυχία και την απώλεια. Είχα επώδυνες εμπειρίες – επαγγελματικές και προσωπικές. Αυτές τις στιγμές τις βίωνα μόνος! Ακόμη κι αν κουβέντιαζα κάποια στιγμή με κάποιον άλλον, μόνος μου ζούσα τα δύσκολα και μόνος μου τα επούλωνα. Νομίζω πως πάντα αυτό γίνεται με τους ανθρώπους. Κανείς δεν σε σώζει, αν δεν σωθείς πρώτα ο ίδιος.

  «“Έτσι πρέπει…”, είπε σιγανά. “Να φεύγεις! Και να μην γυρνάς ποτέ το κεφάλι σου πίσω”», (σελ. 237).

Το κάνεις;

Ναι. Είμαι ένα κράμα πολλών διαφορετικών πραγμάτων: Υπάρχει και ο μαλακός εαυτός μου, αλλά και κάποιες πλευρές μου πολύ πιο σκληρές. Όπως αυτό: Όταν πια τα πράγματα δεν μπορούν να ανατραπούν, προχωρώ και δεν κοιτάω ποτέ πίσω!

Μεγαλώνοντας σού είναι ευκολότερο να το κάνεις;

Ποτέ δεν ήταν! Ποτέ δεν θα είναι εύκολο. Αλλά προϋποθέτει μια γενναιότητα όλο αυτό! Γιατί, το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στον εαυτό σου, όταν τα πράγματα βαλτώσουν ή στραβώσουν τόσο πολύ που δεν επιδιορθώνονται πια, είναι να τον καταδικάσεις σε μια μιζέρια – να ζει μέσα σε μια γκρίζα ζώνη στην οποία θα ανακυκλώνεται. Είναι ό,τι εγώ σιχαίνομαι: Τον μικροαστισμό. Και τις μικρές ασήμαντες ζωούλες.

InfoΤο βιβλίο του Σταύρου Χριστοδούλου «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει τη Δευτέρα 4 Ιουνίου στις 7 το απόγευμα, στη Δημοσιογραφική Εστία (Λεωφόρος ΡΙΚ 12, Αγλαντζιά).

 

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *