Στο ταξί

Στο ταξί

Ξεκινήσαμε από τον Άγιο Ανδρέα με κατεύθυνση στο «Hilton». Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει χαμηλά από την πρώτη στροφή. 

Είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει – κι αυτό δεν είναι η εξαίρεση, είναι -σχεδόν πάντα- ο κανόνας για τους οδηγούς ταξί, πόσο πια με το κινητό στο αφτί, πόσες κυκλικές αφιερώσεις και «στο φίλο που παίρνει τωρά μια κούρσα στην Αγία Νάπα, μάζεψε ρε Πάμπο το χέρι σου από τις τουρίστριες»; Ευτυχώς για την ώρα -πρωί, οκτώ παρά- δεν έβαλε Κοντολάζο και Κούρτη να μερακλώσει αν και το ‘χε πάει σερί από τη βραδινή βάρδια, κυρίως γύρω από τη Ρηγαίνης, την παλιά αγορά και την πλατεία Σολωμού, τζίφος τις καθημερινές τα δρομολόγια, «δύσκολη η δουλειά μας, φίλε». Όσο δεν απαντούσα, τόσο πιο πολύ μίλαγε: Σε μια βαθύτατη σύγχυση ταυτότητας, γιατί δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσα κι αν ήμουν ένα με τη μάζα που ωρύεται στα facebook -ποικιλοτρόπως- του έδωσα το σήμα για να ‘ναι άνετος, να δω πού θα το πήγαινε – «χαίρομαι που είστε από τη Γεωργία. Σας αρέσει η Κύπρος; Σας φερόμαστε καλά;». Τον άφησα να τα πει χωρίς κηρυγματολογικές ψευδαισθήσεις, χωρίς να επέμβω, απλά κουνώντας το κεφάλι – «φίλε, στη Γεωργία, δεν θα περνούσα τόσο καλά, όσο εδώ. Αλλά η πατρίδα είναι πατρίδα. Εγώ, όμως, θεωρώ τον εαυτό μου Κυπραίο. Ξέρω και ιστορία. Την ΕΟΚΑ την έμαθα πόξω».

Προσπαθούσα να τον καταλάβω. Είχε μισόκλειστο το βλέμμα (νύστα;), λίγο κεκέδιζε, λίγο μπέρδευε κάποιες λέξεις, αλλά ήταν -περίπου- σαν εκείνο το παλιό τραγούδι της Αλεξίου τα λόγια του, από έναν παλιό της δίσκο αισθανόμουν – ελάχιστος κι απόκληρος: «Ποια πατρίδα σε διώχνει και ποια σε χρειάζεται / ποια γη;». Ευελπιστούσα να το πίστευε. Στα 53 του μίλαγε ακόμη καθημερινά με τη μαμά του από ένα φτωχόσπιτο της Τυφλίδας στο viber, κάπως αισθανόταν τύψεις που δεν θα ‘ταν αυτός που θα της έκλεινε τα μάτια στο τετελεσμένο, κάπως η ανατολή των μικρών του παιδιών υπερνικούσαν τις δυνατότητες της δύσης και του τι προηγήθηκε κατά κράτος. Συγκινήθηκε.

Μου έδειξε μια φωτογραφία – ομολογώ ωραία: Είχε λιακάδα, μπροστά από κάποιο φράκτη τρία μικρά παιδιά με κοντά παντελονάκια («ο μεσαίος είμαι εγώ, ο χοντρούλης»), το αγόρι στην άκρη κρατούσε ένα καλαθάκι με φράουλες. Σαν η μηχανή να ήταν μια φευγαλέα ατένιση στο μέλλον, δεν χαμογελούσε κανένα. Σοβαρά όλα.

Κάπως σαν ενδοσκόπηση, μονολόγησε πως «δραπέτευσα από τα προβλήματα για ένα καλύτερο αύριο, για την οικογένειά μου», κι ύστερα πάλι «νομίζεις πως το φοβήθηκα; Δεν το φοβήθηκα, είμαι δουλευταράς άνθρωπος εγώ αλλά, όπως λένε, όπου φτωχός κι η μοίρα του» – κλισέ, αλλά του ‘χε κάτσει ταμάμ. Δυνάμωσε την ένταση στο Τρίτο για να ακούσει ειδήσεις «με τον Μάριο Βασιλείου». «Να δούμε τι γίνεται στον κόσμο. Μας ξεπουλάνε, φίλε!». Είπε.

Πέταξε κάτι εξτρεμιστικά για την ομιλία του Αναστασιάδη, «φταίμε», είπε, «μόνο εμείς φταίμε», αλλά θα μπαίναμε πια στην Αναστάσιου Λεβέντη των τριών λωρίδων – άλλοι από κει άλλοι από δω, «κοίτα χάλι! Ούτε σε δυο χρόνια». Μετά από κανά δεκάλεπτο σιωπής, παρασύρθηκα: «Πράγματι!». Ξανοίχτηκε: Για τον φτωχό κοσμάκη, για το κεφάλαιο -μπορεί και απότοκο κομμουνιστικού παρελθόντος-, για κάτι ακάλυπτες επιταγές (ουπς), για το καζίνο που και αυτό φτιάχτηκε «για να κερδίζουν οι πλούσιοι» (ουπς). «Παίζετε πολλά;». «Κάτι ψιλά». «Η γυναίκα σας;». «Είσαι τρελός; Καλύτερα να νομίζει για γκόμενες, παρά για τζόγο». «Αφού είστε φτωχός. Τα τρώτε εκεί;». Η λογική είχε πια τερματίσει στη στροφή της Μακαρίου.

Υπάρχει ένα αδιόρατο σιδηρούν παραπέτασμα που ξεχωρίζει τους αφελείς από τους κουτοπόνηρους – ο Alex ήταν στη δεύτερη κατηγορία, φανερό πια. Κλαψοπότηδες και loosers αιωνίως: Μια ζωή θέλουμε να ξεχωρίσουμε, να βγάλουμε λεφτά, να κάνουμε πάρτι με τα πιο διευρυμένα σε κοινωνικά στάτους άτομα, να εντυπωσιάσουμε, να αφήσουμε στίγμα ή κάτι υπόλοιπο που να δείχνει αναμονή για κάτι. Κι όταν αποβληθούμε από το παιχνίδι -λίγοι μπαίνουν από την πίσω πόρτα- τότε γινόμαστε μεμψίμοιροι, τιποτένιοι, όλοι «άχρηστοι», κι «αν εγώ». Φυσικά, φταίνε οι άλλοι. Πάντα.

«Πότε θα επιστρέψετε στη Γεωργία;». «Φίλε, μ’ αρέσει εδώ». Τον πλήρωσα -ακριβά ομολογώ, μαθημένος στα ταξί της Αθήνας- και του ‘πα: «Άλλο κατάλαβα τόση ώρα. Σαν να σας ενοχλούν όλα, ακόμη κι η οδηγός που πήρε λάθος πορεία, η οποία ήταν φυσικά “μία ηλίθια Κυπραία γυναίκα που πρέπει να τις περνάνε από διπλά τεστ”». Στράβωσε. Και ζήτησα ρέστα μέχρι το τελευταίο σεντ.

Αν τα περισσότερα από τα όνειρα των ανθρώπων δεν πραγματοποιούνται, γίνονται εκδικητικά, γίνονται σκόρος μέσα σου, μια μαύρη κουκκίδα που εξαπλώνεται σαν μελάνη, όπως αυτοί που προφανώς ψήφισε ο «ρε φίλε» – με διπλή ταυτότητα πια.

Αλλά, βέβαια, η Παναγίτσα, Παναγίτσα στο κατράν.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *