Στον κύριο Μάνο που δεν γνώρισα ποτέ…

Στον κύριο Μάνο που δεν γνώρισα ποτέ…

Δεν είχα τη χαρά να σε γνωρίσω ποτέ από κοντά. Κι όμως είχα πάντα την εντύπωση ότι σε ήξερα απ’ έξω κι ανακατωτά. Έτσι γίνεται καμιά φορά με τους δημιουργούς που αγαπάμε. Μέσα από τα γραπτά τους γίνονται οι φίλοι μας, οι γονείς μας, οι παππούδες μας. Μπορώ να σε φωνάζω παππού; Να σου πω «αντίο παππού», τώρα που σε αποχαιρετώ; Έτσι σε είχα πάντα στο μυαλό μου, ως τον παππού μου, τον παππού όλων μας…

Ξέρεις κάτι; Αυτές τις μέρες που οι τηλεοράσεις μας και οι καρδιές μας γέμισαν με πόνο, πηγαινοέρχεται στη σκέψη μου ένας δικός σου στίχος: «Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας/γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας»…
Πριν από περίπου δύο χρόνια σε είχα πάρει τηλέφωνο για να σου ζητήσω να μου πεις την ιστορία κάποιου τραγουδιού σου, για τη στήλη αυτή. Δεν θυμάμαι ποιος μου έδωσε τον αριθμό σου. Ούτε με ρώτησες. Μου έκανε εντύπωση η ευγένειά σου. Η ευγένεια εκείνη που διέκρινα και σε κάθε συνέντευξή σου, σε κάθε τηλεοπτική σου εμφάνιση. «Σας ευχαριστώ πολύ για την τιμητική πρόταση», μου είπες. «Δυστυχώς, τα τραγούδια μου δεν έχουν ιστορίες». Έτσι μου μίλησες. Στον πληθυντικό. Με συγχωρείς, λοιπόν, που σήμερα σου γράφω στον ενικό. Απλώς σε αισθάνομαι τόσο κοντά μου, τόσο δικό μου. Ίσως να έπρεπε να είχα επιμείνει περισσότερο εκείνη τη μέρα. Ίσως και όχι. Λίγο καιρό αργότερα, σε είδα στην παρουσίαση του δίσκου του Γιάννη Κότσιρα. Δεν κατάφερα να σου μιλήσω. Είχε πολύ κόσμο. Μπορεί και να ντράπηκα, δεν ξέρω.

Σήμερα, η στήλη αυτή είναι για σένα. Θα πάρω την εφημερίδα και θα την κόψω με ψαλίδι. Θα τη βάλω σε ένα φάκελο, αλλά δεν θα τη στείλω πουθενά. Δεν έχω την διεύθυνσή σου. Καλύτερα έτσι! Τα τραγούδια σου δεν είχαν ιστορίες, με την έννοια ότι δεν ήταν αυτοβιογραφικά. Όλα τα τραγούδια, όμως, έχουν την ιστορία τους: πώς γράφτηκαν, πώς ηχογραφήθηκαν, πώς κυκλοφόρησαν. Ίσως να έπρεπε να σου είχα εξηγήσει καλύτερα τι εννοεί η στήλη αυτή με τη λέξη «ιστορία». Μια τέτοια ιστορία, εξάλλου, είχες διηγηθεί σε μια συνέντευξή σου στην εφημερίδα «Τα Νέα». Ήταν η ιστορία του τραγουδιού «Κάτω απ’ τη μαρκίζα»: «Ένα απόγευμα, που είχα πιει λίγο παραπάνω -για να μην πω ότι ήμουν εντελώς μεθυσμένος- κάθισα κι έγραψα. Εκείνη την εποχή διάβαζα ένα μυθιστόρημα του Γιάγκου Πιερίδη. Αφορούσε ένα ζευγάρι που είχε χωρίσει και συναντήθηκε, μετά από χρόνια, κάτω από μια μαρκίζα μία βροχερή μέρα και σχεδόν δεν θυμόταν ο ένας τον άλλο. Είχα κι εγώ μια εμπειρία: Βροχή κι εγώ στην Πανεπιστημίου, βρεγμένος μέχρι το κόκαλο, τρέχω κάτω απ’ τη μαρκίζα του ξενοδοχείου «Μετρόπολις», στη γωνιά Πανεπιστημίου και Μπενάκη και κοιτάζω τη βροχή. Η ανάμνηση αυτής της σκηνής συνδέθηκε με τη σκηνή του τραγουδιού».

Σε ευχαριστώ, κύριε Μάνο. Σε ευχαριστώ για όλα…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *