Συνηθίζεται ο πόλεμος;

Συνηθίζεται ο πόλεμος;

Ο φόβος υπήρχε. Και επανέρχεται μετά τα τελευταία γεγονότα στην Ουκρανία. Τίποτα δεν ησυχάζει.  «Ηρεμία»: Να μια άγνωστη σήμερα λέξη. Μερικές στιγμές ειρήνης στα επικίνδυνα άκρα μιας χώρας με ευάλωτα σύνορα και ο πόλεμος μάλλο άμεσα ξαναρχίζει. 

Η απόσταση από το μικρό αεροδρόμιο Zaporozhye, στα ανατολικά της Ουκρανίας -πολύ κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία- μέχρι την πόλη της Μαριούπολης, είναι περίπου πέντε ώρες. Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνεις την ταχύτητα με την οποία διαμορφώθηκαν οι εναλλαγές στην επικίνδυνη αυτή «ζώνη» της Ευρώπης, στα άκρα μιας χώρας, αλλά και την πεποίθηση στα πρόσωπα όσων κοιτάνε -ανέκφραστα σχεδόν, σαν να τα περιμένουν όλα πια, στηριγμένοι σε κάτι αόριστο μην περιμένοντας ουσιαστική βοήθεια από «δυνάμεις» και ομόθρησκους «φίλους»- πως ό,τι προϋπήρχε, καλό ή κακό, ήρεμο ή αλλοπρόσαλλο στην ιστορία που ξεγράφεται με μερικά μπαμ, έχει πια χαθεί οριστικά – ανάμεσα σε πτώματα, ματωμένους δρόμους, τον φόβο και την πραγματικότητα που γίνεται ανάγκη, έναν «πόλεμο» που μετονομάστηκε σε «σύγκρουση» και «επίλυση διασυνοριακών διαφορών», κανένα φρέσκο δάκρυ δεν απέμεινε πια για να χυθεί. Ο δρόμος, ανάμεσα σε χωράφια σπαρμένα αλλά και γυμνά από χώμα, σε δέντρα και μικρούς παραπόταμους, γεμάτος λακκούβες και ανεβοκατεβάσματα απότομα πάνω κάτω, πάνω κάτω, φτιάχτηκε από τανκ: «Από εδώ πέρασαν τα ουκρανικά άρματα για να πάνε στα σύνορα, τότε με τις επιθέσεις. Από εδώ περνάνε συνέχεια και πατάνε βαριά στην άσφαλτο. Έτσι έλιωσε», μου εξηγεί ο οδηγός Γιάννης Μπαϊταλτζής, με καταγωγή από την Κριμαία – ελληνόφωνος και «Έλληνας Δεύτερης Γενιάς». Στο αυτοκίνητο ακούμε Μπιθικώτση – αυτή είναι η αναφορά του: «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα…».

Τα μπλόκα, στην είσοδο της Μαριούπολης, με επαναφέρουν σ’ αυτό το «περίκλειστο» όσο και επικίνδυνο» πεδίο – είναι η πρώτη ένδειξη για το μεγάλο «φιτίλι» που απέμεινε μέσα στην πόλη αλλά και τον ενδόμυχο τρόμο που κάθε στιγμή μπορεί να απειλήσει την κατά τα άλλα «συνηθισμένη» μεσοαστική ζωή μιας περιοχής μισού σχεδόν εκατομμυρίου κατοίκων. «Από πού έρχεστε; Πού πάτε;». Το όπλο είναι παρατεταμένο στα παράθυρα των αυτοκινήτων, κάποιο ακουμπά στο μέτωπό μου σχεδόν, οι στρατιώτες κοιτάνε διαβατήρια, ο οδηγός ρωτά αν κάποιο από αυτά είναι σφραγισμένο από τη Ρωσική Δημοκρατία, όλα ok: «Yty vpered!».

Η Νίνα Τοπάλοβα, δασκάλα στο χωριό Τσερμαλίκ, 50 περίπου χιλιόμετρα μακριά από τη Μαριούπολη, πολύ κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία, κάθεται δίπλα μου και περνώντας, από την οδό Στρέιτιλι (που στα ουκρανικά ονομάζεται «Μποτιβέλνικεφ»), τα παλιά μεταλλεία και το καταστραμμένο από τις επιθέσεις του 2014 αστυνομικό κτήριο, μου εξηγεί: «Ένας ποταμός χωρίζει το χωριό μου από τη Ρωσία. Απέναντι βλέπουμε τα καλάσνικοφ. Βρισκόμαστε στην εμπόλεμη ζώνη. Είμαι επίσης μητέρα δύο παιδιών, αλλά στο χωριό που διδάσκω πηγαίνω χωρίς τα παιδιά μου πια, γιατί θέλω να ζουν σε ειρήνη, να μη βλέπουν πόλεμο, για να μη φοβούνται. Έχω 20 μαθητές. Και -το βλέπεις!- στα μάτια αυτών των παιδιών, πως έχουν δει πράγματα… Μεγαλώνουν νωρίς! Υπήρχαν μέρες που έκανα μάθημα ενώ ακούγονταν πυροβολισμοί. Δεν είναι φυσιολογικά αυτά τα πράγματα που βιώνουμε εδώ… Όταν είπα στον άντρά μου πως θα πάω να διδάξω στο Τσερμαλίκ, με μάλωσε. Μου είπε: “Νίνα, δεν θέλω τα παιδιά μου να μείνουν ορφανά από μητέρα!”. Αλλά πήγα. Γιατί έπρεπε να δουλέψω».

Κηρύσσοντας τη Δευτέρα ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, Πέτρο Ποροσένκο, τον στρατιωτικό νόμο στη χώρα, θυμήθηκα, από αυτό το ταξίδι μου, πέρσι, σε περιοχές που προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να συμβαδίσουν με την ειρήνη παραπατώντας, εκείνα τα παιδιά στο μικτό 12τάξιο σχολείο του χωριού Σαρτανά που σε κοιτάνε βαθιά «εξηγώντας» τα όλα με ρήματα μισά, χωρίς να μιλάνε, μα που τα λένε όλα βουβά, καθισμένα στα θρανία τους ήσυχα – τους στρατιώτες στους δρόμους, τα πυρομαχικά μέσα σε κλούβες, τους κατ’ οίκον περιορισμούς, τα υπόγεια των σπιτιών, τις σφικτές αγκαλιές των μανάδων τους σαν να ‘ναι για εκείνες «η τελευταία φορά».

Πώς να ξεχάσω εκείνες τις σπασμένες σε ελληνικά λέξεις αυτού του 11χρονου παιδιού που ποζάρει στη φωτογραφία, στο διάλειμμα, στους διαδρόμους του παλιού οικοδομήματος απ’ την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος που παραμένει όρθιο, ανάμεσα σε παλιά lada και μεγάλα κίτρινα λεωφορεία, όταν μου μιλά σαν ενήλικας, σαν να τα ‘χει δει όλα – όλα όσα δεν όφειλε: «Στον πόλεμο όλοι ήμασταν σαν οικογένεια. Κάθε χτύπημα που άκουγα από πυροβολισμό, ήταν σαν να χτυπούσε στην καρδιά μου! Ήταν δύσκολο. Τρέχαμε μέσα στη νύχτα με τη μαμά μου, κρυβόμασταν, είχαμε αγωνία. Ζούμε με τον φόβο. Θέλω να πάνε όλα καλά…». «Δεν συνήθισες πια; Τόσα χρόνια…». «Γιατί να συνηθίσω; Συνηθίζεται; Ο πόλεμος γιατί να συνηθίζεται;».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *