Τα αζευγάρωτα

Τα αζευγάρωτα

«…Πέρασα πολλά για να’ ρθω ως εσένα / φίλα με διπλά, σου τα ‘χω φυλαγμένα……», (Στ. Κραουνάκης).

Μιλώντας με τον Σ. στο «D.O.T» της πύλης Αμμοχώστου το μεσημέρι της Τετάρτης, επάνω από ένα πιάτο φακές με καροτάκια και άνηθο, από επουράνιους κεφτέδες με σπανάκι και πράσινη σάλτσα ανάμεσα, μου εξηγούσε πόσο ωραίο είναι που γιόρτασε τις προάλλες, στην Κοπεγχάγη, πλάι στο θρυλικό «Tivoli» και γύρω από την «Christiania» με την εναλλακτικότητα προμετωπίδα ως θλιβερό καταρχήν αξιοθέατο, τα έξι χρόνια σχέσης του – χρόνια ολόκληρα και θησαυρισμένα από διαμάντια τα οποία του ανέτρεψαν διδαχές και θεωρίες περί εργενικότητας που, όπως όλα τα άτακτα παιδιόθεν αγόρια, είχε κι εκείνος. Κυρίως κατά τη διάρκεια μιας ατίθασης και παρατεταμένης εφηβείας – που τελείωσε, όπως τελειώνει αναγκαστικά ένα ωραίο παιχνίδι στο λούνα παρκ το σούρουπο καθώς σβήνουν τα φώτα. Ήταν ο τελευταίος που θα περίμενα να υπερθεματίζει για την αναγκαιότητα της συντροφικότητας, και μάλιστα με στόμφο, σαν «άλλος», σαν μεταλλαγμένος – τα λερωμένα σεντόνια στα μικρά ξενοδοχεία της Λαϊκής Γειτονιάς, κάποιου είδους τζελ και κουτάκια από προφυλακτικά στις τσέπες, δεν ήταν απλώς η καθημερινότητά του, ήταν η ενσυνείδητη λερωμένη ποιητικότητά του σε μια ζωή που δεν γνώριζε καν το υπερμεγέθες του Καβάφη που τα είδε και τα φαντάστηκε όλα στην τότε μποέμικη και αλανιάρα από αυτόχθονες ξένους Αλεξάνδρεια. «Είναι ωραίο να μοιράζεσαι!», μου είπε με βεβαιότητα. Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας, όπως οι άπιστοι στον Αλλάχ.

Αναρωτήθηκα, πολλές φορές, ποιο είναι το νόημα της σχέσης ενός γεννημένου -καταρχήν- ελεύθερου σκοπευτή – στη ζωή, στον έρωτα, στο μοίρασμα, στην καθημερινότητα που είναι πασπαλισμένη από μικρούς περιπάτους με ειπωμένες ήδη σιωπές και τηλεφωνήματα εναγώνια, με δεύτερή τους πρόταση το «πού είσαι;» ή «τι έφαγες;». Αναρωτήθηκα πόσο losers είναι (είμαστε) όλοι αυτοί που γυροφέρνουν εικόνες ασπρόμαυρες και κινηματογραφικές, με ένα ποτήρι στο χέρι, σκεπτόμενοι αφηρημένα, πολύ και άσκοπα, στα μπαρ, με τσιγάρο στο στόμα και καύτρα στο πάτωμα πεταμένη, με μονά σκαμπό και καπνούς στο μυαλό, ένα Σάββατο βράδυ που η δουλειά τούς επιτρέπει να αναρωτηθούν για τα παρακείμενα – αν έχουν γοητεία όλα αυτά ή είναι απλώς ραγδαία υποτίμηση της χαράς, του πραγματικού προορισμού του ανθρώπου. Μην παρεξηγηθώ – το δυαδικό δεν είναι πάντα το κατευθυνόμενο για μωρά και γιαγιάδες που τα νταντεύουν, πηγαινέλα διαδρομές με καροτσάκια, παιχνίδια με την μπάλα στα πάρκα, μικρά ουρλιαχτά κακομαθησιάς, μπιμπερό και αργά, πολύ αργά πια, λίγη αγκαλιά το βράδυ για επιβεβαίωση συνύπαρξης του ζευγαριού. Είναι, κυρίως, η ορμή εκείνη που θέλει να αντέξει το προορισμένο από τη φύση -αιώνων πια- σχέδιο – το αρχέγονο.

Ο Σ., όπως και οι πλείστοι Σ. με περισσότερους από δώδεκα μήνες σχέσης, δεν είναι πια ερωτευμένος – είναι η πορεία των πραγμάτων που όλοι γνωρίζουμε τέτοια, είναι η φθίνουσα συναισθηματική φόρτιση που ξεκινά καλά και καταλήγει στο μηδέν με κρότο, είναι τα ξένα βλέμματα που γυροφέρνουν διψασμένα και μπορεί να καταλήξουν σε σώματα ξένα σαν άλλοτε, σαν τότε. Είναι, ωστόσο, κάτι σημαντικότερο από την ταχυπαλμία που κάνουν οι καρδιές σε ήχους και εικόνες: Ήσυχος πια. Επαναληπτικά -κι ωραία- ήρεμος. Μετά από χρόνια καουμπόικης, εργένικης -μέχρι εξουθενώσεως- άφιλτρης ζωής, επιτέλους, ω ναι, λίγη ρομαντικότητα, λίγη νοσταλγία, λίγη πίστη πια. Λίγη αγάπη.

Διαβάζονται όλα αυτά και ως μικρές μελό ιστορίες, φευ – κυρίως για κάτι τριαντάρηδες και εικοσάρηδες που το αίμα τους ακόμη κοχλάζει από νέες επιδόσεις. Τους καταλαβαίνω. Και, περίπου, είμαι μαζί τους στον ξέφρενο ρυθμό των βραδιάτικων μπιτ και των αξημέρωτων clubs, των εκπληκτικά παραζαλισμένων που ανεβάζουν τα standards των κορμιών γιατί δεν αντιλαμβάνονται πως δεν είναι και πολύ για χόρταση – πάντα το καινούργιο που σε περιμένει στη γωνία θα είναι και το συναρπαστικότερο μέχρι την απομάγευσή του. Το λέω εκ πείρας – τελειώνοντας σιγά σιγά μία δεκαετία ηλικίας φρενήρη ρυθμού, και ολότελα αζευγάρωτος πια. Το λέω και με την ελάχιστη γνώση πεπραγμένων -χρόνια τα ‘λεγαν στα βιβλία οι «σοφοί», αλλά ποιος τους ακούει;- πως τα πάθη -τα ωριαία ή ημερήσια- δεν αντικαθίστανται ποτέ με τις τηγανισμένες πατατούλες της Κυριακής από κάποιον που πραγματικά σε νοιάζεται και σε συμπονεί, ακόμη και στα μεγάλα σου σφάλματα χαρακτήρα. Που είναι εντέλει δίπλα σου.

Αύγουστος πλησιάζει όμως, φτάνει, μην πικραινόμαστε άλλο. Καθείς στη μοίρα του (και στις επιλογές του). Μια τελευταία παρηγοριά για όλα εκείνα τα ανισόρροπα ακόμη, αλήτικα -δικά μου- παιδιά που στην τρίτη «καλησπέρα, να περάσω απ’ το σπίτι να σε πάω για καφέ;» λοξοδρομούν: Μικρές ακόμη οι θάλασσες για τόσα ανεξάντλητα περιφερόμενα με τα μαγιουδάκια τους αλατιασμένα κορμιά. Μικρές και λίγες. Παιδιά της ελεύθερης βοσκής, καλές διακοπές – βουτιές μέχρι τον πάτο! Buona fortuna!

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 234.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *