«Τα χαμόγελα του Αυγούστου / κρύβουν μέσα τους μουσώνες…»

«Τα χαμόγελα του Αυγούστου / κρύβουν μέσα τους μουσώνες…»

«Τα χαμόγελα του Αυγούστου / κρύβουν μέσα τους μουσώνες…»
Φωτογραφία: Γιάννης Χατζηγεωργίου

Αλλόκοτα όλα στους καύσωνες, κάτω από τα air condition.

Μεγαλώνεις και τα πράγματα μεταβάλλονται, παίρνουν άλλη στροφή – μεταπτώσεις ισχυρές κλονίζουν όσα θεωρούσες δεδομένα και μπετά, νέοι κύκλοι ανοίγουν κι οι παλιοί κλείνουν με κρότο με μερικά αίματα σκορπισμένα σαν πιτσιλιές στο πάτωμα. Γιατί να φοβάσαι τις αλλαγές; Να κάτι που έμαθα φεύγοντας από το μικρό διαμέρισμα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (τη συνέντευξή της θα τη διαβάσετε παρακάτω), στο κέντρο της Αθήνας, παίζοντας συνεχώς με το μολυβάκι που κρατούσε στα χέρια της, συγκινημένη όποτε μιλούσε για έρωτες και άντρες που άφησαν στην ενέργειά της μεγαλύτερο σθένος για ζωή και κοίταγμα στο φως: Ποτέ δεν ξέρεις σε ποια στροφή βρίσκεται η έκπληξη. Ή σε ποια ηλικία. Ή σε ποια χώρα. Ή σε ποια αουτσάιντερ η καλύτερη και πιο μετρημένη σύμβαση. Τα γράφω αυτά γιατί σε μία ξένη γη που δεν μιλούσαν αγγλικά, για τρεις μέρες η νοηματική και το βάθος του βλέμματος έκανε μέγιστα θαύματα που δεν θα συνέβαιναν ούτε με εκατό γλωσσοπλάστες να εξηγούν και να «εξηγούν» τα απίθανα που γίνονται -και που πάντα θα συμβαίνουν- αλλά, τελικά, δεν χρειάζονται ρηματική εξήγηση και περιττά ουσιαστικά. Ίσως και να επιβεβαιώνουν μια υποψία που είχα ανέκαθεν (εγώ, που η δουλειά μου εξαρτάται απ’ τη γλώσσα): Τα πολλά λόγια δημιουργούν παρεξηγήσεις – μερικές φορές, ακόμη και το ηχόχρωμα κάνει τη διαφορά, αρκεί να κλείνεις τα μάτια και μόνο να ακούς τον κυματισμό όσων εκφέρονται σαν σε εκπομπή ραδιοφώνου στα βραχέα. Το ζήτημα είναι, βέβαια, πώς να διαχωρίσεις την πράξη από την καθόλου πράξη, το συναίσθημα που «θα ‘θελες, αλλά…» (στη φαντασίωσή του ο καθένας κατακυριεύει τον κόσμο) από τη λογική των μαθηματικών πράξεων. Δύσκολη κατάσταση όταν η καρδιά εμπλέκεται με το μυαλό – σοφή η φύση «δείχνει» ποιο είναι πιο πάνω από το άλλο, ποιο πρέπει να προηγείται όταν εμπλέκονται μελό γεγονότα. Αλλά ανέκαθεν η ζωή λειτουργούσε σαν φάρσα – σαν έτοιμοι για νέα λάθη, σαν θαρραλέοι…

Διαβάζω στα ζωδιακά του Πανόπουλου πως μεγάλα μπλεξίματα ακολουθούν κάτι ανάδρομους και βαριές εκλείψεις – ένα ενδιαφέρον καλοκαίρι προμηνύεται ντάλα στη ζέστη και στις ανθρώπινες κωμωδίες. Υπομονή. Ο Αύγουστος θα καλπάζει στο άσπρο του άλογο και νέες μέρες χωρίς δουλειά (αχ, η εργασία, από πόσα μεγάλα κακά μάς έχει γλιτώσει, από πόσους φόνους εν βρασμώ) θα μας βάζουν σε μεγάλες σκέψεις – τις συνηθισμένες: «Αυτό ήθελα από τη ζωή; Μια κουβέρτα και λίγο χώμα;». Ίσως επειδή έζησα φτωχικά ως παιδί, δίνω περισσότερη σημασία στο χρήμα απ’ όσο χρειάζεται – αλλά τα λεφτά κινητοποιούν τα βαλτωμένα και τα καθαρίζουν -παράξενο πώς- και γίνονται πάντα η απάντηση στα ανείπωτα ερωτήματα. Δίνουν, αν θέλετε, μικρά ψήγματα χαράς (άλλο αν τα υποτιμούμε στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις και τα ενοχοποιούμε, όταν όλοι ονειρευόμαστε ένα καλό τζόκερ να μας βγάλει από την «παλιοζωή» και τον «παλιόκοσμο»), δίνουν ευκαιρίες, δίνουν άλλους κύκλους και αναφορές, μεταβάλλουν το πεπρωμένο αυτοστιγμεί. Άλλο, όμως, η χαρά κι άλλο η ευτυχία. Στην «Αροδαφνούσα», ας πούμε, το καταλαβαίνεις ταχύτατα: Όλα τα σεντόνια είναι λευκά, οι θάλαμοι έχουν τα ίδια κομοδίνα, οι οροί είναι γυάλινοι, οι νιπτήρες λευκοί με μικρά μπουκαλάκια στο πλάι και οι κουρτίνες μπεζ. Κι απ’ τα παράθυρα όλα μπαίνει το ίδιο άρωμα φρέσκιας λεβάντας – ίσως από τον ανθισμένο κήπο με τις τριανταφυλλιές και το γρασίδι το περιποιημένο γύρω από τις μαργαρίτες. Δεν υπάρχει ανάπαυλα στο θάνατο. Ούτε διαχωρίζει. Και κακά τα ψέματα, λίγη παραπάνω ζωή, πόσο πια να εξαγοραστεί όταν το σώμα έχει προαποφασίσει την έξοδο – να κάτι που δεν ελέγχει το κεφάλι μα εκείνο το ανεξερεύνητο, η ψυχή, που κουμαντάρει τα στραβά σαν κακοδαιμονίες και βαράει καμπανάκια: «Έτσι είσαι; Πάρε τώρα έναν καρκίνο να ‘χεις!».

Αλλά ας μη χαλάμε τις καρδιές μας με τόσο καύσωνα – οι διακοπές πλησιάζουν, τα ξενοδοχεία θα βυθιστούν, οι θάλασσες θα γεμίσουν πολύχρωμα μαγιό και ποικίλα σώματα κι οι μεγάλες πόλεις θα αδειάσουν από τα πλανεμένα παιδιά που όσο τις ζουν άλλο τόσο τις αποστρέφονται. Στη φωτογραφία είναι μερικά ηλιοτρόπια – από το ταξίδι μου την προηγούμενη βδομάδα στην Αδριανούπολη, στα σύνορα με Ελλάδα και Βουλγαρία (αλλά αυτό θα ‘ναι μια άλλη ιστορία). Σημαδιακά, λοιπόν. Σαν στίχος από τραγούδι της Βίσση. Για να θυμάμαι. Ειδικά τώρα, στην απραξία του Αυγούστου που πλησιάζει. Για να υπάρχει αυτοματισμός στη φωτεινότητα – όχι στην πολλή σκέψη που τυραννάει. Όπου γυρνά ο ήλιος. Εκεί. Εκεί να γυρνά και το κεφάλι.

[email protected]

Πηγή : Φιλgood, τεύχος 232.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *