Τα Κατά Παύρη Πάθη

Τα Κατά Παύρη Πάθη

Ευφυής, σατιρικός, αυτοκαταστροφικός, σταρ και αντιστάρ, ο Γιώργος Παυριανός κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ζωντανός στο Zonars» από την «Οδός Πανός»και  θυμάται πώς είναι να γράφεις (ταυτόχρονα) τραγούδια για την Έφη Σαρρή, τον Νταλάρα, τον Ρουβά και την Πρωτοψάλτη.

Έχει ωραία θέα από το σπίτι του. Βλέπω τα ημερολόγιά του, τα γραμμένα με στίχους κι αγάπη, μερικά λουλούδια σε γλάστρες, ακούω ήχους από νιαουρίσματα στο κάτω διαμέρισμα της παλιάς πολυκατοικίας του Παγκρατίου, καταλαβαίνω τα πήγαινέλα του στο μπαλκόνι και κάποιες συνεννοήσεις που πρέπει να κάνει («όλο και κάτι φτιάχνουμε!»), του λέω πόσο σημαντικό πράγμα είναι οι φιλίες που τον έθρεψαν και τον μαλάκωσαν χαϊδεύοντάς του λίγο το αίμα και απομακρύνοντάς τον ίσως από τα lexotanil – και συμφωνεί. Κρατάω το βιβλίο του με το κόκκινο εξώφυλλο στα χέρια και χαμογελά διάπλατα – είναι ευτυχής στην αποτύπωση όλων αυτών των 24 σπάνιων ιστοριών. Μου λέει άλλες – αφηγείται περιστατικά πέρα από τα ήδη γραμμένα.

«Η ζωή δεν είναι συνέχεια χαχανητό, ούτε μόνο λύπη. Στα τραγούδια δεν πρέπει να περιχαρακωνόμαστε στον ψευτοκαημό, μία μανιέρα δηλαδή με την οποία να κάνεις τον πελάτη να ανοίξει μία φιάλη ουίσκι και να γίνει η επιτυχία με το κλασικό μοτίβο ζεϊμπέκικο-χασάπικο-τσιφτετέλι. Στο “Εγώ δεν πάω Μέγαρο” είχα κάνει αυτή την προσπάθεια. Εκείνη την περίοδο έβλεπα διάφορες κυρίες με γκρίζα ταγέρ που αντί να πηγαίνουν στον επιτάφιο, ήθελαν να ακούσουν Μπαχ και τα Κατά Ματθαίον Πάθη. Η πρώτη εκδοχή του τραγουδιού έλεγε “Δεν πάω κενοτάφιο, θα πάω στον επιτάφιο” – ήθελα να το σατιρίσω. Αυτό, όμως, δεν μπορούσε να το πει η Ρίτα Σακελλαρίου. Όταν μετά είχε γίνει πολύ μεγάλη επιτυχία το “Μέγαρο”, της είχα πει -στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη όπου πήγαινα και μου έλεγε ιστορίες, τότε που, παιδί ακόμη, έψαχνε να φάει στα σκουπίδια- “τώρα θα γράψω το: Να ζήσουν οι τσολιάδες μέχρι και το τρεις χιλιάδες!”. Η απάντηση της Ρίτας ήταν αποστομωτική: “Όλες τις μαλακίες, εγώ θα τις λέω;”».

Ιστορίες από τον Χατζιδάκι, το Τρίτο Πρόγραμμα, τον Τσαρούχη, τον Χρονά, την Κάραλη, τον Ταχτσή, το διασκευασμένο «Τρίτο Στεφάνι». Και μια νοστιμιά για την Αλίκη: «Mε τη Βουγιουκλάκη είχαμε συμφωνήσει να πληρωθώ 40 χιλιάδες δραχμές για το κάθε τραγούδι που θα έγραφα. Όταν πήγα να εισπράξω, μου έδωσε τελικά 30 χιλιάδες για το κάθε τραγούδι. Ρωτάω: “τι έγινε;”. Όταν πηγαίναμε στο σπίτι της Αλίκης με τον Βλάση, εμείς ορμούσαμε στο ψυγείο και τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε, η Αλίκη όμως υπολόγισε τα χαβιάρια και τα ουίσκι και τα έκοψε από το μισθό μου!». Γελά και διαφαίνεται το χώρισμα των δοντιών του στη μέση – δείγμα τυχερού από τη γέννησή του ανθρώπου. «Θυμάμαι, όταν έπρεπε να της παραδώσω τη δουλειά, με είχε κλείσει μέσα στο καμαρίνι, με κλείδωσε για να είμαι ακριβής, μου έδωσε ένα μπουκάλι ουίσκι και μου είπε: “Δεν θα βγεις από εδώ αν δεν μου γράψεις το τραγούδι!”. Κλεισμένος εκεί -περίπου έξι ώρες- βλέποντας τις φωτογραφίες και τις αφίσες από τις παραστάσεις, της έγραψα το “ο άντρας της ζωής μου είμαι εγώ”. Πράγματι, ακόμη και για τουαλέτα πήγαινα με συνοδεία της έμπιστής της, Νότας, μέχρι να της γράψω το τραγούδι».

Η ιστορία με τον Ρουβά γνωστή (ο Παυριανός τον ανακάλυψε, φιλία, χάσιμο, συνάντηση ξανά με το σουξέ «σ’ έχω ερωτευτεί»), αλλά λιγότερα, του λέω, έχει πει κατά καιρούς -αδίκως- για τη γενναιοδωρία του Μαζωνάκη: «Αν ο Σάκης είναι η pop εκδοχή μου σαν στιχουργός και σαν ψυχισμός, ο Μαζωνάκης είναι η λαϊκή. Αισθάνθηκα υπέροχα όταν τραγούδησε το “Αλλάξανε τα πλάνα μου, κοιμήθηκα στη μάνα μου” και το “Παιδί της νύχτας” – τα ξεκλείδωσε με τον τρόπο που ήθελα, τα είπε με ένα σπαραγμό. Είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια, μαζί με το “ Όταν το τηλέφωνο χτυπήσει” που έγραψα για την Ελίνα Κωνσταντοπούλου. Τότε που έκανε αυτές τις επιτυχίες, πήγαινα στα καμαρίνια, καθόμουνα, άκουγα τις πρόβες, τα ζεστάματα των φωνών – μου άρεσε όλο αυτό, μέχρι να βγει στην πίστα. Ένα βράδυ, γυρνάει και μου λέει ο Γιώργος: “Παύρη, πιάσε αυτό!” και μου πετάει ένα φάκελο. Μέσα στο φάκελο είχε ένα εκατομμύριο δραχμές. Γύρισα και του είπα: “Γιώργο μου, ό,τι θέλεις από μένα γιατί αυτό δεν το κάνουν εύκολα οι τραγουδιστές!”».

Βάζει λίγο ακόμη ουίσκι στα ποτήρια και ξηρούς καρπούς με κομματάκια από μήλο και πορτοκάλι σ’ ένα πιατάκι. Είναι ωραίο να σου αφηγείται ιστορίες ο Παύρης (που τον παραδέχτηκε ακόμη και «δύσκολος» Λευτέρης Παπαδόπουλος κάποτε, στην αυτόματη έμπνευση και στην επιτυχία του στις ρίμες). Αλλά αυτός επιμένει πως ζει -όχι χάρις στα τραγούδια, στο γράψιμο και στο θείο του ταλέντο- αλλά απ’ την δυσθεώρατη σ’ εκείνον καλοσύνη των φίλων του.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *