Φωτορεπορτάζ: Τα παιδιά της Ειδομένης

Φωτορεπορτάζ: Τα παιδιά της Ειδομένης

Φωτορεπορτάζ: Τα παιδιά της Ειδομένης
Φωτογραφία: Πάνος Γιαννακόπουλος

Από την προηγούμενη Δευτέρα βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ελλάδα η μεγάλη επιχείρηση μεταφοράς των προσφύγων και μεταναστών από τα ελληνικά νησιά στην Τουρκία, όπως προβλέπει η πρόσφατη Συμφωνία των Βρυξελλών. Όλα πλέον αλλάζουν. Ή μήπως όχι; Τα παιδιά της Ειδομένης, εξάλλου, συνεχίζουν να σε κοιτάζουν στα μάτια μ’ ένα βλέμμα που δύσκολα ξεχνάς…

Κείμενο – Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος

Έβρεχε. Έβρεχε πολύ εκείνο το πρωινό. Έβρεχε τόσο πολύ που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι θα βρέξει τόσο την Κυριακή 13 Μαρτίου που βρέθηκα για τις ανάγκες του ρεπορτάζ του «Down Town» στην Ειδομένη. Άκουσα μια κυρία να λέει σε μία άλλη: «γιατί το κάνει αυτό ο Θεός;». «Ο διάβολος το κάνει!», απάντησε εκείνη. Λίγο πιο κάτω ένας Σύριος βγήκε από τη σκηνή του, έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε για ώρα αψηφώντας τόσο τη βροχή όσο και το φορτηγό που ήρθε με προμήθειες τροφίμων.

Καθοδόν, ακόμα, για την Ειδομένη καταλαβαίνεις ότι αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα είναι εύκολο. Παπούτσια και παιχνίδια πεταμένα στη μέση του δρόμου, αστυνόμευση και πολλοί περιπατητές συμπλήρωναν το νερό της βροχής και της ομίχλης που έκανε τη μέρα να φαίνεται σαν νύχτα.

Λίγο μετά, στη διαδρομή μου για τη Θεσσαλονίκη, είδα δύο παιδιά γύρω στα δεκατέσσερα με δυο σάκους στους ώμους, να περπατούν στην βροχή. Ήταν χλωμά και έβηχαν με μανία. Σταμάτησα με αλάρμ δίπλα τους «πόση ώρα περπατάτε;», ρώτησα. «Δώδεκα μέρες», απάντησαν. Οι γονείς τους, όπως μου είπαν, πέθαναν στους βομβαρδισμούς της Συρίας, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός του ενός πνίγηκε στη θάλασσα κατά το πέρασμά τους από τη Σμύρνη στην Ελλάδα. Αυτή ίσως να ήταν η λιγότερο λυπηρή ιστορία που άκουσα τις ώρες που έμεινα στον καταυλισμό, πολύ πριν τη Συμφωνία των Βρυξελλών και την απόφαση της 18ης Μαρτίου για συμφωνία με την Τουρκία για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, σύμφωνα με την οποία η Άγκυρα θα δέχεται πίσω όσους πρόσφυγες φτάνουν στην Ελλάδα από τις 20 Μαρτίου κι έπειτα.

prosfyges

Φτάνοντας στον καταυλισμό, πήγαμε με τα παιδιά γρήγορα στους γιατρούς. Οι ουρές στα κιόσκια των «Γιατρών του Κόσμου», του «Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού», των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα», ήταν μεγάλες. Ο κόσμος κρύωνε, τα παιδιά έτρεμαν, πρόσωπα χλωμά, συναχωμένα. Άλλωστε, τα νέα το είχαν πει ξεκάθαρα. Τα πρώτα κρούσματα ηπατίτιδας Α ήρθαν να συμπληρώσουν τις επιδημίες που ξέσπασαν νωρίτερα στον καταυλισμό.

Η λάμψη των υγρών παιδικών ματιών και το πλατύ χαμόγελό τους μπροστά στα χρωματιστά ζελεδάκια, τις καραμέλες και τα μπαλόνια που τους προσέφερα έδωσαν για δύο μέρες εσωτερική πάλη με τη μικροβιοφοβία μου.

prosfyges1

Στο τέλος των απέραντων χαοτικών, βρεγμένων, πράσινων λιβαδιών, κοντά στις ράγες του τρένου, οι νέοι επισκέπτες πρόσφυγες έστηναν τις σκηνές τους βάσει ενστίκτου. Κάποιοι ένιωθαν ασφάλεια μέσα στις φωνές και στις συναθροίσεις, κάποιοι άλλοι, στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του καταυλισμού, προτιμούσαν να βρίσκονται κοντά στα σημεία σίτισης -για να προλάβουν- ενώ άλλοι έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να πιάσουν μια μικρή γωνίτσα στο γκέτο, στον εγκαταλελειμμένο σταθμό  τρένου μερικά τετράγωνα πιο κάτω. «Ίσως εκεί να μην έχουν φτάσει οι επιδημίες», σκέφτηκα. Ίσως τα παιδιά να μην κρυώνουν τόσο. Ίσως η ασφάλεια των κεραμιδιών να τους κάνει πιο άγριους και πιο διεκδικητικούς σε σχέση με τους υπόλοιπους. Στην μπροστινή πλευρά ένας κύριος κρατούσε τσίλιες από ένα σπασμένο παράθυρο. Αυτή ήταν η πρώτη μου φωτογραφία. Στην είσοδο του χώρου ένα αγόρι, με γυμνά πόδια και παντόφλες, έπινε συμπυκνωμένο γάλα. «Είμαι ο Πάνος», του είπα και έδειξα τον εαυτό μου. «Δεν χρειάζονται κινήσεις, μιλάω αγγλικά. Ήταν το έξτρα μου μάθημα στο Πανεπιστήμιο», απάντησε.

prosfyges2

Ο Αμπτούλ ήταν από τους λίγους πρόσφυγες που συνάντησα, οι οποίοι μιλούσαν την αγγλική με τόση ευχέρεια. Η οδοντιατρική που σπούδαζε, τον έκαναν αυτόματα το καμάρι του χωριού του και τους γονείς του, τους πιο περήφανους γονείς ολόκληρου του κόσμου. Μια Δευτέρα, γυρνώντας σπίτι οι γονείς του, περίμεναν στην πόρτα: «Φεύγουμε», του είπαν. «Τα αδέρφια σου δεν θα έρθουν, τα σκότωσαν εκείνοι». Οι «εκείνοι» ήταν φυσικά οι τζιχαντιστές και τα αδέρφια του μια δεκαεπτάχρονη μελαχρινή κοπέλα με μεγάλα μαύρα μάτια και πυκνά φρύδια και ένα δεκάχρονο αγοράκι με καπελάκι κούρεμα. Η φωτογραφία της οικογένειας ήταν η μόνη που κατάφερε να σώσει από το ταξίδι του για την Ειδομένη. Οι γονείς του δεν κατάφεραν τελικά να επιβιβαστούν στο φουσκωτό για το Αιγαίο. Εδώ και 22 μέρες δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί τους. Μιλήσαμε για κάμποση ώρα και με ξενάγησε στο προσωρινό του «σπίτι». Μου σύστησε τους φίλους του, φίλους που έκανε στο Αιγαίο πάνω στο φουσκωτό, άλλους που γνώρισε στο πλοίο για τον Πειραιά και άλλους που συνάντησε στην Ειδομένη. Κάτι είπε στα αραβικά και όλοι σήκωσαν τα χέρια τους για να με χαιρετήσουν. Του έδωσα τις κάλτσες που φορούσα και μου προσέφερε λίγο από το γάλα του. Στα αυτιά μου εκατομμύρια δαίμονες φώναζαν «ηπατίτιδα» και αρνήθηκα όσο πιο ευγενικά μπορούσα: «Έχω φάει, έχω πιει καφέ, είμαι εντάξει. Δεν το χρειάζομαι. Εσύ το έχεις περισσότερο ανάγκη από εμένα», είπα. «Στη χώρα μου όταν δέχεσαι βοήθεια πρέπει και να δώσεις», απάντησε. «Όσο και να κρυώνω, δεν γίνεται να δεχτώ τις κάλτσες αν δεν δεχτείς το δικό μου δώρο». Άναψα ένα τσιγάρο και κράτησα το κουτάκι με το γάλα, μέχρι να επιστρέψω στο αμάξι και δεν σταμάτησα να σκέφτομαι λεπτό αν και κατά πόσο είναι υπερεκτιμημένη αρετή η περηφάνια.

prosfyges3

Λίγες ώρες αργότερα ξαναείδα έναν ηλικιωμένο να βγαίνει από την σκηνή του και να προσφέρει σε έναν Ισπανό εθελοντή που μάζευε απορρίμματα ένα από τα λιγοστά τσιγάρα που του είχαν απομείνει στο πακέτο. «Thank you!», είπε με σπαστή προσφορά και ο Ισπανός δέχτηκε το κέρασμα χωρίς δεύτερη σκέψη.

prosfyges4

Στον πάνω όροφο του εγκαταλελειμμένου σταθμού τα τρία δωμάτια χωρούσαν μετά βίας τα δέκα άτομα που θα άντεχαν την βαριά μυρωδιά αμμωνίας και τις αναθυμιάσεις των ακαθαρσιών. Ένα δωμάτιο έμοιαζε με κανονικό σπίτι: δύο διπλά σιδερένια διπλά κρεβάτια δίπλα στο παράθυρο, ένα τραπέζι φτιαγμένο από στοιβαγμένα κούτσουρα και ένα αντιανεμικό μπουφάν για τραπεζομάντιλο και μία ρόδα αυτοκινήτου για αυτοσχέδια τουαλέτα. Ο Μοχάμεντ βρήκε τα κρεβάτια και κουβάλησε τα ξύλα από κάποιο διπλανό χωρίο, ενώ η Φαγίζ καθάρισε τον χώρο από τις ακαθαρσίες και τις σύριγγες των χρηστών ηρωίνης που είχαν καταλάβει το μέρος πριν από εκείνους. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στην βάρκα που τους μετάφερε με τα παιδιά τους στην Λέσβο, έχοντας χάσει και οι δύο τους συζύγους τους. Η Φαγίζ και ο Μοχάμεντ ζουν μαζί πια, κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορούν για να προσφέρουν στα παιδιά τους την αίσθηση της οικογένειας. «Τι θα συμβεί αν επιστρέψει ο άνδρας σου Φαγίζ;», ρώτησα. Κοίταξε για λίγο τον Μοχάμεντ και έσκυψε το κεφάλι: «Μακάρι να ήξερα. Καλύτερα να φύγεις…».

prosfyges5

Πηγαίνοντας στον καταυλισμό η βροχή είχε ήδη δυναμώσει κι άλλο. Τα νερά είχαν καλύψει ήδη τις λάσπες και στάθμη τους είχε φτάσει ως τη μέση των σκηνών. Μία γυναίκα με ένα νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά περπατούσε από τη μία άκρη του καταυλισμού στην άλλη χωρίς ομπρέλα για να προλάβει μισό πλαστικό ποτήρι με φακές, το μεσημεριανό δηλαδή που μοίραζαν στον καταυλισμό. Μίλησα με πολλούς ανθρώπους, ο καθένας τους κουβαλούσε και μία δυσκολότερη ιστορία. Όλοι πονούσαν αλλά κανείς δεν έκλαιγε.

prosfyges6

prosfyges7

Με ένα προσφυγόπουλο, την επόμενη Κυριακή, στον Πειραία όπου βρέθηκα, στην πύλη Ε1, έγινα φίλος στο Facebοοκ. Περίεργο, ε; «Περίεργο να μην έχει παπούτσια να φορέσει και να περπατάει ξυπόλυτος μέσα στην παγωνιά αλλά να έχει κινητό με ίντερνετ και  Facebook», σκέφτηκα. Στο μεσοδιάστημα ηχούσαν σειρήνες, άνθρωποι στριμώχνονταν στα κιόσκια με τα φαγητά και κάποιοι στις γωνιές με τα μωρουδιακά, τα γάλατα, τις φρουτόκρεμες, τα παιχνίδια και τα είδη υγιεινής – μόλις είχαν μάθει κάποιοι για τη Συμφωνία των Βρυξελλών και τρόμαξαν. Ο καθένας προσπαθούσε να πάρει ό,τι μπορέσει, ό,τι προλάβει, για να το χρησιμοποιήσει ή να το ανταλλάξει με κάτι άλλο. Με κάποια παιδιά παίξαμε μαζί ποδόσφαιρο, τράβηξα κάποιους εθελοντές φωτογραφίες για το ρεπορτάζ, τους ανέφερα την εμπειρία μου από την Ειδομένη, εκεί όπου είχα βρεθεί την προηγούμενη Κυριακή. Τα μωρά έκλαιγαν μέσα στο κτίριο από την πείνα ενώ τα νήπια έπαιζαν και γελούσαν αψηφώντας το κρύο, σαν να έπιασε βροχή σε αυγουστιάτικη κατασκήνωση. Οι γονείς τους γελούσαν και εκείνοι με τη σειρά τους, κρύβοντας τη συμφορά και τον πόνο… «Τι φταίνε άλλωστε τα παιδιά;», σκέφτηκα. Όλοι φταίνε, όλοι μας φταίμε, μα όχι τα παιδιά. Τράβηξα τη μηχανή μου από το σακίδιο που είχα στους ώμους και ξεκίνησα πάλι να φωτογραφίζω. Κυρίως μάτια…

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 488

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *