HomeTALK OF THE TOWNΑλέξανδρος Μυλωνάς: Συναντήσαμε τον Κύπριο δημιουργό του Souvlakination

Αλέξανδρος Μυλωνάς: Συναντήσαμε τον Κύπριο δημιουργό του Souvlakination

Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Λονδίνο, κουβαλά από παιδί τις μυρωδιές των κυπριακών κουζινών της παροικίας – από τα οικογενειακά τραπέζια των γιαγιάδων μέχρι τα σουβλατζίδικα των γειτονιών που διαμόρφωσαν τη γευστική του μνήμη. Σήμερα, έχει μετατρέψει αυτή τη σχέση σε διαδρομή ζωής: Ταξιδεύει, δοκιμάζοντας σουβλάκια σε κάθε γωνιά του κόσμου και τροφοδοτώντας με υλικό μια σελίδα που έχει γίνει σημείο αναφοράς για την ομογένεια, από την Αγγλία και τη Γερμανία μέχρι την Αυστραλία.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για μια σελίδα αφιερωμένη αποκλειστικά στο σουβλάκι;

Ήμουν πάντα food lover και δοκίμαζα τα πάντα, μεγαλώνοντας σε μια πόλη όπως το Λονδίνο, που είχε και έχει εξαιρετικά εστιατόρια. Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο, βρέθηκα με φίλους που αγαπούσαν το φαγητό όσο κι εγώ και έτσι αρχίσαμε να πηγαίνουμε παντού και να δοκιμάζουμε διαφορετικές κουζίνες. Κάπου εκεί, μου ήρθε η ιδέα να ξεκινήσω ένα food blog στο Instagram, όμως δεν ήταν κάτι που με εξέφραζε. Πολύ γρήγορα σκέφτηκα τα σουβλατζίδικα και τις ταβέρνες της περιοχής μου στο βόρειο Λονδίνο, όπου μεγάλωσα. Τότε συνειδητοποίησα ότι το αγαπημένο μου φαγητό ήταν το σουβλάκι και ότι κανείς δεν ασχολούνταν αποκλειστικά με αυτό, οπότε αποφάσισα να δημιουργήσω μια σελίδα για τα παραδοσιακά μαγαζιά και κυρίως τα σουβλατζίδικα.

Τότε ήταν που αποφάσισες να το εμπλουτίσεις με ταξίδια από όλο τον κόσμο;

Όταν ξεκίνησα τη σελίδα βρισκόμουν στην Ελλάδα για διακοπές κι έτσι τα πρώτα βίντεο γυρίστηκαν σε παραδοσιακά σουβλατζίδικα της Αθήνας. Πολύ γρήγορα άρχισαν να τα βλέπουν Έλληνες από όλο τον κόσμο και τα σχόλια είχαν έντονο συναισθηματικό χαρακτήρα, με ανθρώπους να θυμούνται παλιά στέκια και να μιλούν για αναμνήσεις που τους ξυπνούσαν. Εκεί κατάλαβα ότι αυτή η ιδέα είχε πραγματική δυναμική. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, άρχισαν να επικοινωνούν μαζί μου ιδιοκτήτες σουβλατζίδικων που είχαν δει τα βίντεο και μέσα σε έναν μήνα η σελίδα έφτασε τους 10 χιλιάδες ακόλουθους. Στη συνέχεια ήρθε η Κύπρος και μετά ένα μεγαλύτερο ταξίδι στην Ευρώπη, με στάσεις σε Βρυξέλλες, Ολλανδία, Γερμανία, Τσεχία και Ελβετία, όπου ουσιαστικά ξεκίνησα να χαρτογραφώ τα ελληνικά εστιατόρια της διασποράς. Το πιο πρόσφατο ταξίδι με οδήγησε μέχρι την Αυστραλία, τη Μελβούρνη και το Sidney.

Ποιες ήταν οι εντυπώσεις σου από την Αυστραλία;

Ξετρελάθηκα! Στη Μελβούρνη λένε πως είναι η τρίτη μεγαλύτερη «ελληνική» πόλη στον κόσμο, και όταν το ζεις από κοντά, το καταλαβαίνεις αμέσως. Το βίντεο που έγινε viral το Πάσχα, με τους Έλληνες να κρατούν τα αρνιά στους ώμους πριν τα ψήσουν, γυρίστηκε στο Oakleigh, μια περιοχή γεμάτη ελληνικά μαγαζιά. Δεν έχω δει πουθενά αλλού κάτι αντίστοιχο. Δρόμοι με ελληνικά ονόματα, γνώριμες μυρωδιές, πρόσωπα που κουβαλούν την ίδια κουλτούρα. Επειδή πολλοί Έλληνες εγκαταστάθηκαν εκεί από νωρίς, η παρουσία τους έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα, σαν να είναι κομμάτι των θεμελίων της ίδιας της χώρας. Στην Αυστραλία οι Έλληνες που έχω γνωρίσει είναι όλοι ανοιχτοί, ευγενικοί, φιλόξενοι. Στο Λονδίνο, αντίθετα, δεν υπάρχει η ίδια αλληλεγγύη, αυτό το δέσιμο της γειτονιάς. Μου έλειψε αυτή η ζεστασιά, η αίσθηση ότι ο ένας είναι εκεί για τον άλλον, κάτι που στην Αυστραλία παραμένει ζωντανό και αυθεντικό.

583318161 1392394162226596 803543569675695682 N

Ποιοι άνθρωποι από αυτά τα μέρη έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη σου;

Δεν θα ξεχάσω μια γιαγιά από την Εύβοια που συνάντησα στις Βρυξέλλες, σε μια χριστουγεννιάτικη αγορά. Στεκόταν μόνη της πάνω από τα κάρβουνα και έφτιαχνε καλαμάκια με μια απίστευτη ακρίβεια. Η κυρία Σοφία. Υπήρχε κάτι βαθιά συγκινητικό σε αυτή την εικόνα, μια σιωπηλή αφοσίωση που δεν ξεχνιέται. Και φυσικά, ο Γιάννης Κασιδοκώστας. Από την Αθήνα βρέθηκε στη Μελβούρνη και δημιούργησε το Aegli. Δεν έχω συναντήσει άλλον σεφ με τέτοια συγκέντρωση, όλα λειτουργούν άψογα, με ιδέες που σε ξαφνιάζουν, από μια μπριζόλα με πετιμέζι μέχρι έναν ταραμά με φασόλια. Αυτό που μένει, όμως, είναι ο τρόπος που μιλά για την παράδοση, όχι σαν κάτι στατικό αλλά σαν κάτι ζωντανό που εξελίσσεται και βρίσκει τη θέση του στο σήμερα. Και οι φίλοι μου πίσω από το project @yitonia, που κάνουν κάτι πραγματικά ξεχωριστό στην Αυστραλία. Δημιουργούν μια σύγχρονη «γειτονιά» που θυμίζει όσα αγαπήσαμε: Την αίσθηση κοινότητας, τη ζεστασιά, τη σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων.

Οι οικογένειά σου φαίνεται πως σε κράτησε κοντά στις κυπριακές και ελληνικές σου ρίζες…

Η γιαγιά μου, κυρίως. Και οι τέσσερις παππούδες μου ζουν στο Λονδίνο, είχαν μεταναστεύσει εκεί τη δεκαετία του ’50 και του ’60 και δεν έφυγαν έκτοτε. Η μία γιαγιά είναι από τη Λεμεσό, ενώ από την άλλη πλευρά ο παππούς και η γιαγιά είναι από την Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, το μαρωνίτικο χωριό στα κατεχόμενα, που σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο. Ο άλλος μου παππούς είναι από ένα χωριό κοντά στη Ναύπακτο και το Μεσολόγγι. Έχουμε μεγάλη οικογένεια και στην Κύπρο και στην Ελλάδα και νιώθω πραγματικά ότι έχω δύο πατρίδες. Από τότε που γεννήθηκα μού μιλούσαν ελληνικά, οπότε αυτή ήταν και η πρώτη μου γλώσσα. Η σύνδεση με την κουλτούρα και την παράδοση ήταν πάντα πολύ έντονη μέσα στο σπίτι.

Τι εικόνες θυμάσαι πιο έντονα από εκείνα τα χρόνια;

Η κουζίνα ήταν πάντα στο επίκεντρο. Παρόλο που υπήρχε μεγάλο σαλόνι, όλοι μαζευόμασταν γύρω από το μικρό της τραπέζι. Οι γιαγιάδες ήταν συνεχώς εκεί και εγώ από μικρός τις έβλεπα να ζυμώνουν ψωμί. Με ανέβαζαν σε μια καρέκλα, για να βοηθάω και κάποια στιγμή άρχισα να το κάνω μόνος μου. Ο παππούς μου είχε φτιάξει μόνος του έναν ξυλόφουρνο στην αυλή και μαγείρευε κλέφτικο και σούβλες. Από τότε κατάλαβα πόσο σημαντικό ήταν το φαγητό για εμάς, ως κομμάτι της ταυτότητάς μας. Στο σπίτι έπαιζε πάντα ΡΙΚ στην τηλεόραση και γενικά υπήρχε μια πολύ έντονη αίσθηση ομογένειας. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει γιατί, ζώντας μακριά, σου λείπει περισσότερο ο τόπος σου.

Screenshot 2026 05 04 122504

Ποια είναι η πρώτη σου ανάμνηση που συνδέεται με το σουβλάκι;

Μια μέρα ήρθε να με πάρει από το ελληνικό σχολείο η μαμά μου και στον δρόμο μας υπήρχε ένα κυπριακό σουβλατζίδικο απέναντι από τον σταθμό του Oakwood station, κοντά στο Enfield που μέναμε. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε φορά ζητούσα να σταματάμε στο ίδιο σημείο. Δεν θα ξεχάσω τη μυρωδιά της τσίκνας και την ατμόσφαιρα του χώρου, αυτόν τον περίεργο συνδυασμό ηρεμίας και έντασης, με την κουζίνα να δουλεύει στο φουλ και τους πελάτες να περιμένουν με ανυπομονησία. Μια άλλη δυνατή ανάμνηση είναι η γιορτή του κρασιού που διοργάνωνε κάθε χρόνο η κυπριακή κοινότητα του Λονδίνου. Θυμάμαι συγγενείς, φίλους, οικογένειες, όλους μαζί, πολύ πιο δεμένους απ’ ό,τι είναι σήμερα. Εκεί έψηναν σουβλάκια και υπήρχε πάντα αυτή η αίσθηση γιορτής.

Στο Souvlakination δίνεις χώρο σε μικρά μαγαζιά. Είναι μια συνειδητή στάση;

Αυτή είναι η βασική προτεραιότητα της σελίδας. Πολλοί είτε δεν αντιλαμβάνονται είτε δεν θέλουν να δουν τι συμβαίνει σήμερα με τα μικρά μαγαζιά σε όλο τον κόσμο, αλλά και με τους αγρότες που αποτελούν τη βάση της τροφικής αλυσίδας. Τα μικρά εστιατόρια δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρουν καλή πρώτη ύλη, να αντέξουν τα αυξημένα έξοδα και τελικά να επιβιώσουν, με αποτέλεσμα να κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Έχει γίνει πιο δύσκολο από ποτέ να ανοίξεις και να διατηρήσεις ένα οικογενειακό μαγαζί και αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Για μένα το σουβλάκι είναι ακριβώς αυτό. Κάτι που φτιάχνεται από έναν άνθρωπο που θέλει να το μοιραστεί, που έχει προσωπική σχέση με τη γειτονιά και τους πελάτες του και κερδίζει την εκτίμηση των ανθρώπων γύρω του.

Σε ανησυχεί που τα οικογενειακά σουβλατζίδικα ίσως χαθούν με τη νέα γενιά;

Οι παππούδες και οι γονείς μας, με καλή πρόθεση, μας οδήγησαν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, να κυνηγήσουμε την οικονομική ασφάλεια μέσα από σπουδές και επαγγέλματα που θεωρούνται «καλύτερα» από αυτά που έκαναν οι ίδιοι. Κάπως έτσι μεγάλωσα κι εγώ, με την ίδια λογική. Οι δικοί μου ήθελαν να σπουδάσω, να μπω σε ένα καλό πανεπιστήμιο και να βρω μια καλή δουλειά – και το έκανα. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθα ότι δεν με γέμιζε. Ήθελα να κάνω κάτι που να έχει νόημα για μένα, κάτι που να συνδέεται με αυτό που αγαπώ και με τους ανθρώπους γύρω μου. Οι δουλειές, όμως, που είχαν εκείνοι, όπως το να διατηρούν ένα μικρό εστιατόριο ή ένα οικογενειακό μαγαζί, είναι αυτές που κρατούν ζωντανό τον κοινωνικό ιστό. Φοβάμαι ότι αυτό το μοντέλο θα αρχίσει να εκλείπει, γιατί όλο και λιγότεροι νέοι θα επιλέγουν να το συνεχίσουν και έτσι θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να βρεις ένα καλό σουβλάκι ή μια αυθεντική κυπριακή ή ελληνική ταβέρνα στη γειτονιά σου. Το ίδιο ισχύει και για τους κτηνοτρόφους και γενικά για επαγγέλματα που είναι απαραίτητα αλλά δεν τα επιλέγουν οι νεότεροι.

Πώς μπορεί να ανατραπεί;

Η ευθύνη βρίσκεται στη δική μας γενιά. Αν θέλουμε να διατηρηθεί η κουλτούρα, πρέπει να τη στηρίξουμε. Χαίρομαι όταν βλέπω τέτοια παραδείγματα στην Κύπρο ή στην Ελλάδα, όπου νέοι άνθρωποι συνεχίζουν οικογενειακές επιχειρήσεις, όμως στο Λονδίνο είναι σπάνιο.

612618789 17957773653019785 1686169292364300297 N

Βρισκόμαστε στην Κύπρο, έναν από τους τόπους που σε διαμόρφωσαν. Τι σημαίνει για σένα κάθε φορά η επιστροφή σου;

Είναι η επιστροφή σε κάτι βαθιά δικό μου, σε μνήμες που έχουν ριζώσει μέσα μου. Έχω μεγαλώσει με νοσταλγικές εικόνες από ταβέρνες, με τους παππούδες και τους θείους μου γύρω από το τραπέζι, με μεζέδες και σουβλάκια που δεν τελείωναν ποτέ. Θυμάμαι τα σπίτια με τις γιαγιάδες, να με πιέζουν να φάω φακές και λουβί, φαγητά που τότε δεν εκτιμούσα αλλά σήμερα τα αγαπώ. Οι μέρες μοιράζονταν ανάμεσα στη θάλασσα, στις παραλίες και στις οικογενειακές στιγμές που κατέληγαν σχεδόν πάντα σε έναν γάμο, αφού κάθε φορά που ερχόμασταν κάποιος παντρευόταν και αυτό γινόταν η αφορμή της επίσκεψής μας. Ο νονός μου, που χάσαμε το 2011, καταγόταν από τον Πεδουλά, και εκεί έχω κάποιες από τις πιο δυνατές μου αναμνήσεις. Το καλύτερο φαγητό που έχω φάει ποτέ ήταν σε ένα τραπέζι στο χωριό, μέσα σε αυτή την απλότητα που σε κερδίζει χωρίς προσπάθεια. Από τότε, κάθε φορά που επιστρέφω, νιώθω την ίδια έλξη. Πηγαίνω στον Πεδουλά, συναντώ τους δικούς μου, είμαστε στα σπίτια με τα ξαδέλφια, στη Λεμεσό, στη Λευκωσία, ψήνουμε, γελάμε, ξαναβρίσκουμε ο ένας τον άλλον.

Ποια είναι τα αγαπημένα σου μέρη κυπριακής κουζίνας στο νησί;

Ξεχωρίζω το Συμπόσιο, όπου ο κύριος Νίκος είναι ίσως ο πιο αυθεντικός εκπρόσωπος της παράδοσής μας. Τον βλέπεις να καλλιεργεί τα χόρτα του, να μαζεύει μανιτάρια, να έχει δικά του ζώα και να έχει επιστρέψει συνειδητά στη ζωή του χωριού και της φύσης. Εκεί θα δοκιμάσεις κλέφτικο, αντικριστό και σούβλα. Ακόμη και ένα απλό μανιτάρι στη σχάρα σε εντυπωσιάζει χωρίς πολλά πολλά. Στη Λευκωσία, το Τρία + Ένα αποτελεί σημείο αναφοράς, με το κοτόπουλο σουβλάκι να συζητιέται μέχρι και στην Αγγλία, κάτι που για μένα αποτελεί ένδειξη συνολικής ποιότητας, πως όλα λειτουργούν σωστά. Στη Λάρνακα, τα Σουβλάκια Περούτσιος κρατούν ζωντανή μια οικογενειακή παράδοση, με τον κύριο Παναγιώτη να συνεχίζει το μαγαζί του παππού Αντώνη, ενώ στον Πρόδρομο, ο Λούης άξιζε και με το παραπάνω την αναμονή των 50 λεπτών, καθώς ακόμη και το αγγούρι, είχε ξεχωριστή γεύση. Και φυσικά, στη Λεμεσό επιστρέφω πάντα στο Άριστος & Κική, ένα μέρος συνδεδεμένο με τις παιδικές, οικογενειακές μου αναμνήσεις.

Souvlaki

Ονειρεύεσαι να μετακινηθείς μόνιμα, κάποια στιγμή, στην πατρίδα σου; 

Ακόμα ψάχνω να βρω τον τρόπο να έρθω είτε στην Ελλάδα είτε στην Κύπρο, που θεωρώ και τις δύο χώρες πατρίδες μου. Στην Αγγλία μεγάλωσα, σπούδασα, μου έδωσε πολλά, αλλά πάντα ένιωθα ότι εδώ ήταν το σπίτι μου. Και ελπίζω, κάποια στιγμή, να βρω τον τρόπο να επιστρέψω.

Θερμές ευχαριστίες στο Τρία + Ένα στη Λευκωσία για τη φιλοξενία.

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends