Ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και επιτυχημένους ηθοποιούς του κυπριακού θεάτρου, ο Κώστας Σχοινιού ανακοινώνει, μέσω του Down Town, στο κοινό, μία απόφαση ζωής, για τον θεατρικό ήρωα της «Παιδικής Σκηνής Δώρου Κυριακίδη», που στιγμάτισε τις Κυριακές δεκάδων χιλιάδων παιδιών.
Από τον Γιάννη Χατζηγεωργίου
Φωτογραφίες: Δημήτρης Δημητρίου
Styling: Shiona Muir
Hair styling: Χριστόφορος Χριστοφόρου
Πώς ξεκίνησε η «δημιουργία» του «Νικολάκη»;
Ο «Νικολάκης» εμφανίστηκε μέσα από την «Παιδική Σκηνή Δώρου Κυριακίδη», το 1985. Τότε, ο Δώρος ήταν ήδη φτασμένος, επιτυχημένος και πάρα πολύ γνωστός στην Κύπρο -και μέσα από το ΡΙΚ αλλά και μέσα από τις μεγάλες συνεργασίες του στο θέατρο-, ενώ εγώ, εκείνη την περίοδο, είχα πια επιστρέψει στην Κύπρο από την Ελλάδα όπου διέμενα για τις σπουδές μου, αλλά και λόγω κάποιων πρώτων συνεργασιών που έκανα εκεί, όπως με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Θανάση Βέγγο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Στάθη Ψάλτη κ.ά. Κατά την παραμονή μου στην Αθήνα, είχα παρατηρήσει πως είχα πολύ καλή επαφή με τα παιδιά, όταν έπαιζα σε παιδικές θεατρικές παραστάσεις, πως με αγαπούσαν, πως χαίρονταν να με βλέπουν. Κι έτσι είπα την ιδέα στον Δώρο, μήπως δοκιμάζαμε αυτό το «μοντέλο» παιδικών παραστάσεων και στην Κύπρο.

Αναρωτιέμαι, ωστόσο, γιατί παράτησες μία φαινομενικά «στρωμένη» καριέρα στην Αθήνα, με τόσο σημαντικές συνεργασίες, για να επιστρέψεις στην Κύπρο…
Ήμουν ανώριμος, λειτούργησα απερίσκεπτα. Ενώ ήδη, όσο ήμουν φοιτητής στη Δραματική Σχολή, ξεκίνησα να κάνω όλες αυτές τις σημαντικές συνεργασίες, επειδή κάποιος θιασάρχης μού είχε προσφέρει λιγότερο μισθό από εκείνον που ήδη έπαιρνα, ενόψει κάποιας δουλειάς που προγραμματιζόταν, εγώ δεν το δέχτηκα και αποφάσισα να επιστρέψω στην Κύπρο για διακοπές. Τελικά, εκείνες οι «διακοπές» μου, μετατράπηκαν σε μόνιμη εγκατάσταση. Η πρώτη που με εμπιστεύτηκε τότε στην Κύπρο, ήταν η Πίτσα Αντωνιάδου, η οποία με είχε δει στην «Εβίτα», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, και μάλλον της είχα κάνει εντύπωση – και λόγω καταγωγής, βέβαια. Η Πίτσα, αργότερα, με έφερε σε επαφή με τον «Θίασο Παπαδημήτρη-Κακουράτου», όπου εκεί γνωριστήκαμε και με τον Δώρο, με τον οποίο ξεκίνησε μία αγνή φιλία, που κρατάει μέχρι σήμερα, αφού πια τον θεωρώ «οικογένειά» μου. Αργότερα, η Μόνικα Βασιλείου με έφερε σε επαφή και με το ΡΙΚ. Κι έτσι, από εκεί κι έπειτα, όλα πήραν τον δρόμο τους.
Εκείνη την περίοδο «γεννιέται» και ο «Νικολάκης»;
Ακριβώς. Στην παράσταση «Πού είναι η Ευλαμπία» – ο τίτλος της οποίας ήταν εμπνευσμένος από το γνωστό τραγούδι του Γιοκαρίνη, που τότε έκανε μεγάλη επιτυχία.

Γιατί ονομάσατε τον ήρωα «Νικολάκη»;
Ήταν το όνομα του αδελφού μου, του Νίκου, που έχασα το 1968, εν ώρα υπηρεσίας του στον στρατό. Για να τιμήσω, λοιπόν, τον αδελφό μου, παρακάλεσα τον Δώρο το όνομα του ήρωά μου να είναι «Νικολάκης» – κάτι στο οποίο συμφώνησε. Θυμάμαι ότι, ήδη από την πρεμιέρα μας, και λόγω του θεατρικού αλλά και λόγω της μεγάλης αναγνωρισιμότητας που απολάμβανε ήδη ο Δώρος, και οι 680 θέσεις στο Οθέλλος ήταν πάντοτε γεμάτες – κάτι που θα συνέβαινε αδιάλειπτα για τα επόμενα 18 χρόνια, που θα είχαμε τη «στέγη» μας στο Οθέλλος, στη Μακεδονίτισσα. Ήταν ασύλληπτο! Μετά την πρώτη εκείνη «γνωριμία» του κοινού με τον «Νικολάκη», όλες οι παραστάσεις που ακολούθησαν στην «Παιδική Σκηνή Δώρου Κυριακίδη», είχαν στον τίτλο τους τον «Νικολάκη», ως σήμα κατατεθέν πια, ως ο πρωταγωνιστής. Η πρώτη μας παράσταση με τον «Νικολάκη» πλέον ως κεντρικό πρόσωπο -και στις αφίσες και στον τίτλο- ήταν «Ο Νικολάκης στη Eurovision». Είχε επικρατήσει το αδιαχώρητο, θυμάμαι – ο «Νικολάκης» έγινε αμέσως ο αγαπημένος ήρωας όλων των παιδιών της Κύπρου! Από τότε, δεν θυμάμαι καμία Κυριακή, που να μην ήταν οι παραστάσεις μας sold out. Γίνονταν επικές «μάχες» στο ταμείο, για ένα πολυπόθητο εισιτήριο (γελάει). Αυτό μας βοήθησε και οικονομικά κατ’ επέκταση, γιατί ο Δώρος επένδυε πολλά λεφτά στο να γίνονται πανάκριβες παράγωγές που ποτέ άλλοτε δεν είχαν γίνει στην Κύπρο, στο παιδικό θέατρο: Πολλά και διαφορετικά κοστούμια, κυλιόμενη σκηνή, εναλλαγές σκηνικών, με συμμετοχή πέρα των 10 ηθοποιών και άλλων τόσων χορευτών, σε διασκευές τραγουδιών αλλά και πρωτότυπης μουσικής, εμπνευσμένης ειδικά για τις παραστάσεις μας. Τέτοια «επένδυση» στο παιδικό θέατρο, ήταν πρωτόγνωρη για την Κύπρο.

Πολλοί ηθοποιοί, ωστόσο, θεωρούν πως το παιδικό θέατρο είναι υποτιμητικό για την καριέρα τους…
Ισχύει αυτό. Μα, και αρκετοί ηθοποιοί του ΘΟΚ, για παράδειγμα, θεωρούσαν υποδεέστερο είδος το παιδικό θέατρο. Εγώ, όμως, δεν το αντιμετώπισα ποτέ έτσι – κι ίσως γι’ αυτό μού «επιστράφηκε» όλη αυτή η αγάπη, που του έδειχνα απ’ την αρχή. Ήταν πολύ χρονοβόρο -και ταυτόχρονα πολύ δύσκολο, μέχρι να βρεις τον «ρυθμό» του- το να καταφέρνουμε να κρατάμε σε εγρήγορση, για δύο συνεχείς ώρες, τους πιο απαιτητικούς θεατές: Τα παιδιά. Τολμώ να πω πια, έπειτα από 38 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας σ’ αυτό, πως το παιδικό θέατρο στην Κύπρο ταυτίστηκε με την «Παιδική Σκηνή Δώρου Κυριακίδη» και τον «Νικολάκη» – όλοι το παραδέχονται πια, ακόμη και οι ανταγωνιστές μας. Δεν υπάρχει καμία οικογένεια στην Κύπρο που να μην έχει έρθει, έστω και μία φορά, να παρακολουθήσει κάποια παράστασή μας!
Πώς ήταν, επίσης, να επιβραβεύεσαι από τα «Guinness World Records», ως «Ο ηθοποιός που επί 14 συνεχή χρόνια -μέχρι εκείνη την περίοδο- ενσάρκωνες πάντα έναν συγκεκριμένο θεατρικό ήρωα»;
Την αίτηση την είχε κάνει κάποιος πατέρας παιδιού, από τη Λεμεσό – τον οποίο δεν γνώρισα ποτέ αλλά τον ευχαριστώ ξανά, δημόσια, μέσα από την καρδιά μου. Με πήραν μετά τηλέφωνο από το ελληνικό παράρτημα των «Guinness», έστειλα κάποια επιπλέον έγγραφα που χρειάζονταν και δύο φωτογραφίες μου και, ενόσω ήμουν διακοπές, με πήραν τηλέφωνο, για να μου ανακοινώσουν την επιτυχία μας. Έπειτα, μου έστειλαν και επίσημη επιστολή από τη διεθνή εταιρεία, η οποία είχε την έδρα της στο Λονδίνο, όπου αναγραφόταν το ρεκόρ μου και πως θα έμπαινα στην επόμενη έκδοση του «Guinness Book of Records». Ομολογώ πως ξαφνιάστηκα! Γιατί, εγώ, τότε, δεν το θεωρούσα «επίτευγμα» όλο αυτό – απλώς έκανα τη δουλειά μου, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (χαμογελάει).

Συνολικά, πόσοι «Νικολάκηδες» πέρασαν από το κυπριακό παιδικό θέατρο;
Σίγουρα ήταν περισσότεροι από 120, αν σκεφτείς πως για αρκετά χρόνια ανεβάζαμε ακόμη και τρεις διαφορετικές παραστάσεις κάθε χρόνο, πάντα με πρωταγωνιστή τον «Νικολάκη». Κι αυτό γινόταν ασταμάτητα, επί 38 χρόνια!
Η μεγάλη αυτή αναγνωρισιμότητα, δυσκόλεψε την προσωπική σου ζωή;
Ήταν πολύ έντονα όλα αυτά τα χρόνια. Ευτυχώς, είχα πάντοτε δίπλα μου τον Δώρο, ο οποίος με «προσγείωνε». Κι αν κάποια στιγμή, λόγω του νεαρού της ηλικίας, μπορεί να πήραν τα μυαλά μου «αέρα», ζητώ συγνώμη από τον κόσμο. Προσπάθησα, ωστόσο, να είμαι πάντα ταπεινός και να κάνω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη δουλειά μου, να προσφέρω χαρά και ψυχαγωγία στους θεατές. Σκέψου μόνο πως, μετά τις παραστάσεις, ο Δώρος δεν με άφηνε να βγω έξω από το καμαρίνι, από τον φόβο μήπως ποδοπατηθούν τα παιδιά από τον ενθουσιασμό τους, μήπως τραυματιστούν – ήμουν, κατά κάποιο τρόπο, ο «σταρ» των μικρών παιδιών, για πάρα πολλά χρόνια. Θυμάμαι ακόμη πως, σε παραστάσεις μας, ερχόταν ακόμη και η αστυνομία, προκειμένου να ρυθμίσει την κυκλοφορία. Το μεγαλύτερό μου «δώρο», όμως, μέχρι και σήμερα, είναι να έρχονται -ενήλικες πια- οι θεατές μας και να μου λένε: «Ευχαριστούμε που γέμισες με αγνότητα τα παιδικά μας χρόνια» και «Ευχαριστούμε που μας έμαθες το καλό παιδικό θέατρο». Ξέρεις πόσα «ευχαριστώ» πήραμε από γονείς για τα μηνύματα που περνούσαμε στα παιδιά; Ο «Νικολάκης» είχε γίνει, κατά κάποιο τρόπο, το παράδειγμα στα παιδιά: «Αφού αυτό δεν το κάνει ο “Νικολάκης”, γιατί το κάνεις εσύ;», έλεγαν οι γονείς στα παιδιά τους, όταν προέκυπταν θέματα bullying, body shaming, κανόνων κυκλοφορίας στον δρόμο, διατροφής, σχέσεων μεταξύ αδελφών κ.λπ.

Βίωσες ποτέ ηλικιακό ρατσισμό, λόγω του «Νικολάκη»; Με το να λένε π.χ. κάποιοι «Πώς μπορεί ένας άνθρωπος 50 ετών να υποδύεται ένα παιδί;»;
Όχι. Γιατί, ο «Νικολάκης» δεν υποδυόταν ένα «παιδί», δεν ήταν ένα «μωρό» – αν και στη σκηνή ήταν παιδί. Ψυχικά, αλλά και με τον τρόπο που υποδυόμουν τον ήρωά μου, ήμουν ένα 14χρονο «παιδί» αλλά όχι ένα παιδί στην πραγματικότητα. Τον ηλικιακό ρατσισμό που λες, δεν τον ένιωσα ποτέ από τον κόσμο – αλλά από τους συναδέλφους μου. «Ό,τι ζηλεύεις, το ρεζιλεύεις», δεν έγραψε κι η Λίνα Νικολακοπούλου; Δεχτήκαμε ανελέητο «πόλεμο» από συναδέλφους, πολλή υποτίμηση, ήμασταν «Το εμπορικό θέατρο», διότι γεμίζαμε κάθε Κυριακή το Οθέλλος, κάποιοι μάς θεωρούσαν ως κάτι το υποδεέστερο, αλλά εμείς αντέξαμε και γράψαμε Ιστορία στο κυπριακό θέατρο, επί 38 συνεχή χρόνια. Όσοι μας κατηγορούσαν τότε, αναρωτιέμαι πού είναι σήμερα και τι κάνουν… Πρέπει, πάντως, να σου πω πως από τους πραγματικά σπουδαίους και κορυφαίους ηθοποιούς της Κύπρου -όπως ήταν η Μπεμπεδέλη ή ο Καυκαρίδης- μόνο αγάπη νιώσαμε – καμία αντιπαλότητα. Γιατί ήταν άνθρωποι χορτασμένοι!

Θέλησες ποτέ να ενταχθείς στον ΘΟΚ;
Όχι, ποτέ δεν έκανα αίτηση, ώστε να ενταχθώ στον ΘΟΚ. Όμως, επειδή ένα από τα όνειρά μου ήταν να παίξω και στην Επίδαυρο -ήθελα να ζήσω κι εγώ αυτή τη μαγεία του αρχαίου αργολικού θεάτρου-, κάποια στιγμή μού ζήτησε ο αείμνηστος Νίκος Χαραλάμπους, να συμμετάσχω στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη, που ετοίμαζε το 1989· στις αρχές, δηλαδή, του «Νικολάκη», όταν με είχε δει σε μια σειρά του ΡΙΚ. Τότε, παίξαμε και στους Δελφούς, θυμάμαι. Οπότε, ικανοποίησα νωρίς και αυτό το απωθημένο μου (χαμογελάει).

Πώς ήταν, λοιπόν, η μέρα που σου ανακοίνωσε ο Δώρος Κυριακίδης, πως θα τελείωνε ο «Νικολάκης» οριστικά;
Θυμάμαι πως με κάλεσε στο σπίτι του και μου είπε: «Θέλω να μιλήσουμε». Πού να φανταστώ! Εκεί μού ανακοινώνει: «Κλείνει η “Παιδική Σκηνή”! Η απόφαση είναι οριστική!». Ήταν τότε που παρουσιάζαμε την παράσταση «Ο Νικολάκης Big Mama», η οποία είχε κάνει πρεμιέρα μέσα στο 2023, και γινόταν χαμός. Επομένως, εγώ ξαφνιάστηκα! Διότι, ούτε κάποιο οικονομικό πρόβλημα υπήρχε ούτε θέμα προσέλευσης θεατών είχαμε ούτε θεωρούσα πως υπήρχε οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος, για να συμβεί κάτι τέτοιο. Πολύ σοφά όμως, τότε, ο Δώρος -κάτι που συνειδητοποίησα κι εγώ αργότερα, όταν το σκέφτηκα καλά-, μου ανέφερε: «Καλύτερα, Κώστα, να κλείσουμε ψηλά, παρά να ξεκινήσει η φθορά!». Του αντέτεινα: «Δεν είναι κρίμα να στερήσουμε από τα παιδιά αυτή τη χαρά, από τη στιγμή που ακόμη γεμίζουμε τα θέατρα, όπου κι αν πηγαίνουμε;». «Ναι, είναι κρίμα», μου απάντησε ο Δώρος, «αλλά θα είναι πιο κρίμα να έρθει εκείνη η στιγμή που θα πουν “Μάνα μου, τους καημένους…”». Τελικά, αυτή η απόφαση ήταν σωστή!
Ένιωσες ποτέ να επηρεάζεται η προσωπικότητά σου, λόγω της ταύτισής σου, επί τέσσερεις σχεδόν δεκαετίες, με τον συγκεκριμένο ήρωα;
Ναι. Αυτός ο αυθορμητισμός, αυτή η παιδικότητα που είχε ο «Νικολάκης», αυτή η ενέργειά του, ακόμη και η εμφάνιση που είχε, ήταν στοιχεία που «πέρασαν» και σε μένα. Ο Κώστας και ο «Νικολάκης» ήταν -και είναι- ένα. Αυτό ήταν δίκοπο μαχαίρι: Ναι μεν έκανε πολύ καλό στην επαφή μου με τους ανθρώπους αλλά, από την άλλη, υπήρξαν και φορές που έπιανα τον εαυτό μου να φέρεται επιπόλαια – όπως θα έκανε, δηλαδή, κι ο «Νικολάκης», που ήταν ένα παιδί. Ο «Νικολάκης» στιγμάτισε όλη μου τη ζωή – αν σκεφτείτε πως, για πάρα πολλά χρόνια, πήγαινα στην τράπεζα, στον φούρνο, σε ένα περίπτερο ή και στο γραφείο ενός υπουργού π.χ., και με έλεγαν «Νικολάκη», όχι «Κώστα».

Υπήρξαν και σχέσεις σου, στην προσωπική σου ζωή, που δεν «ανέχτηκαν» τον «Νικολάκη» και τη σαρωτική του επιτυχία;
Δυστυχώς, ναι. Επίσης, ευτυχώς, καταλάβαινα πάντα, γιατί με έκαναν παρέα κάποιοι. Υπήρχε περίοδος που είχαμε πολύ μεγάλη «αυλή» – και ο Δώρος και εγώ. Αλλά, από την αρχή, ξέραμε με ποια κίνητρα μάς προσέγγιζε ο κάθε ένας.
Πώς διαφοροποιούσατε την «οικογενειακή» σχέση που είχατε με τον Δώρο, σε αντιδιαστολή με την επαγγελματική – αφού εκείνος ήταν ο θιασάρχης κι εσύ ο πρωταγωνιστής; Πώς κρατιόντουσαν οι ισορροπίες μεταξύ σας;
Εύκολα. Στις πρόβες, τις περισσότερες φωνές τις άκουγα εγώ (γελάει). Ήθελε να είμαι «το παράδειγμα», κι έτσι δεν μου χαρίστηκε ούτε μία στιγμή στη δουλειά – γι’ αυτό και, κατά καιρούς, είχαμε και τους τσακωμούς μας. Στη ζωή, όμως, ο Δώρος είναι «ο αδελφός μου», είναι «η οικογένειά μου», κι αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Του χρωστώ τα πάντα!

Ξεκίνησε ήδη να σου λείπει ο «Νικολάκης»;
Πολύ! Πάρα πολύ! Τώρα άρχισα να γερνώ… Γιατί ο «Νικολάκης» με κρατούσε νέο! Τώρα πια άρχισα να συνειδητοποιώ και την ηλικία μου. Δεν είμαι πια εκείνο το 15χρονο «παιδί», δεν είμαι πια ο «Νικολάκης»…

Info:
Ο Κώστας Σχοινιού, ως ο δημιουργός του «Θεάτρου Γέλιου» με επικεφαλής, μέχρι πέρσι, την Όλγα Ποταμίτου, δίνει παραστάσεις, κάθε καλοκαίρι, σε όλη την Κύπρο. Ταυτόχρονα, με το «Θέατρο Κάρμα», που ο ίδιος δημιούργησε το 2016, δίνει παραστάσεις κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου σε Λύκεια και Τεχνικές Σχολές. Αυτή την περίοδο, το «Θέατρο Κάρμα» παρουσιάζει δύο παραστάσεις, μία για «Τα ασυνόδευτα παιδιά του 1974», και μία ακόμη με τίτλο «Των Αθανάτων», για τα 70χρονα του Απελευθερωτικού Αγώνα 1955-1959. Μαζί με τον Κώστα, παίζουν στις παραστάσεις αυτές οι ηθοποιοί: Απόστολος Ιωαννίδης, Κυριακή Μανουσάκη, Βαλεντίνα Νικολάου.


