Ο τίτλος θα μπορούσε να γραφόταν κι αλλιώς: Η Άννα Βίσση, Η συνέπεια του απρόβλεπτου! Τι κάνει σωστά, λοιπόν, η Άννα Βίσση; Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει και να είναι σχετικά βέβαιος πως έχει σοβαρές πιθανότητες να μην απωλέσει τα χρήματά του πως την παραπάνω ερώτηση έχουν υποβάλει στον εαυτό τους -αλλά και στους συνεργάτες τους- απειράριθμοι καλλιτέχνες του εγχώριου μουσικού στερεώματος εδώ και δεκαετίες. Όχι μόνο για να ιχνηλατήσουν στα ίχνη της αναντίρρητα δημοφιλούς και διαχρονικής συναδέλφου τους ή για να -ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δείκτη της παλάμης μας- για να την κοπιάρουν ανερυθρίαστα, αλλά και για την ερμηνεύσουν και να την εξηγήσουν. Όπως, δηλαδή, είθισται να συμβαίνει με τα φαινόμενα. Άλλωστε, δεν είναι σύνηθες, εύκολο και σίγουρα καθόλου αυτονόητο, να παραμένεις ενεργός, δραστήριος, παραγωγικός και κυρίως relevant με την εποχή σου – ειδικά πια σε έναν κόσμο που γεννά καθημερινά σύμπαντα τάσεων τα οποία ξεπερνά πριν προλάβει να καταπιεί, να χωνέψει και να μεταβολίσει.
Τι κάνει, λοιπόν, σωστά η Άννα Βίσση; Ή, αλλιώς, μια γυναίκα υπερτροφικά γνωστή, υπερβολικά διάσημη και τόσο οικεία σε όλους που θα μπορούσε -στην καλύτερη περίπτωση- να θεωρείται δεδομένη, στη χειρότερη να φλερτάρει με τον επιθετικό προσδιορισμό της παραγνωρισμένης. Αν θέσεις το ερώτημα στο Chat GPT, το εσχάτως αγαπημένο εργαλείο στο οποίο όλοι λίγο πολύ ακονίζουμε -με περίσσευμα άγνοιας κινδύνου- το ταλέντο μας στο παιχνίδι του φωτεινού παντογνώστη, θα απαντήσει για την ερμηνεία της που βρίθει πάθους και αλήθειας. Θα γράψει για το χαμαιλεοντισμό και τη δυνατότητά της να ανανεώνεται διαρκώς, για την ευθυκρισία και τη διορατικότητα με τις οποίες αντιμετωπίζει συνεργασίες της και βέβαια για τον τρόπο που διαχειρίζεται την εικόνα της και την απροσποίητη -κατ’ αναλογίαν του celebrity status της- παρουσία της στα κοινωνικά δίκτυα.
Εκείνο που πιθανότατα ή δε γνωρίζει ή δεν μπορεί (ακόμα) να μετρήσει το εργαλείο της τεχνητής νοημοσύνης είναι η συνέπεια που έχει καταφέρει να επιδείξει η «Απόλυτη». Και δε μιλάμε για τη συνέπεια του να υπάρχει, να κυκλοφορεί νέο υλικό, να δημιουργεί και να υπηρετεί concepts που μοιάζουν περισσότερο με πείραμα (και άρα ενέχουν ρίσκο) παρά με αναμάσημα του εαυτού της αλλά περισσότερο για την πίστη της στο αναπάντεχο ή, αλλιώς, σε αυτό που οι άλλοι δεν περιμένουν από εκείνη. Έπειτα από μισό και πλέον αιώνα καριέρας, πωλήσεις άλμπουμ που έχουν ξεπεράσει τα 30 εκατομμύρια και περί τα 300 χιλιάδες streams μηνιαίως μόνο στην πλατφόρμα του Spotify, η Βίσση θα μπορούσε να λειτουργεί ως juke box των αλλοτινών επιτυχιών της τις οποίες θα αναμασούσε περιβεβλημένη τον μανδύα της πολύπειρης και αξιοσέβαστης ντίβας. Αντιθέτως, εκείνη ξεβολεύεται από τις δάφνες που της έχουν αποδώσει, επιλέγει να ψάχνει, να δοκιμάζει και τελικά να επιχειρεί πράγματα που πριν γιγαντωθούν σε επιτυχία μπορεί σε πρώτη ανάγνωση να φαντάζουν ακόμα και εντελώς λάθος ή αταίριαστα με το εκτόπισμα και τη φήμη τα οποία θα όφειλε να υπηρετεί.

Ποιος, ας πούμε, θα περίμενε από εκείνην να κυκλοφορήσει τραγούδια όπως τα «Ηλιοτρόπια», η «Γκαζόζα» ή το πιο πρόσφατο hit της με τίτλο «Σαντρέ» (όλα τους από την «Panik Records»); Όμως φαίνεται πως πολύ συνειδητά η Βίσση επιλέγει να μην υπηρετήσει το στερεότυπο ή το αναμενόμενο ή ακόμα και εκείνο που σε πολλούς θα έμοιαζε ως σωστό, αλλά να εξυπηρετεί το δικό της όραμα. Και μάλιστα όχι πουλώντας το και παλεύοντας με νύχια και με δόντια να το επιβάλει ως απόλυτη αλήθεια, αλλά εξακολουθώντας και η ίδια να μαθαίνει μέσα από τη δοκιμή, την επιτυχία και σπανιότερα την αποτυχία. Σε κάθε περίπτωση, επιμένει να κάνει εκείνο που έμαθε από παιδί χωρίς να θυσιάζει ως σπονδή στο βωμό της μεγεθυσμένης εικόνας τη διάθεση για εξερεύνηση. Άλλοι θα ήταν απλώς ok να αναμασούν τον εαυτό τους. Όχι η Βίσση, η οποία για παράδειγμα αποφάσισε να εγκαταλείψει τις μεγάλες, φαραωνικών διαστάσεων πίστες και να προτείνει το δικό της υβρίδιο live εμφανίσεων, δημιουργώντας για μία ακόμα φορά σχολή.
Όμως δεν είναι μόνο οι επιλογές αναφορικά με την καλλιτεχνική σταδιοδρομία της που έσωσαν την Βίσση από το να γίνει ένα κακέκτυπο του νεότερου εαυτού της και κατάφεραν να τη διατηρούν ενδιαφέρουσα, όχι μόνο για το κοινό το οποίο μεγάλωσε μαζί της αλλά και για στρατιές νεότερων ακροατών – αυτών που δεν μπορείς πια να συγκεντρώσεις σε ένα οποιοδήποτε ερέθισμα για περισσότερο απ’ όσο διαρκεί ένα σοσιαλμιντιακό σκρολάρισμα. Ούτε είναι μόνο τα τραγούδια της από όλες τις περιόδους της καριέρας της που συντηρούν όχι το μύθο αλλά την πραγματικότητα μιας καλλιτέχνη. Είναι και η ίδια η στάση της απέναντι στην ζωή που φαίνεται τελικά να εκτιμάται συλλήβδην από το ετερόκλητο σε αναφορές, ηλικίες και καταβολές κοινό της.
Για σκεφτείτε το. Σε έναν κόσμο όπου όλοι εργαλειοποιούν την απήχηση που απολαμβάνουν για να μιλούν και να παρεμβαίνουν, που καθένας επαιτεί για την προσοχή με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος, που όλοι έχουν άποψη ισοδύναμη θέσφατου επί παντός του επιστητού, η Βίσση έχει επιλέξει ξεκάθαρα έναν δρόμο ήπιο, ήσυχο, μη παρεμβατικό. Δεν tweet-άρει τις μεγάλες αλήθειες της ζωής, δεν πασχίζει να καβαλήσει το κύμα των viral ειδήσεων και των διχαστικών γεγονότων για να υφαρπάξει πρόσκαιρους ψηφιακούς επαίνους, δεν παραχωρεί συνεντεύξεις με το καντάρι σπαταλώντας τον εαυτό της (και το χρόνο του κοινού) με φλυαρίες. Ναι, μπορεί κάποτε η ίδια να έκανε τον εαυτό της ντοκιμαντέρ και να μίλησε de profundis (ή ακόμα και με λεπτομέρειες που κανενός δεν άλλαξαν την ζωή), όμως το έπραξε όταν έκρινε η ίδια ότι υπήρχε λόγος να το κάνει. Όχι γιατί το επέβαλλαν οι περιστάσεις, οι τάσεις ή η στροφή που έχει πάρει ο κόσμος.
Σε μια στιγμή όπου όλοι φωνάζουν, για να ακουστούν ή για να μην ακούσουν τους άλλους, η Βίσση επιλέγει η προσωπική πλάστιγγά της να γέρνει στο τραγούδι. Κι αυτό είναι τοποθέτηση απέναντι στα πράγματα, θέση και στάση ζωής. Είναι μια από τις επιλογές που δημιούργησαν το παλίμψηστο της «Απόλυτης» – λέξη που κάποτε χρησιμοποιούνταν ενίοτε χαριτολογώντας ή περιπαικτικά αλλά, όσο ο καιρός περνά, τόσο πιο ανάγλυφα και καίρια περιγράφει την τραγουδίστρια. Τι κάνει, τελικά, καλά η Βίσση; Αυτό το άρρητο που δεν χωρά σε λόγια, αλλά μπορεί να το ερμηνεύσει κανείς μόνο σε συναίσθημα, να νιώσει από την ενέργεια, να το καταλάβει όταν η Βίσση σηκώνει τα μανίκια επί σκηνής. Εκείνες τις στιγμές που τον κάνει να νιώθει ο ένας, ο μοναδικός, ο απόλυτος fan!


