Η ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΠΕΛΑΓΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΤ1, «GRAND HOTEL», ΠΟΥ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ, ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ, ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ, ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΤΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗ, ΑΦΟΥ -ΟΧΙ ΑΔΙΚΑ- ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΗΝ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΣΥΓΚΡΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΑ ΒΡΕΤΑΝΙΔΑ ΗΘΟΠΟΙΟ OLIVIA HUSSEY, ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ: «ΤΑ ΠΙΟ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΗΡΙΑΛ ΦΕΤΟΣ!».
Μισή Ελληνίδα, μισή Αγγλίδα – από την πλευρά της μητέρας σου. Ποια ήταν τα θετικά του να μεγαλώνεις με δύο κουλτούρες; Τι πήρες από το ελληνικό σου «αίμα» και τι από το βρετανικό;
Το πιο όμορφο πράγμα στο να μεγαλώνεις με δύο κουλτούρες, είναι ότι νιώθεις πως έχεις δύο «σπίτια» στον κόσμο· δύο σημεία όπου νιώθεις ότι ανήκεις. Και το να μπορείς να εκφράζεσαι αυθόρμητα σε δύο γλώσσες -και με δύο τρόπους σκέψης-, θεωρώ πως είναι ένα δώρο. Από την Ελλάδα πήρα την αγάπη μου για τον πρωινό καφέ, τη λατρεία μου για τη θάλασσα, ίσως και λίγο περισσότερο συναίσθημα – αυτό το έντονο, που δεν κρύβεται. Από την Αγγλία, πήρα την οργάνωση, την πειθαρχία, την αίσθηση του σεβασμού και της ευγένειας.
Διάβασα πάντως κάπου πως μέχρι τα 7 σου χρόνια μιλούσες ελάχιστα την ελληνική γλώσσα. Αυτό πόσο σε δυσκόλεψε στην επανεγκατάστασή σου, μαζί με την οικογένειά σου, σε εκείνη την ηλικία, στην Ελλάδα;
Ο μπαμπάς μου -μάλλον πεπεισμένος ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουμε ποτέ στην Ελλάδα- δεν μου είχε μάθει ελληνικά. Κι όταν, τελικά, λόγω δουλειάς, αποφάσισε ότι μετακομίζουμε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη, δεν ήταν και η πιο… ομαλή κίνηση (χαμογελάει). Ήμουν από πάντα ένα μικρό «φυτουκλάκι» και θυμάμαι πως, όταν έμαθα ότι υπάρχει πιθανότητα να ξανακάνω την Α’ Δημοτικού επειδή δεν ήξερα τη γλώσσα, έκανα «επανάσταση» – μικρών διαστάσεων, αλλά έντονη. Έβαλα τα δυνατά μου και τελικά δεν χρειάστηκε. Στην αρχή, θυμάμαι, βαριόμουν απίστευτα στο σχολείο γιατί δεν καταλάβαινα κανέναν γύρω μου – από τότε, κυκλοφορώ πάντα με ρολόι· το κοιτούσα κάθε πέντε λεπτά, μετρώντας αντίστροφα μέχρι να τελειώσει η μέρα και να πάω σπίτι μου. Ευτυχώς, όμως, είχα ανθρώπους δίπλα μου. Η μαμά μου έμαθε ελληνικά μαζί μας – βοηθώντας εμένα και την αδελφή μου με τα μαθήματα, τη γλώσσα, τα πάντα. Και, μέσα σ’ όλο αυτό, έκανα φίλους που με στήριξαν πραγματικά. Κάποιες από αυτές τις κοπέλες είναι ακόμα κολλητές μου – τις νιώθω σαν αδελφές μου. Οπότε, ναι, ήταν δύσκολο, αλλά και πολύτιμο. Με έκανε πιο ανθεκτική, πιο ευγνώμων και -κάπως- αυτό που είμαι σήμερα.

Τι παιδί ήσουν; Εγώ, από τις λίγες συνεντεύξεις που έδωσες και παρακολούθησα, εισπράττω πως πρέπει να ήσουν ιδιαίτερα χαμηλών τόνων, «κλειστό», με λίγους φίλους – δεν θα ήσουν σίγουρα η «ψυχή της παρέας». Σωστά;
Όχι, δεν ήμουν ποτέ η «ψυχή της παρέας», αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είχα παρέες. Πάντα είχα πολύ καλούς φίλους γύρω μου – και μάλιστα μερικοί είναι ακόμα δίπλα μου, σχεδόν σαν οικογένεια. Είχα μια συστολή, ίσως επειδή κάποιες φορές δεν ένιωθα σίγουρη με τη γλώσσα, αλλά δεν ήμουν ποτέ αντικοινωνική. Μεγαλώνοντας δεν με τραβούσε ποτέ η φασαρία των clubs και των πάρτι, αλλά είχα μια παρέα όπου όλοι ήμασταν αρκετά διαφορετικοί μεταξύ μας και αποδεχόμασταν ο ένας τον άλλον. Ήμουν χαμηλών τόνων σε κάποιες περιστάσεις – αλλά όχι σε όλες!
Η εσωστρέφειά σου, πόσο σε δυσκόλεψε στη ζωή, μεγαλώνοντας;
Από μικρή βρήκα τεράστια διέξοδο στο θέατρο. Ξεκίνησα μαθήματα υποκριτικής επειδή ήθελα πολύ να γίνω ηθοποιός, αλλά και γιατί μέσα απ’ αυτό μπορούσα να κάνω πράγματα που δεν θα τολμούσε αλλιώς η Φωτεινή. Εκεί δούλεψα πολύ την αυτοπεποίθησή μου. Είχα συχνά μια φωνή στο κεφάλι μου που μου έλεγε «μήπως αυτό που είπες ήταν χαζό;», αλλά όσο μεγάλωνα έμαθα να την αγνοώ. Πλέον είμαι καλά με αυτό που είμαι. Δεν θέλω να δείχνω πιο εξωστρεφής απ’ όσο νιώθω. Δεν προσπαθώ να φαίνομαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι.

Να υποθέσω, έτσι τουλάχιστον όπως έχουμε στο μυαλό μας την δημόσιά σου εικόνα, πως σπάνια εκνευρίζεσαι, σπάνια θυμώνεις, κι ακόμη πιο σπάνια θα βάλεις τις φωνές αν κάτι σε ενοχλήσει;
Μη νομίζεις! Θυμώνω. Είμαι Ταύρος! (Γελάει). Οι φωνές δεν είναι ο πρώτος μου τρόπος αντίδρασης αλλά, αν μου τις προκαλέσεις, ναι, μπορώ να τις βάλω. Πιο πολύ με πιάνει μέσα μου, αλλά υπάρχουν και στιγμές που ξεσπάω.
Έχεις στο μυαλό σου να ξαναγυρίσεις στην Αγγλία, Φωτεινή; Ή, έτσι όπως ωραία εξελίσσονται τα πράγματα στην καριέρα σου στην Αθήνα, θα ισχύσει και για σένα η ρήση για το «ουδέν μονιμότερο…»;
Έχω μάθει πως οι μεγάλες αλλαγές στη ζωή, συχνά έρχονται ξαφνικά και από το πουθενά, οπότε δεν αποκλείω τίποτα πλέον! Η Αγγλία είναι πάντα μέσα μου. Αλλά, προς το παρόν, νιώθω καλά εδώ, νιώθω πως «ανθίζω». Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, βρίσκω ανθρώπους, συνεργασίες, και ρόλους που με εξελίσσουν. Αν προκύψει κάτι ενδιαφέρον στο εξωτερικό, φυσικά θα το συζητήσω – αλλά για τώρα, το «σπίτι» μου είναι εδώ.
Από μικρή ήθελες να γίνεις ηθοποιός. Αυτό που σπούδασες στη συνέχεια, εξάλλου. Γιατί; Τι ήταν αυτό που σου προκαλούσε τόσο πολύ το ενδιαφέρον στην υποκριτική;
Μπορεί να μην ήταν το πιο «σωστό», αλλά από παιδί έβλεπα πάρα πολλή τηλεόραση. Κυρίως αγγλική. Σειρές, ταινίες, παιδικά, για ενήλικες – έβλεπα τα πάντα! Κάπως έτσι, νομίζω, έμαθα τη «γλώσσα» αυτής της Τέχνης από πολύ μικρή· το πώς εκφράζεται ένα συναίσθημα, όχι μόνο υποκριτικά αλλά και σκηνοθετικά, με ήχο, με εικόνα. Θυμάμαι είχα δει μια ταινία με τη Scarlett Johansson και είπα: «Αυτό θέλω να κάνω! Να γίνω σαν αυτή». Όχι να «είμαι» αυτή, αλλά να ζω κι εγώ διαφορετικές ζωές μέσα από ρόλους. Να λέω ιστορίες. Ήθελα, λοιπόν, πάρα πολύ να σπουδάσω υποκριτική στην Αγγλία, αλλά δεν είχα τα λεφτά για να το κάνω αμέσως. Οπότε σκέφτηκα: Ας σπουδάσω πρώτα κάτι που με φέρνει πιο κοντά στις ιστορίες. Έκανα Αγγλική Φιλολογία στο Exeter και εκεί μελέτησα πώς γράφεται η «τέλεια» ιστορία. Είχαμε κινηματογράφο, Σαίξπηρ, δημιουργική γραφή, θεατρικά – τα πάντα. Ήθελα να γίνω expert στο storytelling, όχι μόνο να το παίζω αλλά να το καταλαβαίνω.

Έχοντας ήδη δουλέψει σε παραγωγές μεγάλων καναλιών στην Αγγλία -στο BBC, στο Channel 5, στο PBS-, ανάμεσα σ’ άλλα και ως production manager, και έχοντας βραβευτεί μάλιστα, εισπράττοντας πολύ θετικά σχόλια για δικές σου δουλειές, όπως συνέβη με το φιλμ «Locked In», που επιμελήθηκες σκηνοθετικά και ήταν ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού «Straight8», το 2017, η σύγκριση μετέπειτα με τον ελληνικό τρόπο δουλειάς, ξεκινώντας αρχικά από τη συνεργασία σου με την Μιμή Ντενίση, μετέπειτα στο «Μαύρο Ρόδο» και τώρα στο «Grand Hotel», πώς ήταν; Ποιες διαφορές εντοπίζεις;
Μετά το πτυχίο μετακόμισα στο Λονδίνο για να κυνηγήσω το όνειρο της υποκριτικής. Αλλά, είναι δύσκολος χώρος…Και ακριβή πόλη! Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε εταιρεία παραγωγής ντοκιμαντέρ. Εκεί έμαθα πάρα πολλά. Πώς εφαρμόζονται στην πράξη όλα αυτά που έμαθα στη θεωρία. Ήταν γερό «σχολείο». Οι διαφορές με την Ελλάδα, που με ρωτάς, είναι αρκετές – κυρίως στα budget, ας μην κοροϊδευόμαστε. Όταν υπάρχουν περισσότερα χρήματα, φαίνεται σε όλα: Στο χρόνο, στη λεπτομέρεια, στην ποιότητα της παραγωγής. Επίσης, στην Αγγλία είναι πιο αυστηροί, υπάρχει μεγαλύτερη οργάνωση και τήρηση των κανόνων. Αυτό, για μένα, είναι θετικό. Εδώ, ο χώρος είναι μικρότερος. Αλλά μόλις κατάφερα να ανοίξω την πρώτη «πόρτα», είχα την ευκαιρία να δουλέψω με σπουδαίους ανθρώπους. Και νιώθω πως υπάρχει χώρος για μένα. Κι αυτό, όταν είσαι ηθοποιός, σημαίνει πολλά.
Πώς και παράτησες αυτή την ανελισσόμενη καριέρα που είχες πια δημιουργήσει στην Αγγλία, για να «δοκιμαστείς» επαγγελματικά στην Ελλάδα;
Στην Αγγλία δούλεψα μέχρι τα 30 μου χρόνια, «χτίζοντας» μια πορεία σταθερά, με πολύ κόπο. Οπότε όταν ήρθε η ευκαιρία να πρωταγωνιστήσω στο «Μαύρο Ρόδο», δεν το είδα απλώς ως μια δουλειά – ήταν σχεδόν σαν να ολοκληρώνεται ένα όνειρο ζωής. Ποιος ανερχόμενος ηθοποιός θα έλεγε όχι σε αυτό; Ομολογώ πως δεν ήταν εύκολη απόφαση. Είχα φίλους, σπίτι, δουλειά, μια ζωή πίσω μου. Αλλά μέσα μου ήξερα πως, αν δεν το δοκιμάσω τώρα, ίσως να το μετανιώσω. Οπότε ήρθα με μια βαλίτσα, πολύ άγχος και πολλή αγάπη για το τι πάω να κάνω. Και χαίρομαι που το έκανα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ!

Ας έρθουμε, όμως, στο επιτυχημένο «Grand Hotel» του ΑΝΤ1 και στην… Πελαγία σου. Μερικές απορίες που «μάζεψα» από τους φανατικούς της σειράς. Καταρχήν, Θα αποκαλυφθεί και επίσημα, κάποια στιγμή, πως ο Βλάσσης είναι ο βιαστής της Πελαγίας;
Ελπίζω πως ναι! Η Πελαγία είναι σίγουρη πως ο Βλάσσης είναι ο βιαστής της, αλλά πλέον είναι λίγο δύσκολο να αποδειχθεί. Εκτός αν ο ίδιος το παραδεχτεί ή τον πιάσουν να το ξανακάνει. Μέχρι τη στιγμή που μιλάμε πάντως, δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο.
Η σχέση Πελαγίας-Βαγγέλη θα οδηγήσει, κάποια στιγμή, στο μέλλον, σε κάτι περισσότερο; Αν όχι σε γάμο, σε επίσημη σχέση μεταξύ τους;
Το λένε συχνά πως θέλουν να παντρευτούν και να μείνουν στο δικό τους σπίτι. Βέβαια, υπάρχουν κάποια «εμποδιάκια»…Όπως το ότι ο Βαγγέλης είναι ήδη παντρεμένος. Υποψιάζομαι ότι μπορεί να εμφανιστούν και κάποια άλλα εμπόδια…Αλλά αγαπιούνται πολύ, οπότε θα το παλέψουν. Είμαι αισιόδοξη ότι στο τέλος θα τα καταφέρουν.

Τώρα που έχει επιστρέψει ο Ιάκωβος, ο σύζυγος της Θεώνης, θα αλλάξουν οι ισορροπίες και για την Πελαγία;
Όσο ο Ιάκωβος παραμένει εκεί, τα πράγματα δεν είναι τόσο ωραία για την Πελαγία. Αυτός δεν την νιώθει μέλος της οικογένειας, με αποτέλεσμα να μη νιώθει αυτή ευπρόσδεκτη στο σπίτι. Επίσης, θα αποκαλυφθεί πως ο Ιάκωβος είναι πιο επικίνδυνος απ’ ότι πιστεύουμε και μπορεί η Πελαγία να κινδυνεύσει εξαιτίας του.
Γενικά, θα μπορούσε αυτό το κορίτσι, η Πελαγία, που υποδύεσαι στη σειρά, να γίνει… φίλη σου;
(Γελάει). Είναι λίγο αφελής και ευαίσθητη για τα γούστα μου. Νομίζω θα την μάλωνα πολύ. Ή θα προσπαθούσα να την πείσω να κάνει περισσότερα με την ζωή της, να στοχεύσει πιο ψηλά. Παρόλ’ αυτά θαυμάζω την αθάνατη ελπίδα που έχει, ενώ έχει περάσει πολύ άσχημα. Και, ναι, θα μπορούσε να είναι φίλη μου γιατί έχει υπέροχη ψυχή.

Στον ελεύθερό σου χρόνο τι σου αρέσει να κάνεις, Φωτεινή;
Παίζω πιάνο, χουχουλιάζω με τις γάτες μου, πάω για ένα ωραίο φαγητό, μια καλή ταινία, πηγαίνω βόλτα, ζω όμορφες στιγμές με ανθρώπους που αγαπώ. Απλά, καθημερινά πράγματα.
Για το μέλλον σου τι ονειρεύεσαι;
Ονειρεύομαι να συνεχίσω να κάνω ενδιαφέροντα πράγματα, με ανθρώπους που θαυμάζω. Να παίζω ρόλους που με πηγαίνουν πιο μακριά. Ίσως να γράψω κάτι δικό μου, κάποια στιγμή. Να κάνω έναν ωραίο ρόλο σε διεθνή παραγωγή, στα αγγλικά. Αλλά όσο μεγαλώνω, το όνειρό μου γίνεται πιο «γήινο» κάπως: Να είμαι χαρούμενη, με υγεία, πολλή αγάπη, μια δημιουργική ζωή, σ’ ένα ζεστό σπιτάκι, με τα γατάκια μου. Δεν ξέρω πού ακριβώς, αλλά ελπίζω να νιώθω καλά με τις επιλογές μου, να είμαι περήφανη για ό,τι έχω καταφέρει, και να απολαμβάνω τη διαδρομή, όποια κι αν είναι αυτή.
Info:
Η σειρά «Grand Hotel» μεταδίδεται από Δευτέρα έως και Πέμπτη, στις 21:15, από τον ΑΝΤ1 Κύπρου.

