Διαχωρίζοντας το ερωτικό στοιχείο από την σχέση τους, οι δύο πρωταγωνιστές δηλώνουν πως παραμένουν «οικογένεια» και ετοιμάζονται να έρθουν στην Κύπρο για τον τελευταίο σταθμό της μεγάλης περιοδείας τους, με την υπέροχη παράστασή τους, «Ο τελευταίος χορός».
ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
Πώς νιώθετε που ολοκληρώνετε πια την περιοδεία σας, την επόμενη εβδομάδα, στην Κύπρο, με την υπέροχη παράστασή σας, «Ο τελευταίος χορός»;
Μαρία: Πολύ ωραία! Γιατί νιώθουμε πως η Κύπρος μας αγαπάει. Είναι η τελευταία μας στάση με την παράσταση που παρουσιάσαμε στην Αθήνα και σε μεγάλη περιοδεία ανά την Ελλάδα. Στην Κύπρο θα είμαστε στο Παττίχειο Δημοτικό Θέατρο Λεμεσού στις 6 Απριλίου, στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου στις 7 Απριλίου και στο Μαρκίδειο Θέατρο Πάφου στις 8 Απριλίου.
Γιάννης: Η προπώληση πήγε τόσο καλά -από την πρώτη εβδομάδα εξαντλήθηκαν τα περισσότερα εισιτήρια-, ώστε βάλαμε και δεύτερη παράσταση στις 6 Απριλίου. Ευχαριστούμε, από τα βάθη της καρδιάς μας, όλους τους Κύπριους!
Μαρία: Και μιλάμε για μεγάλα θέατρα.
Γιάννης: Νιώθω πολλή χαρά που ο κόσμος έχει αγκαλιάσει αυτή την παράσταση. Δεν έχει να κάνει με την δική μας ζωή, αλλά είναι ένα έργο δυνατό.
Είναι ένα δύσκολο έργο και συγκινητικό. Πώς το βιώνετε σε κάθε παράσταση;
Γιάννης: Πράγματι, το έργο μάς λέει να βλέπουμε την μεγάλη εικόνα και ότι την μικρή. Να εστιάζουμε στα σημαντικά της ζωής και όχι στα μικρά – τύπου «γιατί δεν μου μιλάς;» ή «εγώ έκανα αυτό για εσένα, εσύ τί έκανες;» κ.λπ.
Μαρία: Είναι μια αληθινή ιστορία, μια ιστορία που συνδέεται με την συγγραφέα Τάνια Χαροκόπου, και παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Ρέινας Εσκενάζυ. Πρόκειται για μια καθημερινή ιστορία ενός ζευγαριού, όπου ύστερα από 20 χρόνια γάμου βλέπει την ζωή του να ανατρέπεται.
Γιάννης: Βλέπουμε συνεχή εναλλαγή στα συναισθήματα, από το πρώτο λεπτό, μέχρι το φινάλε. Σίγουρα υπάρχουν κοινά πράγματα με τα οποία ταυτίζεται ο κόσμος -είναι η καθημερινότητα βλέπεις, ό,τι συμβαίνει στις ζωές μας- και ο κόσμος φεύγει γεμάτος.
Νιώθεις ασφάλεια να παίζεις με τον Γιάννη, Μαρία;
Μαρία: Πολύ! Και ασφάλεια νιώθω, και οικειότητα νιώθω, και σύνδεση. Και «χημεία» υπάρχει που υποδυόμαστε ένα ζευγάρι. Είναι πολλά αυτά που παίρνω και κουβαλώ από αυτή την σύνδεση με τον Γιάννη.

Εσύ, Γιάννη, νιώθεις το ίδιο;
Γιάννης: Εννοείται. Νιώθω ασφάλεια, αλλά βέβαια, από την άλλη, έχουμε προετοιμαστεί πολύ καλά γι’ αυτό το έργο. Σίγουρα υπάρχουν και τα απρόβλεπτα πάνω στη σκηνή, αλλά με την Μαρία τα ξεπερνάμε με άνεση.
Όταν έσκασε η είδηση του χωρισμού σας, σχεδόν ταυτόχρονα ανακοινώθηκε πως θα δουλέψετε μαζί σε παράσταση. Είχατε δεύτερες σκέψεις γι’ αυτή την παράσταση, με την έννοια ότι εκεί που πάει να απεμπλακεί ο ένας από τον άλλον, πάλι μαζί θα είστε;
Μαρία: Όχι, γιατί δεν αισθάνθηκα ότι πάω να «απεμπλακώ». Ήταν μια απόφαση, κάτω από μεγάλη σκέψη, για το πώς θα οριοθετήσουμε και θα δρομολογήσουμε την προσωπική μας ζωή.
Γιάννης: Δεν χωρίσαμε για να «απεμπλακούμε», αλλά γιατί συνειδητοποιήσαμε πως δεν ταιριάζουμε πλέον σε συγκεκριμένα πράγματα. Η Μαρία είναι η μητέρα του παιδιού μου, κι έχουμε περάσει 17 χρόνια μαζί – με τα ωραία, τα πολύ ωραία, και τα δύσκολα.
Μαρία: Μέσα σε αυτή την περίοδο που μας είχε γίνει η πρόταση, έπεσε στο τραπέζι η κουβέντα «τώρα τι κάνουμε με το θεατρικό;», αλλά είμαστε επαγγελματίες και προχωρήσαμε σε αυτό που είχαμε συμφωνήσει, οπότε δεν μπήκαν στη μέση οι ανησυχίες, και το «τι γίνεται μετά».
Γιάννης: Ευτυχώς, και οι δύο σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, και αυτό είναι πρωταρχικής σημασίας.
Με την ανακοίνωση του χωρισμού σας, διαψεύσατε πάντως τον Ουμπέρτο Έκο που είχε γράψει πως «δεν υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο». Η είδηση για εσάς έγινε viral!
Μαρία: Ναι, αλλά προτιμήσαμε να αφήσουμε να βγει αυτό στα μέσα του περασμένου Αυγούστου, ακριβώς για τον λόγο που έγραψε ο σπουδαίος και αγαπημένος Ουμπέρτο Έκο. Για να είναι όλα πιο ήπια και να περάσει πιο «αναίμακτα» για εμάς, για την ψυχική μας ηρεμία, για το παιδί που ήταν λίγο πριν ξεκινήσει την σχολική χρονιά.
Γιάννης: Σκοπός μας δεν ήταν να ανατρέψουμε τον Ουμπέρτο Έκο, αλλά σε μια περίοδο που όλα είναι -θεωρητικά- πιο ήσυχα, που οι περισσότεροι είναι διακοπές, και τα μοναδικά νέα έχουν να κάνουν με πιο ευχάριστα πράγματα, να βγει το «νέο» αυτό για εμάς, να «φύγει» από πάνω μας, και να προχωρήσουμε. Ήταν συνειδητή απόφαση. Κι η αλήθεια είναι ότι τα Μέσα μας σεβάστηκαν.

Σκεφτήκατε καθόλου μήπως βιαστήκατε να χωρίσετε;
Μαρία: Μα, γιατί το ρωτάνε συνέχεια αυτό;
Ίσως γιατί ήσασταν ένα πολύ ταιριαστό και αγαπητό ζευγάρι, που σχεδόν σας γνωρίσαμε μαζί…
Μαρία: Και η αλήθεια είναι ότι ακόμα είμαστε. Όχι όπως μπορεί να το πάρει κάποιος… Εξακολουθούμε να είμαστε «οικογένεια», ο ένας έχει τον άλλο στην καθημερινότητά του. Απλά πήρε διαφορετική μορφή η σχέση μας. Τολμώ να πω πως η αγάπη μας, έχει δυναμώσει ακόμα περισσότερο. Πήραμε, όμως, μια απόφαση και οφείλουμε να την σεβαστούμε. Αυτά είναι σοβαρά πράγματα. Έγινε μυστικά και με πολλή προσοχή. Μέχρι να πάρουμε εμείς μια απόφαση, και να το κάνουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατεύσουμε τα πάντα…
Γιάννης: Νομίζω ότι για να φτάσεις σε ένα τέτοιο σημείο, έχεις περάσει από όλες τις φάσεις, της συζήτησης, της σκέψης, της κατανόησης, της υποχώρησης. Το μόνο που μετράει είναι να είναι δύο άνθρωποι που να συνεννοούνται και να σέβεται ο ένας τον άλλον – και αυτό το έχουμε καταφέρει. Εμείς πήραμε τόσο σοβαρά -ως δύο ώριμοι ενήλικες άνθρωποι- αυτή την απόφαση ζωής -απόφαση «οικογένειας» θα την έλεγα-, που να είσαι σίγουρος, πως με αυτή μας την απόφαση, δεν υπάρχει ούτε στο ελάχιστο η αμφιβολία. Δεν υπάρχει πισωγύρισμα.
Όταν το είπατε στην κόρη σας, την Ισμήνη, θυμάστε την αντίδρασή της;
Μαρία: Δεν μου επιτρέπεται να μιλήσω για την Ισμήνη. Η Ισμήνη έχει αποφασίσει να μην αναφερόμαστε σε εκείνη, και το σέβομαι απόλυτα. Συγκεκριμένα, την παραδέχομαι γι’ αυτό.
Γιάννης: Είναι αλήθεια πως η Ισμήνη δεν θέλει να μιλάμε για εκείνη δημόσια, και ουσιαστικά μας υπενθυμίζει ότι χρειάζεται ακόμα προστασία. Αυτό δεν πρέπει να κάνουν οι γονείς, άλλωστε; Να προστατεύουν τα παιδιά τους, όσο κι αν μεγαλώνουν… Αλλά αυτό προσπαθούσαμε να κάνουμε πάντα. Ακόμα και φωτογραφίες της Ισμήνης, σπάνια θα βρεις στα media.

Πλέον πώς είναι η καθημερινότητά σας; Δεν μένετε μαζί;
Μαρία: Όχι, δεν μένουμε μαζί.
Γιάννης: Έχω μετακομίσει σε ένα σπίτι κοντά. Για μένα, είναι πρωτόγνωρο γιατί ήμουν αυτός που έφυγα από το οικογενειακό σπίτι, και ομολογώ πως μου λείπουν πολλά από όσα έχω ζήσει στην προηγούμενη κατάσταση.
Πώς είναι να είσαι εργένης ξανά, στα 47 σου, Γιάννη;
Είναι περίεργο. Ειδικά μετά από τόσα χρόνια, είχα ξεχάσει να κάνω πολλά πράγματα, όπως το να βάλω ένα πλυντήριο, και γενικά να είμαι αυτόνομος, αλλά και να κοιμάμαι μόνος. Είναι δύσκολο να μην βλέπω την μικρή με το που ξυπνάω ή να πέφτω να κοιμηθώ χωρίς να της πω «καληνύχτα» από κοντά.
Φαντάζομαι, ωστόσο, πως είσαι και πιο άνετος στο φλερτ, τώρα. Πώς το αντιμετωπίζεις αυτό;
Είναι δύσκολο να σε φλερτάρουν και να ψάχνεις τα πατήματά σου. Από την άλλη, είναι πιο εύκολο το φλερτ τώρα, γιατί, μεγαλώνοντας, ξέρεις τι θέλεις.
Ως ζεν-πρεμιέρ, το φλερτ υπήρχε πάντα στη ζωή σου;
Ναι, αλλά είναι άλλο πράγμα έχοντας οικογένεια δίπλα σου, και διαφορετικά όταν είσαι μόνος και ευάλωτος.
Μαρία, θυμάμαι να κλαις στο τηλέφωνο όταν μιλήσαμε λίγες μέρες μετά την είδηση του χωρισμού. Είναι πολύ ιδιαίτερη στιγμή…
Μαρία: Την είδηση την έβγαλες εσύ, Γιώργο, να το πούμε αυτό. Να σημειωθεί στα πρακτικά (γελάει). Ναι, το θυμάμαι και εγώ, φυσικά. Ξέρεις γιατί έκλαιγα; Είχα διαβάσει το κείμενο που είχες γράψει για εμάς, και τότε ήταν η στιγμή της συνειδητοποίησης. Της συνειδητοποίησης πολλών πραγμάτων, και η αρχή ενός «κλεισίματος πόρτας».

Υπάρχουν δύο ζευγάρια που μου έρχονται στο νου, όταν ακούω την λέξη χωρισμός: Η Άννα Βίσση με τον Νίκο Καρβέλα, που μετέτρεψαν την αγάπη που τους συνέδεε σε δημιουργία -η τραγουδίστρια είναι η αιώνια μούσα του συνθέτη- και η Elizabeth Taylor που παντρεύτηκε -και χώρισε- δύο φορές τον Richard Burton, κάνοντας την παθιασμένη σχέση τους μια από τις πιο εμβληματικές του Hollywood. Βλέπετε ομοιότητες μεταξύ εσάς και με αυτά τα ζευγάρια;
Γιάννης: Δεν υπάρχει «πρότυπο», αλλά υπάρχει αγάπη – και είναι κάτι που το ξέρουμε και οι δύο.
Μαρία: Δεν μας συγκρίνω ούτε με το δίδυμο Βίσση-Καρβέλα, ούτε φυσικά με το Taylor-Burton. Συνειδητά έχουμε πάρει την απόφασή μας και με χρέος απέναντι στο παιδί – όχι επιπόλαια. Εξακολουθούμε να είμαστε οικογένεια με τον Γιάννη, αλλά δεν θα μπορώ να είμαι φίλη μαζί του. Ήταν ο άνθρωπός μου, έχουμε μεγαλώσει ουσιαστικά μαζί, έχουμε βιώσει πολλές καταστάσεις μαζί – αυτό δεν αλλάζει, ούτε κανείς μπορεί να πάρει τα χρόνια αυτά που ζήσαμε, και που βασικά συνεχίζουμε να ζούμε ως οικογένεια.
Έχετε σκεφτεί πώς θα αντιδράσετε όταν δείτε τον άλλον με άλλον σύντροφο;
Μαρία: Σίγουρα δεν είμαστε «Σουηδία». Οφείλω, φυσικά, να το δεχτώ, δεν γίνεται διαφορετικά. Δεν ξέρω πώς θα νιώσω. Εξαρτάται από το μέγεθος, τον απόηχο, τον τρόπο που θα το μάθω, την γυναίκα που θα είναι δίπλα του… Πώς να το πω; Θα ήθελα ο Γιάννης να έχει δίπλα του μια γυναίκα «μεγάλων κυβικών». Αλλά δεν είναι νωρίς για να τα συζητάμε για αυτά;
Γιάννης: Συμφωνώ πως είναι νωρίς! Πολύ νωρίς, ίσως. Δεν μπορώ να ξέρω πώς θα αντιδράσω, από τη μεριά μου. Κι εγώ, θέλω το καλύτερο για την Μαρία. Είμαι σίγουρος πως οι επιλογές της θα είναι μετά από σκέψη. Όταν έρθει η στιγμή, θα σου πω… (γελάμε).
Υπάρχουν βασικές πληροφορίες που μπορεί να θεωρούνται δεδομένο ως γνωστές για εσάς, αλλά που νομίζω πως λίγοι θυμούνται ή ξέρουν: Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια, καταρχήν; Πού μεγαλώσατε;
Μαρία: Γεννήθηκα στην Αθήνα, έχω μεγαλώσει στο Παλαιό Ψυχικό, έχω δύο αδέλφια, τον Αντώνη και τον Γιάννη. Μεγάλωσα σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, ήταν η κλασική οικογένεια, με τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν 11 χρόνων. Γενικά ήμουν ένα χαμηλών τόνων παιδί, αν και είχα την «φωτιά» της επαναστάτριας. Μέχρι που έφυγα για Αμερική. Ήθελα από μικρή να πάω στην Αμερική, και στα 18 μου πήγα στην Βοστώνη για να σπουδάσω – αρχικά φωτογραφία, αλλά τελικά έκανα παρουσίαση και δημοσιογραφία μαζί. Ήμουν σε ένα μεγάλο Πανεπιστήμιο όπου κάναμε από σκηνοθεσία, μοντάζ, φώτα, μοντάζ, κάμερες μέχρι ρεπορτάζ και έρευνα.
Και πώς προέκυψε η υποκριτική;
Από τα χρόνια της Αμερικής, πήγα στην Δραματική Σχολή «Acting for film». Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 2004, εντελώς τυχαία -παρόλο που δεν πιστεύω στο τυχαίο, γιατί όλα είναι εσωτερικές υποσυνείδητες σκέψεις και επιθυμίες-, με «βουτάει» ο Μιχάλης Τσαουσόπουλος -τον οποίο γνώρισα μέσω του παιδικού μου φίλου, του dj Αλέξανδρου Χριστόπουλου- και ξεκινήσαμε μαζί στο ραδιόφωνο, την εκπομπή «Breakfast στα Fm». Εκεί πήγα Απρίλιο του 2004, και τον Δεκέμβριο, πήρα τον πρώτο μου ρόλο, στα «Κρυφά Μονοπάτια» του Μανούσου Μανουσάκη. Θυμάμαι πως είχα καθυστερήσει να στείλω το βιογραφικό μου, και μία εβδομάδα μετά, με πήρε τηλέφωνο η σύζυγός του, η Μαρία Μανουσάκη, που μου είπε με μια σπαστή φωνή: «Θέλει να σε δει ο Μανούσος Μανουσάκης, από κοντά». Ο Μανούσος ήταν Αιγόκερως, σαν κι εμένα. Ήταν ένας σκηνοθέτης, ένας καλλιτέχνης, που αγαπούσε τους ηθοποιούς του – τέτοιοι σκηνοθέτες, δεν υπάρχουν πια. Ήθελε να βλέπουν οι άλλοι ότι είσαι η μούσα του, αγαπούσε τους ηθοποιούς, τους ήθελε πρωταγωνιστές, να βγαίνουν μπροστά. Του άρεσε να βγάζει καινούργια ταλέντα! Πήγα σε αυτή την οντισιόν τότε, και έτσι ξεκίνησα.
Εσύ, Γιάννη, που μεγάλωσες;
Γιάννης: Μεγάλωσα σε μια μικροαστική οικογένεια στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην Νέα Ιωνία. Σχολείο πήγαινα στη Νέα Ερυθραία γιατί ήθελα να μένω και με τον παππού και την γιαγιά. Έχω έναν αδελφό μεγαλύτερο και μια μικρότερη αδελφή. Στο σχολείο ήμουν μαθητής του 16, χωρίς να διαβάζω πάρα πολύ. Ήμουν ήρεμο και καλό παιδί, αφιερώνοντας πολλές ώρες στο handball, αρχικά στην ομάδα της Νέας Ιωνίας, και μετά έπαιζα σε μεγάλες κατηγορίες, όπως στην ΑΕΚ και στον Πανελλήνιο, αλλά αυτά ήρθαν παράλληλα με την δουλεία μου.
Ήσουν από τα παιδιά που ήθελε να γίνει ηθοποιός από μικρός;
Ναι. Έκανα ραδιόφωνο στα 15 μου στον «Fly 104,0 Fm».
Όπως και η Μαρία…
Η Μαρία έκανε πιο μεγάλη ραδιόφωνο, εγώ ως έφηβος. Πιτσιρικάς τότε, είχα βάλει πολύ θέατρο στην εκπομπή που έκανα κι έτσι ήρθα πολύ κοντά με το θέατρο. Έγινε στόχος ζωής! Έτσι, μετά το λύκειο, πήγα στην Δραματική Σχολή του Διομήδη Φωτιάδη – την ίδια σχολή είχε βγάλει και ο Άρης Σερβετάλης. Πριν τελειώσω την σχολή, βρέθηκα στον δρόμο του Αλέξανδρου Ρήγα, και μου έδωσε ένα ρόλο στο «Κόκκινο δωμάτιο», σε εκείνο το επεισόδιο με την Ελένη Ράντου. Στον Αλέξανδρο με σύστησε ο Τάκης Ζαχαράτος. Είχα κάνει μια συνέντευξη στον Τάκη για το ραδιόφωνο, και κρατούσαμε επαφή. Ένα καλοκαίρι, τον είδα τυχαία στην Μύκονο, κάτι του είπα και μου είπε πως θα με συστήσει στον Αλέξανδρο Ρήγα – τότε ο Τάκης είχε κάνει μια συμμετοχή στο «Κόκκινο δωμάτιο». Έγινε αυτό, λοιπόν, και μετά έπαιξα στο «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» της Κάκιας Ιγερινού, δίπλα στον Θανάση Βέγγο, στον «Φάρο» του Μανούσου Μανουσάκη, στην «Λόλα», στον «Έρωτα», σε όλα με πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Τον τελευταίο καιρό γυρίζεις τον κόσμο με την πολύ επιτυχημένη ταινία που έχεις σκηνοθετήσει, «Abyss In»…
Πράγματι, η ταινία «Abyss In» έχει ταξιδέψει σε κινηματογραφικά φεστιβάλ, κι έχει βραβευτεί πολλές φορές – από την Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, μέχρι την Ινδία και την Τουρκία. Το έργο περιγράφει τις τρεις τελευταίες μέρες ενός ανθρώπου που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Πρωταγωνιστεί ο Σταύρος Παρχαρίδης, ο Τάσος Νούσιας και η Χριστίνα Κωνσταντινίδου. Ο Σταύρος έχει κερδίσει 13 βραβεία Α’ Ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του, και εγώ 24 βραβεία για την σκηνοθεσία. Είναι φεστιβαλική ταινία. Αν και το θέμα είναι στενάχωρο, η ταινία είναι αισιόδοξη, αφού μιλάει για την θέληση για ζωή. Νομίζω πως θα βγει στις αίθουσες σε δύο μήνες περίπου. Και ετοιμάζω ήδη και την επόμενη μου ταινία μεγάλου μήκους. Είναι τρίγλωσση, πάλι σε σενάριο δικό μου.
Μαρία, τον περασμένο χρόνο επέστρεψες στην Αμερική, και είχες μάλιστα και μια συνάντηση με τον Οσκαρικό, Adrien Brody. Πού τον συνάντησες;
Α, ναι! Στην Αμερική, πήγα πρώτα στην Βοστώνη που είχα να πάω τόσα χρόνια – με «καλούσε», την έβλεπα στο όνειρό μου. Όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο, και ακούστηκε το «welcome to Boston», άρχισα να κλαίω με λυγμούς γιατί η Βοστώνη ήταν κομβικό σημείο για μένα. Εκεί είχα μια ομιλία σε συνέδριο για την διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Το ταξίδι μου συνεχίστηκε στο Λος Άντζελες με το L.A. Greek Festival, όπου ήμουν καλεσμένη και έδωσα κάποια βραβεία στην απονομή. Μια μέρα, ο πρόεδρος του φεστιβάλ, ο Άρης Κατοπόδης, μας προσκάλεσε για βόλτα στο Rodeo Drive και μετά για καφέ στο εμβληματικό ξενοδοχείο «Beverly Hills», με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και την Εύα Νάθενα, που ήταν στην πόλη για την «Φόνισσα». Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο, συναντηθήκαμε με τον Adrien Brody. Είχε πλατινέ τα μαλλιά του, και τον είδαμε καταπονημένο. Ήταν πολύ ευγενής, και συστηθήκαμε συναδελφικά, του είπαμε ότι είμαστε από την Ελλάδα και μιλήσαμε για τις δουλειές μας.
Info:
Οι παραστάσεις του θεατρικού έργου «Ο τελευταίος χορός», με τον Γιάννη Αϊβάζη και την Μαρία Κορινθίου, θα πραγματοποιηθούν στις 6 Απριλίου, στο Παττίχειο Λεμεσού (διπλή παράσταση), στις 7 Απριλίου στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου και στις 8 Απριλίου στο Μαρκίδειο Πάφου. Προπώληση εισιτηρίων και πληροφορίες: www.ticketmaster.cy, καταστήματα ACS Courier. Σκηνοθεσία: Ρέινα Σ. Εσκενάζυ. Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης. Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Λύντζερης. Βοηθός σκηνοθέτη: Μάχη Παπαδοπούλου.

