Δεν κρεμιέται από πολυελαίους και δεν αναδύεται μέσα από εντυπωσιακά σκηνικά, δεν κάνει ζωντανές εμφανίσεις με χρυσοποίκιλτο άλλοθι και θηριώδεις περιοδείες. Δεν δίνει (πια) πομπώδεις συνεντεύξεις και μοιάζει να έχει αποτινάξει την επίφαση μεγαλοπρέπειας της σταρ διαβαλκανικού διαμετρήματος. Η Δέσποινα Βανδή είναι καλύτερη και πιο ο εαυτός της από ποτέ. Χρειάστηκαν δύο talent shows, μία θαρραλέα δημόσια τοποθέτηση, αλλά και μπόλικη σιωπή από τη μεριά της, για να το καταλάβουμε.
Toυ Κώστας Μπουρούση
Η Δέσποινα Βανδή έχει κάνει μεγάλες επιτυχίες στην καριέρα της κι έχει ζήσει άλλες τόσες μεγάλες συγκινήσεις στη ζωή της. Τις περισσότερες από αυτές σε μια ηλικία που ούτε και η ίδια μπορούσε καλά-καλά να αντιληφθεί το μέγεθός τους -πόσο μάλλον να τις διαχειριστεί. Κι αυτό είναι κάτι που θα τις αναγνώριζε μέχρι και ο αλλοτινός μέντοράς της, το πάλαι ποτέ alter ego της, ο Φοίβος, με τον οποίο, όπως λέγεται, με το ζόρι πια ανταλλάζουν ένα «Γεια», όπως ήταν ο τίτλος του διεθνούς σούπερ χιτ τους – κι αυτό αν τύχει. Η αλήθεια είναι πως η 46χρονη τραγουδίστρια μοιάζει (και πιθανότατα είναι) πιο χειραφετημένη από ποτέ. Δεν έχει ανάγκη από πολυμελή επιτελεία αποθεωτών, πρόθυμους αυλικούς και κουστωδίες. Τα είδε, τα έζησε, προφανώς τα απόλαυσε όλα, όμως επιλέγει πλέον συνειδητά να είναι ο εαυτός της. Κι αυτό είναι κάτι που το κοινό πρόλαβε να αντιληφθεί από τη συμμετοχή της στους δύο κύκλους του «The Voice» του ANT1 και μπορεί πλέον να θεωρεί βεβαιότητα, έπειτα από τη νηφάλια, μετρημένη και σοβαρή όσο ταιριάζει και πρέπει σε ένα τηλεοπτικό προϊόν, παρουσία της στο «Rising Star». Η Δέσποινα Βανδή λάμπει κι αυτό δεν οφείλεται σε κάποιον ευρηματικό στιλίστα, σε έναν ταλαντούχο ψιμυθιολόγο ή σε κάποιον ευφυή image maker, αλλά κυρίως στη μη διαμεσολαβημένη επικοινωνία της με το κοινό. Μέσω της τηλεόρασης η λαοπρόβλητη τραγουδίστρια είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί στους fans της, αλλά και σ’ εκείνους που την έβλεπαν μάλλον με καχυποψία ως απλώς ο εαυτός της. Την άρπαξε από τα μαλλιά.

Μια αντι-Βίσση γεννιέται
Στα 90s αλλά και στα 00s το κοινό είχε τη συνήθεια να καταναλώνει με λαιμαργία σταρ. Να τους αποθεώνει, να τους κατηγοριοποιεί και κατόπιν να τους απομυθοποιεί. Στην πραγματικότητα ακόμη κυριαρχεί αυτή η ανάγκη, είναι σύμφυτη στο θέαμα, όμως πλέον δεν υπάρχουν τα μέσα για την αναπαραγωγή τόσων αστέρων. Η Δέσποινα Βανδή ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη εποχή. Κόρη μεταναστών στη Γερμανία, με καταγωγή από την Καβάλα, πρώην φοιτήτρια της Φιλοσοφικής που αγαπούσε το ροκ και βαθιά μέσα της ήξερε μ’ έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο πως όταν θα ερχόταν η μέρα που θα έπιανε ένα μικρόφωνο στα χέρια της θα ήξερε τι να το κάνει. Λίγα χρόνια μετά τις ινκόγκνιτο από την οικογένειά της εμφανίσεις της στη Θεσσαλονίκη -γι’ αυτό το λόγο μάλιστα άλλαξε το επώνυμό της από Μαλέα σε Βανδή- η νεαρή τραγουδίστρια είχε στα χέρια της το πρώτο δισκογραφικό συμβόλαιό της και δύο καθοριστικούς για την καριέρα της μέντορες: τον Βασίλη Καρρά και τον Γιάννη Πάριο. Από το 1994 και για τα επόμενα 15 χρόνια το αστέρι της Δέσποινας Βανδή έλαμψε εκτυφλωτικό. Επιτυχίες, σουξέ, πλατινένιοι δίσκοι, εμφανίσεις που άφησαν εποχή, ένας ευτυχισμένος γάμος με τον τότε σούπερ σταρ των γηπέδων Ντέμη Νικολαΐδη, φωτογραφήσεις και εξώφυλλα, μεταμόρφωσαν -σουξέ με το σουξέ- το όμορφο κορίτσι από την Καβάλα σε σούπερ σταρ πρώτης γραμμής. Ο κόσμος της μουσικής χωρίστηκε στα δύο: από τη μία ήταν οι ταγμένοι θιασώτες της Άννας Βίσση και από την άλλη οι διαπρύσιοι υποστηρικτές του νέου ειδώλου, της Δέσποινας Βανδή. Οι δυο τους δεν τοποθετήθηκαν ποτέ γι’ αυτό το σχίσμα. Όμως, από μόνο του το γεγονός ότι πολλοί έσπευδαν να συγκρίνουν τη νεοφώτιστη Βανδή με την έμπειρη, «απόλυτη», Βίσση, ήταν ενδεικτικό της ανεξέλεγκτης δυναμικής της.
Η εποχή της καλλιτεχνικής ακμής της ταυτίστηκε από πολλούς με μια εποχή υπεροπτικής συμπεριφοράς, άστοχων δηλώσεων και μια ιδέα έπαρσης. Αποκορύφωμα ήταν η συνέντευξη που παραχώρησε μαζί με τον σύζυγό της στην εκπομπή «Europe’s Richest People» του Discovery Channel, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ οι δυο τους μοιράζονταν τα «βάσανα» του να είναι κανείς εκνευριστικά πλούσιος. Η Δέσποινα Βανδή απέκτησε την εικόνα της σνομπ, μη μου άπτου σταρ. Ήταν όμως έτσι; Ή απλώς επρόκειτο για έναν στρεβλό αντικατοπτρισμό;

Επιχείρηση photoshop
Όσα κι αν της καταλόγιζαν και για όσα κι αν την έψεγαν, κανείς δεν μπορούσε να διαφωνήσει πως η ίδια ήξερε να μάχεται, να ξεπερνά τις κακοτοπιές και να επιβιώνει. Η υποψία έγινε βεβαιότητα το 2007, όταν εν μία νυκτί ένα αρετουσάριστο εξώφυλλό της από το περιοδικό Nitro άρχισε να αποστέλλεται από e-mail σε e-mail με ταχύτητα μεσαιωνικής επιδημίας πανούκλας. Στην πραγματικότητα η Δέσποινα Βανδή, λίγο μόλις καιρό μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, ήταν όπως κάθε γυναίκα (ίσως και λίγο καλύτερη) χωρίς το μαγικό άγγιγμα του photoshop. Ποιος, όμως, μπορούσε να το εξηγήσει ή να το εκλογικεύσει τη στιγμή ακριβώς που τα χωλερικά σχόλια έδιναν και έπαιρναν; Τελικά, ακόμη κι αυτό το από κάθε άποψη Βατερλώ, αυτή η δημόσια απογύμνωση έγινε για καλό. Ήταν σημειολογικά η πρώτη ομολογία πως η απόμακρη, φτασμένη, ψηλομύτα σταρ είναι φτιαγμένη από τα υλικά που φτιάχονται οι άνθρωποι. Έχει ατέλειες και αδυναμίες. Το μόνο που έλειπε πια ήταν να δείξει ότι διέθετε και άποψη.

Η παρουσίαση του ελληνικού τελικού της Eurovision το 2013 μαζί με τον Γιώργο Καπουτζίδη -την καλή χημεία τους επανέλαβαν και την επόμενη χρονιά- έφερε στο προσκήνιο μια άλλη Βανδή. Πιο ήρεμη, cool και ανθρώπινη. Μια γυναίκα που, έπειτα και από εμπορικές αστοχίες, είχε πια ισορροπήσει με τον εαυτό της. Ότι ο φακός την αγαπούσε ήταν ήδη γνωστό από την περίοδο που συμμετείχε ως guest στη θρυλική σειρά «Δύο Ξένοι» του Αλέξανδρου Ρήγα στα τέλη των 90’s. Όμως, πλέον, η Δέσποινα Βανδή εξέπεμπε μία οικειότητα που ακόμη και ο πιο έμπειρος spin doctor δεν θα μπορούσε να φέρει στην επιφάνεια. Μόνο η ίδια είχε τη δύναμη να το κάνει. Και το τόλμησε.
Όπως τόλμησε την ίδια χρονιά να τα βάλει με τον παρ’ ολίγον συνεργάτη της Νότη Σφακιανάκη, έπειτα από δηλώσεις εκείνου με τις οποίες στήριζε τη Χρυσή Αυγή. «Τα πράγματα που μας χωρίζουν είναι περισσότερα από αυτά που μας ενώνουν», ήταν το επιμύθιο του μηνύματος μέσω Facebook με το οποίο η Βανδή ανακοίνωσε την αποχώρησή της από το σχήμα. Η λέξη «αξιοπρέπεια» είναι η μόνη που θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια τη στάση της. Δεν κώφευσε και δεν σφύριξε αδιάφορα. Προτίμησε να πάρει θέση, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε λιγότερα μεροκάματα για την ίδια.

Όχι πια μπουζούκια, μόνο μιούζικαλ
Έπειτα από δυο σεζόν στο «The Voice» -όπου, κακά τα ψέματα, κέρδισε τις εντυπώσεις και συζητήθηκε περισσότερο ακόμη κι από τους ίδιους τους διαγωνιζόμενους- και με την παρουσία της ως coach του «Rising Star» να αποσπά μέχρι στιγμής θετική κριτική, η Βανδή είχε την καλύτερη ευκαιρία να εξελίξει ακόμη περισσότερο τον εαυτό της. Να πειραματιστεί. Ξαλαφρωμένη από το κυνήγι των σουξέ -άλλωστε η δισκογραφία δεν διανύει και την καλύτερη περίοδό της- επέλεξε αντί να ακολουθήσει την πεπατημένη, να δοκιμάσει τις δυνάμεις της σε ένα μιούζικαλ, χωρίς ποτέ να απαρνηθεί ή να απορρίψει μετά βδελυγμίας τη νύχτα στην οποία γαλουχήθηκε καλλιτεχνικά – εξάλλου οι συνεντεύξεις της είναι πλέον κάτι περισσότερο από σπάνιες. Και φαίνεται να πήρε για μία ακόμη φορά τη σωστή απόφαση, πρωταγωνιστώντας στο «Mamma Mia» στο θέατρο Ακροπόλ. Τελικά, μπορεί πλέον να μην ξέρουμε τόσο καλά τα τραγούδια της, να μη μηρυκάζουμε αυτιστικά τα σουξέ της, αλλά γνωρίζουμε λίγο καλύτερα την ίδια. Κι αυτό από μόνο του είναι ένα κερδισμένο στοίχημα.

