Η δολοφονία του Gianni Versace συζητήθηκε, αναλύθηκε, «τεμαχίστηκε», έγινε λαϊκό ανάγνωσμα, θέμα για δεκάδες έρευνες, documentaries, βιβλίο και τώρα σίριαλ. Πάντα, όλα τελειώνουν μ’ ένα ερωτηματικό.
Της Κάλλιας Καστάνη
20 χρόνια μετά τη δολοφονία του λαμπερού «πρίγκιπα» της μόδας, το περιστατικό γίνεται σίριαλ για την τηλεόραση – θα είναι το «θέμα» του τρίτου κύκλου του «American Crime Story». Η σειρά δέκα επεισοδίων, θα έχει τίτλο «Versace/Cunanan» και το σενάριό της θα βασίζεται στο βιβλίο της Maureen Orth «Vulgar Favors», που κυκλοφόρησε το 2000. Στο cast, συμμετέχουν stars πρώτης γραμμής: η Penelope Cruz, θα υποδυθεί την Donatella Versace και ο Ricky Martin, τον εραστή του Versace, Αntonio D’Amico. O νέος κύκλος θα κάνει πρεμιέρα το 2018 – ήδη οι κριτικοί παραληρούν για τα εντυπωσιακά σκηνικά, τα κοστούμια, την «επιστροφή» του ανεπανάληπτου 90’s glam. Για τις ανάγκες της τηλεόρασης, φυσικά…

Το 1997, όταν δολοφονήθηκε, ο 51χρονος Gianni Versace ήταν ένας «πρίγκιπας» σ’ ένα βασίλειο όλο χρώμα και φως. Ευφυής, τολμηρός, προβοκάτορας, ο γιος ενός καρβουνιάρη και μιας φτωχής μοδίστρας από το Ρέτζιο Καλάμπρια, είχε αναδειχθεί στον άνθρωπο-σύμβολο της ιταλικής μόδας, έναν δημιουργό που μπορούσε να συνδυάσει το ελεύθερο αμερικάνικο πνεύμα με τον ευρωπαϊκό εκλεκτικισμό. Υπαινικτικός ερωτισμός, επιρροές από τον Warhol και τη μοντέρνα τέχνη, κλασικά αρχαιοελληνικά σύμβολα, ανακατεύονταν στα ρούχα του, γλιστρούσαν στις τέλειες ραφές των κοστουμιών του για την όπερα, παρήλαυναν στις αναγεννησιακές του βίλες με τα κιτς ρωμαϊκά μπάνια. Tα fashion shows του θύμιζαν περισσότερο ροκ συναυλίες και οι stars στριμώχνονταν στις πρώτες σειρές και στα glamorous dinner parties του. Η Madonna, ο Elton John, η Joan Collins, η lady Diana, o Stallone, ο Herb Rits, η Νaomi, μόδιστροι, φωτογράφοι, μοντέλα λιάζονταν στους κήπους της Casa Casuarina του, ανακατεύονταν με τους ψαράδες, τους Κουβανούς πρόσφυγες, τα αλητάκια του Σάουθ Μπιτς, στο Μαϊάμι.
Αλλά, 20 χρόνια είναι πάρα πολλά – σχεδόν υπερβολικά πολλά για τη βιαστική, εφήμερη βιομηχανία της μόδας. Σήμερα, στο τιμόνι του φθίνοντος Versace Group, βρίσκονται τα αδέλφια του Gianni, Donatella και Santo – η λατρεμένη του ανιψιά, Αllegra στην οποία ο σχεδιαστής κληροδότησε το 50% των μετοχών του είναι άφαντη, υποφέρει από ανορεξία. Η δε Casa Casuarina στο Σάουθ Μπιτς, έγινε luxury hotel – 879 δολάρια τη βραδιά για τους περίεργους και τους λάτρεις του μακάβριου. Λίγοι θυμούνται το όνομα «Αndrew Phillip Cunanan»…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Στις 15 Ιουλίου, το πρωί, ο Gianni Versace ξύπνησε νωρίς. Τρεις μέρες νωρίτερα είχε ολοκληρώσει μια μεγάλη, πετυχημένη περιοδεία στην Ευρώπη. Σηκώθηκε, φόρεσε μια γκρι βερμούδα, ένα μαύρο t-shirt, βγήκε στην Ocean Drive και περπάτησε δυο-τρία τετράγωνα, νότια ως το αγαπημένο του News Café – ένα από τα αγαπημένα «τελετουργικά» της καλιφορνέζικης ρουτίνας του. Πήρε καφέ, ψώνισε ιταλικά περιοδικά και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Ήταν νωρίς, 8.30 το πρωί.
Την ώρα που έβαζε τα κλειδιά στη βαριά σιδερένια πύλη της βίλας του, ο Andrew Cunanan -που παραμόνευε στο παρκάκι απέναντι- τον πλησίασε από πίσω, με το δεξί χέρι τεντωμένο. Bang Bang, δυο σφαίρες – η μια στον κρόταφο, η άλλη στο πρόσωπό του. Ο Gianni Versace έπεσε χωρίς ποτέ να καταλάβει τι του συνέβη. Μια λίμνη από αίμα σχηματίστηκε στα σκαλοπάτια της Casa Casuarina. Ο Cunanan απομακρύνθηκε ήσυχα.

Στο χάος που ακολούθησε, κάποιος από το προσωπικό της βίλας του Versace όρμησε στον δρόμο ουρλιάζοντας «ποιος μπάσταρδος το έκανε αυτό;». Οι μάρτυρες τού έδειξαν τον Cunanan. Toν κυνήγησε, αλλά τον έχασε στα στενοσόκακα και τις αυλές του Σαουθ Μπιτς. Ο δολοφόνος, σκόπευε να το σκάσει με ένα παλιό, κλεμμένο κόκκινο Chevrolet φορτηγάκι, αλλά οι… στριγγλιές από τις σειρήνες των περιπολικών τον πανικόβαλαν. Χώθηκε στο γκαράζ, έβγαλε γρήγορα το ματωμένο του t-shirt, παράτησε το αυτοκίνητο και απομακρύνθηκε με τα πόδια. Ήταν λάθος, μοιραίο λάθος. Από το αίμα και τα έγγραφα στο αυτοκίνητο, η αστυνομία κατάφερε αργότερα να βρει τα στοιχεία του και να τον συνδέσει με τη δολοφονία του Versace. Σύντομα, θα ξεκινούσε ένα γιγαντιαίο ανθρωποκυνηγητό. Επί οκτώ μέρες το Μαϊάμι θα βρισκόταν σε πολιορκία, από στρατιές αστυνομικών, πρακτόρων του FBI, δημοσιογράφων, paparazzi και κάθε είδους περίεργων. Όλοι τους αναζητούσαν ένα πράγμα: έναν ασύλληπτο, διαβολικό, μανιακό δολοφόνο.

ΤΗΕ ΒΟΥ «MOST LIKELY NOT TO BE FORGOTTEN»
Το πρόβλημα ήταν πως ο Cunanan δεν έμοιαζε ούτε με μανιακό, ούτε με δολοφόνο, ούτε με διάβολο. Ψηλός, γοητευτικός, γλυκομίλητος, ο μικρός γιος ενός Φιλιππινέζου, πρώην αξιωματικού του Ναυτικού και μιας πιστής καθολικής Ιταλοαμερικανίδας, είχε μεγαλώσει στο Σαν Ντιέγκο και είχε σπουδάσει σε ένα prestigious, ιδιωτικό σχολείο. Μιλούσε επτά γλώσσες ήταν αστείος, διασκεδαστικός, είχε τρόπους. Στο βιβλίο των αποφοίτων της τάξης του, το 1987, κάτω από τη φωτογραφία του, οι συμμαθητές του είχαν σημειώσει: «Αυτός που πιθανότατα δεν θα ξεχαστεί»…
Αλλά, τότε ακριβώς οι γονείς του χώρισαν και η μητέρα του έμεινε μόνη της, αναγκασμένη να παλεύει να τα βγάλει πέρα με το επίδομα της πρόνοιας. Ο Andrew, παράτησε το πανεπιστήμιο, μπήκε στους elite gay κύκλους και άρχισε να νοικιάζει τη συντροφιά του σε ισχυρούς άντρες, με μικρές «αδυναμίες». Μέχρι το 1997, είχε πιει κιόλας αυτή τη ζωή, μέχρι τον πάτο της. Είχε μεγαλώσει αρκετά, είχε πάρει κιλά, το λούστρο του ξεθώριαζε – ο τελευταίος πλούσιος εραστής του τον εγκατέλειψε. Έπινε αρκετά, έπαιρνε χάπια, κοιμόταν ως αργά, χρωστούσε εξωφρενικά ποσά στις πιστωτικές του. Ίσως -μολονότι ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε- να ανακάλυψε πως είχε προσβληθεί από AIDS.

Λένε πως το ανθρώπινο μυαλό εκρήγνυται με ένα «κλικ», έναν ψίθυρο, έναν παράδοξο συσχετισμό. Στην περίπτωση του Andrew Cunanan, αυτό που τον έκανε παρανοϊκό ήταν η υποψία πως δυο πρώην ερωτικοί του σύντροφοι, ο David Madson ένας 33χρονος αρχιτέκτονας και ο Jeffrey Trail, 28 χρονών, ζούσαν μαζί, στη Mινεσότα – ήταν μια απόρριψη που δεν άντεξε. Τον Απρίλιο του 1997, η Αστυνομία της Μινεάπολης βρήκε το πτώμα του Jeff Trail, στο σπίτι του Madson τυλιγμένο σε ένα χαλί. Ο Αndrew, είχε διαλύσει το κεφάλι του με ένα σφυρί. Τέσσερις μέρες αργότερα, το πτώμα του ίδιου του Madson βρέθηκε εγκαταλελειμμένο σε κάποιο χωράφι, έξω από την πόλη. Με την Αστυνομία στο κατόπι του, o Cunanan άρχισε πια να σκοτώνει για να επιβιώσει. Το τρίτο θύμα του ήταν ο Lee Miglin, 72 ετών, ένας πλούσιος επιχειρηματίας από το Σικάγο. Ο Cunanan τον βασάνισε, του έκοψε το κεφάλι με ένα πριόνι, τον έλιωσε με το αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε με την πράσινη Lexus του. Ο επόμενος ήταν ο William Reece, ο 45χρονος επιστάτης ενός νεκροταφείου στο Tζέρσεϊ. Toν σκότωσε για να κλέψει το κόκκινο φορτηγάκι του.

Μ’ αυτό έφτασε στο Mαϊάμι, γύρω στα μέσα Μαΐου του ’97. Δεν επιχείρησε να κρυφτεί – το αντίθετο. Πάρκαρε το κλεμμένο Chevrolet σε ένα δημόσιο γκαράζ δύο τετράγωνα από την Casa Casuarina, έπιασε ένα δωμάτιο στο Normady Plaza με το όνομα Andrew De Silva κι άρχισε να τριγυρίζει τις νύχτες στα gay bars και να «ψωνίζεται» για λίγα δολάρια. Στην αρχή, μασκαρευόταν λίγο, ξύριζε το κεφάλι του, φορούσε γενειάδες. Όταν πέρασε ο καιρός και τα media έπαψαν να ασχολούνται μαζί του, άρχισε να γίνεται πιο τολμηρός. Kυκλοφορούσε ακάλυπτος σε παραλίες, σύχναζε σε υπαίθρια καφέ – το να μένει ατάραχος στη θέα του περιπολικού που περνούσε δίπλα του έγινε γι’ αυτόν ένα παιχνίδι αδρεναλίνης. Εν τω μεταξύ, τριγύριζε στα μπαράκια του Σάουθ Μπιτς στα στέκια του Versace, μάθαινε τις συνήθειές του. «Οσφραινόταν» το αίμα του…
ΓΙΑΤΙ Ο VERSACE;
Το πτώμα του Andrew Cunanan βρέθηκε εννιά μέρες μετά τη δολοφονία του Versace, σε ένα πλωτό σπίτι στο Mαϊάμι Μπιτς – είχε αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στο στόμα, το πρόσωπό του ήταν πολτός. Αναγνωρίστηκε από τα αποτυπώματά του. Η βαλλιστική έδειξε πως το όπλο, ήταν το ίδιο με αυτό που είχε σκοτώσει τον σχεδιαστή. Δίπλα του, δεν βρέθηκε κανένα σημείωμα αυτοκτονίας, καμία εξήγηση, «διότι» ή «γιατί». Γιατί είχε σκοτώσει τον Versace; Γνωρίζονταν; Είχαν προσωπικές διαφορές; Ο Versace και ο επί χρόνια σύντροφός του Antonio D’Amico, συνήθιζαν στο παρελθόν να «νοικιάζουν» πότε-πότε συνοδούς – άραγε το ότι ο Cunanan πίστευε πως είχε AIDS να έπαιξε ρόλο σ’ αυτό;
Μια άλλη θεωρία, κάνει λόγο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών της μαφίας. Στις αρχές των 90’s o οίκος Versace είχε μπλεχτεί στην επιχείρηση «Καθαρά Χέρια», ο διαχειριστής του είχε φυλακιστεί για δωροδοκίες εφοριακών και οι φήμες για τις σχέσεις του Gianni με τη Φαμίλια πύκνωναν. Σε αυτό, συνέβαλε το ότι δίπλα στο πτώμα του βρέθηκε νεκρό, ένα μαύρο περιστέρι – μια κλασική, μαφιόζικη καρτ-βιζίτ (σ.σ. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, το πουλί είχε χτυπηθεί από τα θραύσματα της σφαίρας που διαπέρασε το κρανίο του Versace, χτύπησε στην πόρτα και εξοστρακίστηκε στα σκαλοπάτια…). Στο βιβλίο του «Metastasi», που κυκλοφόρησε το 2010, ένα πρώην μέλος της οργάνωσης Ν’drangheta, ο Giuseppe Di Bella υποστηρίζει πως ο Versace δολοφονήθηκε λόγω χρεών προς τη Μαφία – η οικογένειά του, φυσικά, το διέψευσε.

Όμως υπάρχουν κι άλλες ερωτήσεις: Ποιος ήταν ο ρόλος της Αστυνομίας στην ιστορία αυτή; Γιατί τόσες γκάφες; Πώς κατάφερνε ο άνθρωπος που ήταν στη λίστα των «10 πιο καταζητούμενων κακοποιών του FBI» να τριγυρίζει ανενόχλητος στο Mαϊάμι επί δύο μήνες; Γιατί στο «εθνικό ανθρωποκυνηγητό» κανείς δεν παρατήρησε το κλεμμένο φορτηγάκι, παρκαρισμένο στο δημόσιο γκαράζ; Πού κρυβόταν ο Cunanan μετά τη δολοφονία του Versace; Γιατί δεν έφυγε; Γιατί αυτοκτόνησε; Τι βρέθηκε στο μικρό χρηματοκιβώτιο δίπλα στο πτώμα του; «Ο καθένας έχει τη δική του εκδοχή γι’ αυτό που είμαι», είχε πει κάποτε ο Andrew στους φίλους του. «Κανείς δεν ξέρει την αλήθεια». Ο Andrew Cunanan πέθανε αφήνοντας πίσω του μόνο μια άγρια, ανήσυχη σιωπή. Και καμία δικαίωση.

