HomeTALK OF THE TOWNJUICYΛαυρέντης Μαχαιρίτσας (1956-2019): «Ακόμα κι ένα καλό τραγούδι να δώσεις σε μια ζωή, είναι σημαντικό…»

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας (1956-2019): «Ακόμα κι ένα καλό τραγούδι να δώσεις σε μια ζωή, είναι σημαντικό…»

Ήταν ροκ, αλλά δεν τον φοβηθήκαμε ποτέ. Τον αγαπήσαμε, μας διέσωσε. Με συντριβή, τον αποχαιρετάμε: Αντίο Λαυρέντη, ήσουν σπουδαίος.

Από την Κάλλια Καστάνη

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία Βόλου, στις 5 Νοεμβρίου 1956. Κι εκεί, στο ίδιο μέρος (ή παραδίπλα, σε ένα εξοχικό που διατηρούσε στον Πτελεό), πέθανε. Η καρδιά του -πολύ ταλαιπωρημένη από επεμβάσεις, εδώ και χρόνια- τον πρόδωσε, στις 9/9/2019, στα 63 του. Ξημερώματα Δευτέρας.

Αντιπαθούσε τις Δευτέρες. Συχνά, έλεγε, γελώντας, στους φίλους του πως θα ήθελε, να μπορούσε η Δευτέρα να απαγορευτεί «δια νόμου». Οι δημοσιογράφοι -αυτοί, που τον ήξεραν- δεν του τηλεφωνούσαν τις Δευτέρες. Δεν προγραμμάτιζε ποτέ εμφανίσεις ή συνεντεύξεις για εκείνη την ημέρα – κανόνας δικός του, απαράβατος. Αστείος κανόνας. Τυπικός, ωστόσο, της «εμπύρετης» ιδιοσυγκρασίας του και του άγριου πάθους με το οποίο περιέβαλλε τα πάντα: τη μουσική, την πολιτική, την μπάλα, τους έρωτες, τις φιλίες, την οικογένειά του, τα γλέντια, τις «εκτροπές» του, τις μέρες του. Τη ζωή.

Για τον Λαυρέντη, όλα ξεκινούσαν από τη μουσική. Έχοντας κλασικά ακούσματα από το σπίτι του (σ.σ. ο πατέρας του, ένας εξαιρετικός πιανίστας και μαέστρος της Ορχήστρας της ΕΡΤ, πέθανε όταν εκείνος ήταν 13 χρονών), ξεκίνησε να παίζει πιάνο, αλλά σύντομα το παράτησε. Προτιμούσε την κιθάρα. Ήθελε κάτι που να μπορεί να το κουβαλάει παντού, να παίζει στις παρέες, να παίζει «για πάρτη του», τις μουσικές που του άρεσαν: Beatles, Stones, Εlvis Presley, Βοb Dylan. Τα άγια των αγίων της ροκ μυθολογίας.

Η ροκ, η ελευθερία, η επαναστατική της εξωστρέφεια, η ένταση και ο υπόκωφος λυρισμός της, καθόρισαν τη ζωή του. Από 9 χρονών ακόμα, από τότε που είπε τα κάλαντα για να μαζέψει χρήματα και να πάρει το πρώτο του LP (που ήταν -τι άλλο;- το «Ηelp» των Βeatles). Η ροκ ήταν το soundtrack της άγριας εφηβείας του – την κουβαλούσε ακόμα κι όταν τραγουδούσε αντάρτικα με τον Πάνο Τζαβέλλα στα μαγαζιά της Πλάκας. Όταν σκάρωνε progressive δισκάκια, που «μπόλιαζε» με βυζαντινούς ήχους ή όταν έγραφε σουξέ για τον Μαργαρίτη. Ήταν παρούσα στις κόκκινες νύχτες του με τους «Τερμίτες» στο Λυκαβηττό. Και στις άλλες, όταν «συνέπραττε» με τον Γιώργο Νταλάρα στο ανατριχιαστικό «Διδυμότειχο μπλουζ» – αυτόν τον σπαρακτικό ύμνο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Για την προσωπική του ζωή, δεν ήταν γνωστά πολλά πράγματα. Πέρασαν χρόνια πριν εκείνος μιλήσει ανοιχτά για το πώς έκοψε τα drugs όταν ερωτεύτηκε, για το πώς παντρεύτηκε, με παρόντες δυο κουμπάρους κι έναν νεωκόρο, πριν μας εκμυστηρευτεί την αδυναμία που είχε στην κόρη του. Κι ωστόσο, με έναν τρόπο παράξενο, ο Λαυρέντης μάς είχε πει τα πάντα, από νωρίς. Το πάθος, η ζήλεια, η παραφορά, η κραυγή της επιθυμίας, η ματαίωση και η απώλεια, η μοναξιά, υπήρχαν όλα μες στις «πειραγμένες» μουσικές και τα στιχάκια του, που μετέφραζαν σε ποίηση κάθε συνθήκη της κοινής ζωής. Τραγούδια-σχεδίες, που μας διέσωζαν από προσωπικούς Τιτανικούς. «Διαμαντάκια», που αναδύονταν ανάλαφρα, διάφανα, από τον βυθό του. Διότι μόνο στο βάθος, στο «πολύ» των πραγμάτων μπορούσε να υπάρξει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας – ίσως γι’ αυτό τον θύμωνε τόσο η ελαφράδα, η προχειρότητα και το φτηνό glam της μουσικής «βιομηχανίας».

Σε μια συνέντευξη, θυμάμαι, που μου είχε δώσει το 2012 για τη «Real News», λίγο πριν τη μεγάλη του συναυλία στο Καλλιμάρμαρο, τον είχα ρωτήσει για τα «και αν» της ζωής του. Για τα μικροπράγματα που άλλαξαν τη ρότα της. Είχε αναρωτηθεί τι θα είχε γίνει π.χ. αν δεν άκουγε το «Help» στα 9 του; Αν το «Διδυμότειχο Μπλουζ» το είχε πει ο Παπακωνσταντίνου και όχι ο Νταλάρας; Ή αν τότε που πήγε στο Παρίσι με τους P.L.J.Band, το πρώτο του γκρουπάκι, δεν γύριζε ποτέ πίσω; Η απάντησή του με είχε ξαφνιάσει. Και συγκινήσει: «Εντάξει, θα μπορούσαν να ‘ναι τα πράγματα διαφορετικά. Όλα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Εγώ για να καταλάβεις ήθελα να γίνω αθλητικογράφος, να μεταδίδω αγώνες – μέχρι και σήμερα, παρακολουθώ τον αθλητισμό, ξέρω από μπάλα από στίβο, απ’ όλα. Το είδωλό μου το μεγάλο ήταν ο Διακογιάννης – τον λάτρευα. Αλλά μου ‘κατσε η μουσική και πήγα αλλού. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό ήταν να γίνει κι αυτό έγινε. Ίσως να ‘μουνα πιο χρήσιμος έτσι. Κι εγώ καλά πέρασα και έγραψα και πέντε καλά τραγούδια που θα μείνουν στον κόσμο. Δεν σου λέω πενήντα, ούτε εκατό. Πέντε. Ε, αυτά τα πέντε τραγούδια είναι δικά μου και δεν μπορεί να μου τα πάρει κανείς. Ακόμα κι ένα καλό τραγούδι, να δώσεις, ρε γαμώτο, σε μια ζωή, είναι σημαντικό…».

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends