Συνέντευξη στο περιοδικό Down Town και την δημοσιογράφο Τάνια Νεοκλέους παραχώρησε ο Προκόπης Αγαθοκλέους. Ο Κύπριος ηθοποιός μιλά μεταξύ άλλων για τον πολυσυζητημένο ρόλο του στη σειρά «Άγιος Παΐσιος, Από τα Φάρασα στον Ουρανό» και καταστάσεις από τα γυρίσματα που τον συγκλόνισαν.
Απόσπασμα από την συνέντευξη:
Έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα αναμονής για την εμφάνισή σου, πλέον είσαι και επίσημα το τηλεοπτικό πρόσωπο των ημερών στη σειρά για την οποία μιλά όλη η Κύπρος και η Ελλάδα. Εκ του αποτελέσματος, πώς κρίνεις τη δική σου ερμηνεία στον ρόλο του Αγίου Παϊσίου;
Είμαι δύσκολος και αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Μου αρέσει, όμως, να με παρατηρώ, επειδή εντοπίζω τα λάθη, τις αδυναμίες και τις παραλήψεις μου και προσπαθώ να τα βελτιώνω. Σε γενικές γραμμές πιστεύω πως το αποτέλεσμα της προσωπικής μου δουλειάς στη σειρά είναι καλό, αλλά ευτυχώς -και στη δουλειά μας αυτή είναι η μαγεία- δεν εμφανίζεται «γυμνή» αλλά ντυμένη με υπέροχη σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, μουσική, μοντάζ, μιξάζ, φωτογραφία και σενάριο.
Μέσα από τα γυρίσματα της συγκεκριμένης σειράς, φαντάζομαι είδες και έζησες πρωτόγνωρες καταστάσεις. Υπήρξαν κάποιες που να αισθάνθηκες ότι σε συγκλόνισαν;
Η περίοδος των γυρισμάτων ήταν γεμάτη από εμπειρίες, που νομίζω δύσκολα θα ξεχάσω. Αυτό, όμως, που με συγκλόνισε σε βαθμό που να αναθεωρήσω πολλά πράματα στη ζωή μου, ήταν κατά τη διάρκεια του ρεπεράζ, όταν βρέθηκα στο Άγιον Όρος με την ομάδα παραγωγής στην προσπάθεια εύρεσης τοποθεσιών όπου θα πραγματοποιούνταν τα γυρίσματα. Με την υπερπολύτιμη βοήθεια του πατέρα Μάξιμου, βρεθήκαμε κάποια στιγμή σ’ ένα μισογκρεμισμένο κελί, όπου διέμενε ένας μοναχός. Το απόλυτο τίποτα. Δύο καρέκλες, όλες κι όλες, θυμάμαι πως τις έβγαλε, για να καθίσουμε και επειδή η μια ήταν τρύπια, ο μοναχός έφερε το μαξιλάρι του, για να την καλύψει. Το πάτωμα στο κελί έτριζε και η στέγη είχε τρύπες, κατάφερα να δω μερικά κατσαρολάκια, δυο- τρία μαχαιροπίρουνα και ένα εκκλησάκι, που στο γκρεμισμένο και σκονισμένο εικονοστάσι του, είχε τοποθετήσει τρεις-τέσσερις μικρές εικονίτσες. Ε, λοιπόν, αυτός ο μοναχός ξέρετε πώς μας υποδέχθηκε; Με αρχοντιά! Ήταν καθαρός, ευθυτενής, σοβαρός και πρόσχαρος, ευγενικός και δοτικός, γενναιόδωρος και ταπεινός τόσο, που με έκανε να ντραπώ και να σκεφτώ τη δική μου απληστία, τον εγωϊσμό μου και τη μικρότητά μου σε βαθμό που έβαλα τα κλάματα και έτρεξα βιαστικά προς την έξοδο.

