Το βράδυ στην Καλαμάτα που τους βρήκε να κοιμούνται μέσα σε ένα αυτοκίνητο για να γλιτώσουν από τον σεισμό. Η αντισυμβατική τους σχέση, που άλλοτε την αναστάτωνε και άλλοτε τη διασκέδαζε. Το χειροκρότημα και οι χοροί τους. Μέχρι το τέλος. Για τη Νιόβη Χαραλάμπους, που έναν χρόνο μετά αισθάνεται αμήχανα να διαχειριστεί την απώλεια των γονιών της, ο Νίκος Χαραλάμπους και η Μαρία Μίχα έμοιαζαν με δυο απέραντα σύμπαντα που εκρήγνυνταν. Καθημερινά. Και μαζί.
Από την Τάνια Νεοκλέους
Φωτογραφίες: Δημήτρης Δημητρίου
Styling: Shona Muir
Μαλλιά: Γιάννης Παφίτης (Urban Style Hair Salon)
Μακιγιάζ: Σταύρη Παφίτη (Ilona Makeup team by Inglot)
Νιώθεις ότι είπες όσα ήθελες να τους πεις; Το σ’ αγαπώ…
Το έκανα συχνά, όχι μόνο όταν ένιωθα το τέλος να πλησιάζει αλλά και όσο ήταν καλά. Με τον μπαμπά, ακόμα και στα πιο δύσκολά του μας άρεσε να τραγουδούμε και να χορεύουμε. Όταν «έφυγε» η μαμά, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου, γιατί έγιναν όλα μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Μετακόμισα στην Αθήνα για να συμμετέχω στην «Ορέστεια» του Θεόδωρου Τερζόπουλου αλλά είχα αυτή την περίεργη διαίσθηση ότι σύντομα θα «έφευγε» και ο μπαμπάς, ενώ εγώ θα βρισκόμουν μακριά. Η τελευταία κουβέντα που είχα μαζί του ήταν μέσω βιντεοκλήσης, όπου του είπα ότι τον αγαπώ πολύ. Μου απάντησε «Και εγώ σ’ αγαπώ και να προσέχεις στην Αθήνα». Την επόμενη μέρα «έφυγε».
Βοήθησε ή δυσκόλεψε τα πράγματα το γεγονός ότι βρισκόσουν μακριά εκείνη την περίοδο;
Η απόσταση με βοήθησε να διαχειριστώ καλύτερα την κατάσταση και αυτός ήταν και ένας λόγος που δεν ήθελα να επιστρέψω πίσω στην Κύπρο, έστω για λίγο καιρό. Ξέρεις, πολλοί λένε, πρέπει να το βιώσεις από κοντά για να το αντιμετωπίσεις, όμως η αλήθεια είναι ότι κανένας δεν ξέρει και κανένας δεν έχει το δικάιωμα να λέει την άποψή του στον άλλο για το πώς θα θρηνήσει τους γονείς του ή πότε θα μπορεί να το κάνει. Μέχρι σήμερα στο μυαλό μου είναι ακόμα αρκετά μπερδεμένα τα πράγματα, σαν να τους έχασα χθες. Έγιναν όλα σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα μεταξύ τους, όμως από την άλλη αντιλαμβάνομαι ότι ίσως να έπρεπε να γίνει έτσι, διότι και ο μπαμπάς μετά την απώλεια της μαμάς άρχισε να πέφτει. Καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Και παρόλο που μέσα μου πίστευα ότι είχα συμφιλιωθεί μέσα στα χρόνια με την ιδέα ότι θα έφευγε ο μπαμπάς, λόγω της πτώσης που είχε με τα χρόνια, όταν τελικά έγινε αυτό, ήμουν σε πολύ μεγαλύτερο σοκ από ό,τι μπορούσα ποτέ να φανταστώ.
Η ενασχόληση με το θέατρο ήταν και ένας τρόπος να αποφορτίζεσαι από αυτό που περνούσες;
Το θέατρο με τον Τερζόπουλο το έκανε αυτό. Η Αθήνα με τον Τερζόπουλο και η αγκαλιά του, που την ένιωθα πιο προστατευτική όταν γύρισα πίσω για τις παραστάσεις μας. Είχα την πολύ μεγάλη τύχη μέσα σε όλο αυτό που ζούσα να έρθουν κάποιοι άνθρωποι δίπλα μου και κάποιες συνεργασίες πολύ προστατευτικές απέναντί μου. Δεν σου κρύβω ότι μετά από όλα αυτά που συνέβαιναν είχα πει ότι ήθελα να σταματήσω το θέατρο. Δεν ήθελα να συνεχίσω, πόσο μάλλον να επιστρέψω στην Κύπρο. Περνούσε έντονα από το μυαλό μου να κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό, που να μην έχει καμία σχέση με το θέατρο.

Ευτυχώς δεν το έκανες…
Πλέον λέω ευτυχώς, γιατί και οι δουλειές που ήρθαν τον τελευταίο χρόνο, η συνεργασία με τον Τερζόπουλο, αλλά και η πρόσφατη παράσταση με την Αθηνά Κάσιου, με έκαναν να νιώθω ότι βρίσκομαι σε αγαπημένο περιβάλλον, με δικούς μου ανθρώπους.
Έτυχε να νιώθεις την παρουσία των γονιών σου, ενώ βρισκόσουν στη σκηνή;
Όχι, όμως συχνά τους «μιλούσα» και τους παρακαλούσα να με σπρώξουν να ξεκολλήσω από αυτή την κατάσταση, του ότι δεν είχα πλέον τη διάθεση να κάνω θέατρο. Μέχρι και σήμερα συμβαίνει να πληκτρολογώ τον αριθμό της μαμάς μου στο κινητό το βράδυ για να της πω καληνύχτα ή να είμαι στο αυτοκίνητο και ο δρόμος να με οδηγεί στο ίδρυμα που ήταν ο μπαμπάς μου. Πιάνω τον εαυτό μου να πηγαίνει έξω από το παλιό μας σπίτι και μόλις το συνειδητοποιώ να παθαίνω πανικό και να φεύγω από όποιον δρόμο βρίσκω.
Τι ανακάλυψες για τον εαυτό σου από την απώλεια των γονιών σου και έπειτα;
Ότι μέσα σε μια στιγμή μπορώ να τρελαθώ εντελώς. Επίσης ανακάλυψα πόσο μάταια είναι τα πράγματα. Αυτή τη στιγμή περνώ μια φάση επαγγελματικής φύσεως η οποία με στεναχωρεί πάρα πολύ, αλλά σκέφτομαι ταυτόχρονα ότι είναι μάταιο να στεναχωριέμαι.

Τι δεν είναι μάταιο;
Το να είσαι με τους ανθρώπους που αγαπάς και που σε αγαπούν. Το να υπάρχει διαφάνεια στις σχέσεις. Και το πόσο εύκολα, μετά από κάτι τέτοιο, καταλαβαίνεις ποιος πρέπει να είναι στη ζωή σου και ποιος όχι. Κοινότυπο, αλλά ισχύει.
Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση στην οποία ανατρέχεις κάθε φορά που σκέφτεσαι τους γονείς σου; Που να νιώθεις «ασφαλής» μέσα της;
Έχω την αίσθηση ότι τις πιο όμορφες αναμνήσεις με τους δικούς μου τις είχα όταν ήμουν παιδί. Για κάποιο λόγο θυμάμαι πιο έντονα την Καλαμάτα. Θυμάμαι για παράδειγμα όταν ήμουν πέντε χρονών που έγινε ο μεγάλος σεισμός στην Καλαμάτα και εγώ βρισκόμουν εκεί μαζί με τη μαμά μου, τη γιαγιά μου και την αδερφή μου βρέφος. Ο μπαμπάς μου βρισκόταν στην Αθήνα και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πόσο γρήγορα οδήγησε για να φτάσει κοντά μας και ότι μας έβαλε να κοιμηθούμε μέσα στο αυτοκίνητό του από τον φόβο να μην πέσει το σπίτι πάνω μας. Ήταν πολύ περίεργο το ότι πέντε άνθρωποι, ανάμεσα σε αυτούς και ένα βρέφος, ζούσαμε μια τέτοια εμπειρία. Αυτή είναι μια έντονη ανάμνηση που έχω με τους γονείς μου, όπως και πολλές άλλες, κυρίως από την Καλαμάτα για κάποιο λόγο.

Πώς έβλεπες τους δυο τους ως ζευγάρι;
Σαν δύο βόμβες που συγκρούονταν και που όταν συνέβαινε αυτό, εκείνοι αντί να διασπώνται, ενώνονταν. Υπήρχε, βέβαια, και η περίοδος που ήθελα πολύ να χωρίσουν και τους το λέγαμε με την αδερφή μου, διότι ο μπαμπάς συνέχεια έλειπε και η μαμά έμπαινε σε δύσκολες ψυχολογικές καταστάσεις εξαιτίας αυτού. Βλέπαμε ότι οι αδυναμίες του ενός δυσκόλευαν τον άλλο και το αντίστροφο. Και φυσικά κάποιος από τους δύο έπρεπε να κάνει πίσω, για να μπορεί ο άλλος να ανεβαίνει. Αυτός που έκανε πίσω, ήταν πάντα η μαμά, διότι ο μπαμπάς ήταν του στυλ, φεύγω, πάω από εκεί, πάω από εδώ. Μέσα σε όλο αυτό που σου περιγράφω, όμως, υπήρχε ένα μεγάλο «αλλά». Η επικοινωνία που είχαν, που ήταν πέρα και πάνω από τις αδυναμίες τους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα να κάθεται η μάνα μου με μια κούπα καφέ την οποία έπινε όλη μέρα, με τα πόδια απλωμένα στη μία άκρη του γραφείου του μπαμπά και ο Νίκος στην ίδια ακριβώς στάση στην άλλη άκρη του γραφείου και να διαβάζουν την εφημερίδα τους ο καθένας. Μαζί. Κάθονταν με τις ώρες και διάβαζαν και μιλούσαν για τα πολιτικά και έκαναν αναλύσεις και μετά έπιαναν τις κουβέντες για το θέατρο. Είχαν αυτή την επαφή. Μεγάλη υπόθεση. Ήταν και οι δυο τους πολύ διαβασμένοι και σταμάτησαν να διαβάζουν όταν πια δεν μπορούσαν να το κάνουν. Νομίζω ότι παρά την ένταση που είχαν μεταξύ τους, ο έρωτάς τους ήταν τόσο μεγάλος που δεν τους επέστρεψε ποτέ να χωρίσουν. Ένα πολύ πολύ βασικό πράγμα που μου άρεσε πολύ όταν μου το έλεγε η μαμά και το είχε ο μπαμπάς -αλλά δεν το παραδεχόταν πολύ εύκολα-, ήταν το πόσο ελεύθεροι ήταν ο ένας με τον άλλο. Ο Νίκος είχε τις περιστασιακές του σχέσεις, όπως είχε και η Μίχα τα φλερτ της. Ε, και; Οι δυο τους ήταν μέχρι και το τέλος τρελά ερωτευμένοι μεταξύ τους.
Ισχύει ότι η μαμά σου είδε σε μια εφημερίδα τον μπαμπά σου και είπε «Αυτόν μια μέρα θα τον παντρευτώ»;
Ισχύει και μάλιστα θυμάμαι ότι όταν μου το είπε, δεν την πίστεψα μέχρι που μου το επιβεβαίωσε η γιαγιά μου. Είχε πέσει στα χέρια της μια εφημερίδα που έγραφε για τον Κουν, όπου μεταξύ άλλων σε μια φωτογραφία ήταν και ο μπαμπάς μου. Τον είδε και είπε στη μαμά της, «Αυτόν θα τον παντρευτώ». Ο μπαμπάς της στρατηγός και πολύ αυστηρών αρχών, δεν της επέτρεψε να πάει σε σχολή υποκριτικής και έτσι εκείνη το έσκαγε κρυφά από τα παράθυρα για να πηγαίνει στο Τέχνης. Πανέμορφη και με ένα τσαγανό πολύ ιδιαίτερο, η Μίχα περπατούσε στη σχολή και οι άντρες «έπεφταν» στο πέρασμά της. Ο Χαραλάμπους, βέβαια, στην αρχή το έπαιζε δύσκολος, όμως τελικά την ερωτεύτηκε παράφορα. Ήταν πολύ ερωτευμένοι και ειδικά προς το τέλος της ζωής τους, το λέω και συγκινούμαι, θυμάμαι τον μπαμπά να γίνεται υπερπροσταυτευτικός με τη μαμά και εκείνη πολύ γλυκιά μαζί του. Έλεγε «Το Μαράκι μου» και έσταζε μέλι. Πήγαινε και τη χάιδευε και μετά τη νευρίαζε. Πάντα συγκρουσιακοί και πάντα μαζί. Κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει ζωές, όμως δεν το έκαναν ποτέ.

Τα δικά σου προσωπικά με ποιον σου άρεσε να τα συζητάς;
Με τη μαμά σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο μπαμπάς είχε μια απόσταση, όμως μου έλεγε τα γεγονότα. Δηλαδή, «Αυτό θα σου βγει έτσι» ή «Αυτό είναι καλό». Βέβαια, ήταν υπερ-προστατευτικός. Η μαμά από την άλλη, δεν σταματούσε να μου λέει ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος και ότι κανένας δεν μπορεί να τον καταπιέσει. Με το που καταπιεστεί κάποιος, κάπου αλλού θα ξεσπάσει. Είτε στον εαυτό του είτε στους άλλους είτε σε κάτι. Αυτό το κρατώ μέχρι σήμερα.
Βλέπεις πιο πολύ τον μπαμπά ή τη μαμά σου σε σένα;
Τσακώνομαι με τον εαυτό μου τελευταία και αναρωτιέμαι, τι έχω πάρει τελικά; Και τα αρνητικά τους και τα θετικά τους νομίζω. Και για τα δύο νιώθω ευγνώμων και για τα δύο νευριάζω, αλλά εντάξει. Αφού είμαι παιδί τους.
Ακολούθησες το επάγγελμά τους. Ήταν μονόδρομος για σένα;
Όχι, δεν ήταν μονόδρομος, αλλά κάτι που ήρθε αβίαστα, γιατί είχα τη μεγάλη τύχη να ρουφήξω σαν σφουγγάρι πάρα πολλές πληροφορίες από πολύ μικρή ηλικία και να είμαι πιο κοντά στους ηθοποιούς και στο θέατρο γενικά από παιδί. Ήρθε, θα έλεγα, «φυσικά», χωρίς να το επιδιώκω. Θυμάμαι ότι ήθελα να γίνω ψυχολόγος. Πέρασα, πήγα, έδωσα τρία μαθήματα και αυτό ήταν. Σε μια απεργία που δεν πήγα να δώσω το τέταρτο μάθημα, απλά δεν ξαναπήγα.

Αγχωνόσουν όταν οι γονείς σου έρχονταν να σε δουν στο θέατρο;
Ναι, αλλά ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη και γελούσα πάρα πολύ, γιατί πάντα η μαμά μου έκανε ότι έβηχε πάνω σε κάποιες ατάκες που έλεγα, για να την ακούσω και για να μου δείξει ότι ήταν εκεί. Αυτό το έκανε πάρα πολύ συχνά και παρόλο που στην αρχή νευρίαζα, μετά με έπιαναν τα γέλια. Πάντα ήταν εκεί, με τα μαύρα της γυαλιά, γιατί δεν πήγαινε να φτιάξει τα άλλα. Αγχωνόμουν όταν τους είχα στο κοινό αλλά χαιρόμουν κιόλας.
Το γεγονός ότι είχες αυτούς τους δύο γονείς, σε δυσκόλεψε ή σε βοήθησε να μπεις στον χώρο;
Σίγουρα έκανε τα πράγματα πιο «εύκολα», όμως ταυτόχρονα μου δημιουργούσε και ένα είδος πίεσης να αποδείξω τη δική μου αξία. Άκουσα πάρα πολλά πράγματα για μένα του τύπου «Η κόρη του Νίκου Χαραλάμπους και ποια νομίζει ότι είναι» και παρέμενα για χρόνια σιωπηλή. Γενικότερα υπήρχε ένας πόλεμος για την «οικογενειοκρατία» μας στον ΘΟΚ, όμως σε ποιον έπρεπε να ζητήσουμε συγνώμη που κάναμε αυτή τη δουλειά και μάλιστα καλά; Μετά, το ξεπέρασα όλα αυτά, ασχέτως αν η ίδια, ακόμα και τώρα που μιλάμε, δεν έχω σταματήσει ποτέ να αμφισβητώ ό,τι κάνω.
Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο, υπάρχουν πράγματα που έχεις ακόμα απωθημένα;
Δεν ξέρω αν έχω απωθημένα. Υπήρξα πολύ τυχερή, γιατί έρχονταν τα πράγματα εύκολα σε μένα. Είτε γιατί κάποιος τα έκανε εύκολα, επειδή είμαι η Νιόβη, η κόρη του Νίκου Χαραλάμπους και της Μαρίας Μίχα, είτε για τον οποιονδήποτε άλλο λόγο. Έκανα πάρα πολλά και νιώθω ευγνώμων γι΄αυτά. Δεν ήταν φιλόδοξος ο λόγος που έγινα ηθοποιός. Ήταν η συνέχεια της ζωής μου αυτό το πράγμα. Δεν ήθελα να το κάνω, για να γίνω σπουδαία. Κάνω αυτό που αγαπώ.

Στις 13 Ιουνίου είναι η πρεμιέρα της παράστασης του ΘΟΚ «Χωρικά Ύδατα», στην οποία συμμετέχεις. Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτήν;
Είναι μια συνεργασία σπουδαία, η οποία νομίζω θα έχει πολύ μεγάλη επιτυχία, γιατί η Λίνα Νικολακοπούλου είναι ένα πλάσμα άπιαστο. Μια γυναίκα η οποία δεν υπάρχει κάτι που να λέει και να μπορείς να το αντικρούσεις. Είναι σοφία όλο αυτό που υπάρχει και σιγά σιγά ανακαλύπτεις τι έχει ζήσει μέσα από όλους τους στίχους της. Αυτή η γυναίκα είναι πανέξυπνη, ξέρει πολύ καλά τι κάνει, διαισθάνεται και «πιάνει» το μάτι της τα πάντα. Είμαι ευγνώμων που τη γνώρισα.


