ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΙΝΟ ΝΟΜΙΚΟ
MONSTER: THE LIZZIE BORDEN STORY
Αυτό το διαβόητο, μακάβριο παιδικό(!) τραγούδι που αντηχεί εδώ και πάνω από έναν αιώνα στην αμερικανική ποπ κουλτούρα, βρίσκει τη νέα του τηλεοπτική στέγη ως ταιριαστά creepy soundtrack της νέας προσθήκης στη σειρά ανθολογίας Monster του Ryan Murphy που μετά τους Dahmer και Ed Gein καταπιάνεται με ένα από τα παλαιότερα και διασημότερα άλυτα μυστήρια της αμερικανικής ιστορίας. Βρισκόμαστε στο Fall River της Μασαχουσέτης του 1892. Όταν ο εύπορος Andrew και η Abby Borden βρίσκονται άγρια κατακρεουργημένοι με τσεκούρι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, οι υποψίες των Αρχών στρέφονται σχεδόν αμέσως στη νεαρή, καταπιεσμένη κόρη της οικογένειας, Lizzie. Ακολουθεί μια εξοντωτική δικαστική διαμάχη και ένα πρωτοφανές μιντιακό τσίρκο της βικτωριανής εποχής που συγκλόνισε το έθνος.
Όπως αναμένεται από κάθε παραγωγή του Murphy, το εγχείρημα είναι οπτικά εντυπωσιακό, στήνοντας ένα άψογο σκηνικό γοτθικού τρόμου. Η πρωτοεμφανιζόμενη Ella Beatty (κόρη του Warren Beatty και της Annette Bening) είναι εξαιρετική στον ρόλο της Lizzie, προσδίδοντας στην ηρωίδα μια αλλόκοτη, επικίνδυνη ευθραυστότητα. Πλαισιώνεται από ένα σπουδαίο καστ: τον Charlie Hunnam ως τον πατέρα, την πάντα αξιόπιστη Rebecca Hall ως τη μητριά και τη Vicky Krieps στον ρόλο της υπηρέτριας Bridget «Maggie» Sullivan. Η σειρά μάλιστα χτίζει την καρδιά της πάνω στην ταξική και σεξουαλική δυναμική μεταξύ της Lizzie και της Maggie, παρουσιάζοντάς τις ως συνεργούς που εκδικούνται την κακοποίηση.
Εκεί όμως που το οικοδόμημα καταρρέει εντυπωσιακά είναι στο εκτροχιασμένο, αφόρητα παραφουσκωμένο σενάριο του Ian Brennan. Είναι πλέον προφανές ότι το ξεχειλωμένο φορμάτ της ανθολογίας δεν λειτουργεί πια. Η εμμονή να απλωθεί η ιστορία σε 8 επεισόδια είναι καταστροφική για ένα -πιασάρικο είναι η αλήθεια- στόρι που ιδανικά θα διαρκούσε 4, βία 5 επεισόδια. Αντί να εμβαθύνει ουσιαστικά στη θέση της γυναίκας τη βικτωριανή εποχή, η πλοκή εκτροχιάζεται σε φανταστικά μελοδράματα, εντάσσοντας εντελώς άσχετα storylines γύρω από διαβόητες γυναίκες δολοφόνους διαφορετικών αιώνων (μέχρι και την Aileen Wuornos ή την Elizabeth Báthory βλέπουμε!), διαλύοντας τη συνοχή του κεντρικού μυστηρίου. Ακόμα πιο εξοργιστικό για τους λάτρεις της ιστορίας είναι το πώς το σενάριο χρεώνει στη Lizzie έναν επιπλέον, εντελώς επινοημένο φόνο ως πρόβα τζενεράλε πριν σκοτώσει τους γονείς της. Στην πραγματικότητα, θύμα δολοφονήθηκε όντως, αλλά αρκετό καιρό αργότερα και από άλλον δράστη.
Εν κατακλείδι, το νέο Monster φαντάζει σαν μια πανάκριβη, καλοπαιγμένη γοτθική παιδική χαρά, η οποία όμως πνίγεται στην ίδια της τη φιλοδοξία και την ανάγκη για πει όσο το δυνατόν περισσότερα για άσχετα ή λιγότερο ενδιαφέροντα πράγματα. Είναι κρίμα για τις ερμηνείες, αλλά αποδεικνύει πως το true crime θέλει μέτρο αλλιώς καταντά εγκληματικά ανιαρό. Βλέπετε σε αντίθεση με τους γονείς της Lizzy, η σειρά ήθελε ένα μικρό τσεκούρωμα. (Netflix)
THE PERFECT LIE
Τα μυστήρια που εκτυλίσσονται πίσω από τις κλειστές, αστραφτερές πόρτες των πλούσιων προαστίων αποτελούν μια σταθερή και αγαπημένη τηλεοπτική συνταγή – όλοι μας θέλουμε να βλέπουμε τις τέλειες ζωές να καταρρέουν, σωστά; Ωστόσο, το The Perfect Lie καταφέρνει να βάλει τη δική του, αναπάντεχα σκοτεινή και ωμή πινελιά στο είδος. Η νέα σειρά του Netflix μάς μεταφέρει στο κατάφυτο και εξαιρετικά εύπορο Μπέργκεν της Ολλανδίας, όπου η Karen (η Loes Haverkort που μοιάζει με Ολλανδέζα Naomi Watts) και ο σύζυγός της μετακομίζουν αναζητώντας μια νέα, ήρεμη αρχή. Εκεί, γίνονται γρήγορα δεκτοί στους κόλπους του περιβόητου Dinner Club (De Eetclub, όπως είναι ο πρωτότυπος ολλανδικός τίτλος) – μιας κλειστής, ελίτ παρέας ζευγαριών που επιδεικνύει μια φαινομενικά τέλεια, πολυτελή και ελαφρώς ηδονιστική ζωή. Το γυαλί όμως θρυμματίζεται όταν το σπίτι ενός εκ των μελών τυλίγεται στις φλόγες με τον ίδιο να ανασύρεται νεκρός από τα ερείπια. Καθώς η Karen αρχίζει να σκαλίζει τις στάχτες (μεταφορικά και κυριολεκτικά), συνειδητοποιεί πως η δεμένη φιλία αυτών των ανθρώπων είναι ουσιαστικά χτισμένη σε ένα εύθραυστο δίκτυο από καλοζυγισμένα ψέματα, απιστίες και βαθιά θαμμένα μυστικά, βάζοντας τελικά και τον εαυτό της σε θανάσιμο κίνδυνο.
Οπτικά και σκηνοθετικά, το εγχείρημα μοιάζει με glossy ψυχολογικό θρίλερ δυσλειτουργικών γάμων (συνήθως με τη Nicole Kidman) μπολιασμένο με ατμόσφαιρα σκανδιναβικού/ευρωπαϊκού νουάρ, αποφεύγοντας τη γυαλιστερή τελειότητα και καταγράφοντας τα πολυτελή σπίτια και τον ψυχρό ολλανδικό καιρό με έναν τρόπο που αντανακλά ευφυώς την εσωτερική σαθρότητα των ηρώων. Η πολυπρόσωπη αφήγηση στα επτά επεισόδια ξετυλίγεται σταδιακά σαν κρεμμύδι, συντηρώντας ικανοποιητικά την αγωνία και διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον. Ακόμα κι όταν το σενάριο φλερτάρει ελαφρώς με τους κανόνες μιας ακριβής σαπουνόπερας, οι στιβαρές ερμηνείες κρατούν το έργο απόλυτα γειωμένο. Η Haverkort κλέβει δικαιωματικά την παράσταση ως μια ηρωίδα που απέχει παρασάγγας από το πρότυπο του τέλειου θύματος – παίρνει συχνά τις χειρότερες δυνατές αποφάσεις, παρασύρεται από τον θυμό της και κρύβει τα δικά της ελαττώματα, πράγμα που την κάνει εξαιρετικά τρισδιάστατη και αληθινή.
Υπάρχει μία ένσταση με το φινάλε όμως, χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, είναι αναμενόμενη αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι τα βιβλία της Saskia Noort στα οποία βασίζεται είναι τριλογία, οπότε λογικά θα ακολουθήσουν κι άλλοι τίτλοι (ήδη η σειρά σαρώνει τα παγκόσμια charts). Το The Perfect Lie μπορεί να μην φέρνει κάτι καινούργιο στο είδος (εκτός ίσως από γυμνό που αποφεύγουν τα σεμνότυφα αγγλόφωνα), παραμένει όμως μια εξαιρετικά στιλιζαρισμένη, ωμή και εθιστική πρόταση που χτίζει την έντασή της με μαεστρία, αποδεικνύοντας πως σε ότι αφορά την ακολασία μεταξύ συναινούντων ενηλίκων η Ευρώπη ξέρει να παρτάρει άγρια! (Netflix)
THE JUDGE
Ο επιτυχημένος δικηγόρος Hank Palmer έχει απομακρυνθεί από την οικογένειά του και ζει στο Σικάγο. Ο απρόβλεπτος χαμός της μητέρας του τον αναγκάζει να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι σε μια επαρχιακή κωμόπολη της Ιντιάνα. Όσο είναι εκεί, προσπαθεί να τα βρει με τον αποξενωμένο πατέρα του, έναν άτεγκτο τοπικό δικαστή τα λόγια του οποίου ηχούν δυνατότερα από το σφυρί του. Τα πράγματα παίρνουν μια σκοτεινή τροπή όταν ο πατέρας κατηγορείται για τον φόνο ενός προσφάτως αποφυλακισθέντος δολοφόνου, τον οποίο είχε δικάσει παλαιότερα. Ευτυχώς που γνωρίζει, δηλαδή, έναν πολύ καλό δικηγόρο.
Οι Robert Downey Jr. και Robert Duvall μονομαχούν ερμηνευτικά σ’ αυτό το καλοπροαίρετο δράμα χαρακτήρων, το οποίο πασχίζει να βρει την ισορροπία του γύρω από την προβληματική επανασύνδεση πατέρα-γιου και το δικαστικό σασπένς. Ο Downey είναι απολαυστικός ως ο μουράτος δικηγόρος-καρχαρίας, έστω κι αν ο ρόλος μοιάζει συχνά με μια ελαφρώς πιο δραματική βερσιόν του Tony Stark (χωρίς τη στολή). Απέναντί του, ο Duvall παραδίδει μια ερμηνεία εξαιρετική πέρα από κάθε περιγραφή, αποδίδοντας υποδειγματικά τη σωματική και ηθική φθορά ενός ανυποχώρητου πατριάρχη – μια ερμηνεία που δικαιότατα του χάρισε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου (και να σκεφτείτε ότι πήρε τον ρόλο όταν ο Jack Nicholson εγκατέλειψε το πρότζεκτ εξαιτίας δημιουργικών διαφορών). Το καστ πλαισιώνουν με στιβαρές παρουσίες οι Vera Farmiga, Vincent D’Onofrio και ο Jeremy Strong του Succession.
Στον τεχνικό τομέα, το φιλμ μαγνητίζει το βλέμμα, κυρίως χάρη στην υποβλητική φωτογραφία του θρυλικού Janusz Kamiński (μόνιμου διευθυντή φωτογραφίας του Steven Spielberg), ο οποίος ντύνει τη μικρή πόλη με νοσταλγικά, φθινοπωρινά χρώματα. Σκηνοθετικά, όμως, ο David Dobkin (γνωστός κυρίως για κωμωδίες όπως το Wedding Crashers) χάνει το στοίχημα του ρυθμού. Με διάρκεια που αγγίζει τα εξαντλητικά 141 λεπτά, το φιλμ πλατειάζει επικίνδυνα, παγιδευμένο σε περιττούς μελοδραματισμούς.
Το συναρπαστικό δικαστικό δράμα είναι άλλωστε είδος προς εξαφάνιση στη μεγάλη οθόνη, ωστόσο το The Judge, πέρα από τις υψηλού επιπέδου ερμηνείες και τις αναλαμπές πανέξυπνου διαλόγου, δεν έχει και πολλά να προσφέρει σε αυτό το κομμάτι. Εστιάζει μαεστρικά στις διαπροσωπικές σχέσεις και την ψυχοσύνθεση των ηρώων, όμως το αδύναμο δικαστικό μέρος, τα σεναριακά κλισέ και η έλλειψη οποιασδήποτε πραγματικής κορύφωσης σού αφήνουν τελικά την αίσθηση του λίγου και του ανολοκλήρωτου. (Netflix)



