HomeTALK OF THE TOWNΤάκης Μιραλλάης - The Legend: «Το μεγαλύτερο μετάλλιο, είναι το γεγονός ότι, δεκαετίες μετά, ο κόσμος εξακολουθεί να μιλά για εκείνα τα χρόνια του...

Τάκης Μιραλλάης – The Legend: «Το μεγαλύτερο μετάλλιο, είναι το γεγονός ότι, δεκαετίες μετά, ο κόσμος εξακολουθεί να μιλά για εκείνα τα χρόνια του μπάσκετ»

«Αυτή η συνέντευξη είναι αφιερωμένη στο αγαπημένο μου σωματείο, τον Αχιλλέα Καϊμακλίου. Τόσο εγώ όσο και εκατοντάδες καλαθοσφαιριστές και χιλιάδες νέοι Καιμακλιώτες χτίσαμε και εκπληρώσαμε τα όνειρά μας χάρη στον Αχιλλέα. Εκφράζω τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μου στους προέδρους, τα διοικητικά συμβούλια, τους εφόρους, τους προπονητές, αλλά και στον υπέροχο κόσμο του Αχιλλέα για όσα μας πρόσφεραν.»»
Τάκης Μιραλλάης 

Από τα πρώτα του βήματα στο μπάσκετ, όταν κανείς δεν πίστευε ότι το μικροκαμωμένο εκείνο παιδί, θα μπορούσε να σταθεί σε αυτό το άθλημα, μέχρι την απρόσμενη μεταγραφή του στον Ολυμπιακό Πειραιώς και τα χρόνια που μεγαλούργησε στην Ελλάδα, η πορεία του Τάκη Μιραλλάη χαρακτηρίζεται από ανατροπές και από μάχες που δόθηκαν τόσο μέσα στο γήπεδο όσο και έξω από αυτό. Σήμερα, ο κορυφαίος Κύπριος μπασκετμπολίστας, κοιτάζει πίσω σε μια διαδρομή γεμάτη επιτυχίες αλλά και πληγές, γνωρίζοντας ότι το σημαντικότερο αποτύπωμα ενός αθλητή δεν είναι μόνο οι τίτλοι, αλλά η μνήμη που αφήνει στους ανθρώπους που τον είδαν να αγωνίζεται. Μαζί με τον πρωτότοκο γιο του, Κωνσταντίνο, φωτογραφίζονται για πρώτη φορά και μοιράζονται μια ιστορία -που μοιάζει να συνεχίζεται στον χρόνο-, για το μπάσκετ, την οικογένεια, το βάρος αλλά και την τιμή ενός ονόματος, που μεγάλωσε μέσα στα γήπεδα.

Τα πρώτα χρόνια στο Καϊμακλί

Από μικρός είχα μάθει να διεκδικώ αυτά που μου ανήκουν με τιμιότητα. Αυτό το οφείλω στους γονείς, στους δασκάλους αλλά και στους πνευματικούς μου. Ήμουν τυχερός, γιατί μεγάλωσα σε μια γειτονιά, όπου υπήρχε πολύ δυνατή κοινότητα. Παρά την ανέχεια, μας στήριζαν με κάθε τρόπο και μας έδωσαν τα εχέγγυα να γίνουμε σωστοί άνθρωποι μεγαλώνοντας. Έχω κάνει διάφορες δουλειές στη ζωή μου. Από τα 11 μου δούλευα στην οικοδομή. Ξεφόρτωνα κούτες με κρασιά. Κάναμε ό,τι δουλειά υπήρχε, για να βγάζουμε ένα χαρτζιλίκι και να μην επιβαρύνουμε τους δικούς μας. Όλο αυτό, με δίδαξε την αξία των χρημάτων.

Ο αθλητισμός, ως φυσική διέξοδος

Από μικρός δεν ήμουν και ιδιαίτερα των «γραμμάτων». Δεν μου πολυάρεσε το διάβασμα, σε αντίθεση με τα άλλα δύο μου αδέρλια που το αγαπούσαν. Την ενέργειά μου, την εκτόνωνα στο γήπεδο. Εκείνη την εποχή έπαιζα ποδόσφαιρο και επειδή ήμουν καλός, το έβλεπα σοβαρά. Είχα αφοσιωθεί σε αυτό. Η καθημερινότητά μου ήταν σχολείο, κατηχητικό, γήπεδο. Δεν ήθελα να σπαταλάω τον χρόνο μου σε ανούσια πράγματα. Είχα έναν στόχο.

Το τσιμεντένιο γήπεδο, που άλλαξε τη ζωή του

Το μπάσκετ μπήκε στη ζωή μου σχεδόν τυχαία, όταν η ομάδα της γειτονιάς μου, ο Αχιλλέας Καϊμακλίου, όπου έπαιζα ποδόσφαιρο, αποφάσισε κάποια στιγμή να επενδύσει στην καλαθοσφαίριση, δημιουργώντας το πρώτο γήπεδο μπάσκετ στην περιοχή. Το γήπεδο ήταν ακριβώς απέναντι από εκεί που παίζαμε ποδόσφαιρο. Το πάτωμα ήταν από premix και το καλοκαίρι έκαιγε. Εμείς, από περιέργεια, θέλαμε να πάμε να παίξουμε εκεί, ασχέτως αν δεν είχαμε ιδέα από μπάσκετ. Να φανταστείτε, την πρώτη φορά που πήγα να δοκιμάσω, δεν με άφησαν καν να μπω στο γήπεδο, γιατί φορούσα παπούτσια του ποδοσφαίρου. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη. Πήγα στη μητέρα μου κλαίγοντας και την παρακαλούσα να μου δώσει λεφτά να αγοράσω παπούτσια. Θυμάμαι είχα πάρει κάτι ολόλευκα αθλητικά και πήγα με μεγάλο ενθουσιασμό στο γήπεδο, λέγοντας στον προπονητή ότι ήθελα να παίξω. Δεν είχα ιδέα, ουσιαστικά έπαιζα μπάσκετ με όρους ποδοσφαίρου. Αλλά, ήμουν πολύ γρήγορος και αυτό το πρόσεξε ο προπονητής. Όταν τελείωσε η προπόνηση, πολλοί από τους υπόλοιπους φώναζαν στον προπονητή να με διώξει. Ο αξεπέραστος Τάκης Λύρας, όμως, είδε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει, οπότε με κράτησε. Έτσι, σε ηλικία περίπου 14-15 ετών, βρέθηκα να παίζω και να κάνω προπονήσεις καθημερινά και στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ.

M1

Η εμπειρία με τον Παναγιώτη Γιαννάκη

Εκείνη την περίοδο, κάποιες κυπριακές ομάδες καλαθόσφαιρας είχαν προχωρήσει σε αδελφοποιήσεις με ομάδες από την Ελλάδα. Σε έναν από αυτούς τους αγώνες, ήρθε στην Κύπρο με την ομάδα του, ο θρύλος του ελληνικού μπάσκετ, Παναγιώτης Γιαννάκης. Όταν ο προπονητής μου, μου ανακοίνωσε ότι θα έπαιζα απέναντί του στο γήπεδο, αντέδρασα έντονα. Ήμουν μικροκαμωμένος σωματικά, είχαμε τεράστια διαφορά ύψους, δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να τον μαρκάρω. Ο αγώνας τελείωσε και, όπως ήταν αναμενόμενο, ο Παναγιώτης Γιαννάκης με «διέλυσε» μέσα στο παιχνίδι. Λίγο πριν φύγει από το γήπεδο, όμως, συνέβη κάτι που έμεινε χαραγμένο στη μνήμη μου και μου άλλαξε την κοσμοθεωρία: Με πλησίασε ο Γιαννάκης, με αγκάλιασε, μου έδωσε συγχαρητήρια και μου είπε ότι δεν ήμουν εύκολος αντίπαλος και ότι τον είχα δυσκολέψει. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο κίνητρο που μου έδωσε ποτέ κάποιος. Να μην φοβάμαι και να μην με τρομάζει κανένας και τίποτα. Γιατί μόνο τότε εξελίσσεσαι, γίνεσαι καλύτερος και βελτιώνεσαι.

Τα πρώτα μεγάλα βήματα

Η εξέλιξη ήταν γρήγορη. Από πολύ μικρός μπήκα στην Εθνική Εφήβων, κατακτώντας μάλιστα και μία πολύ σημαντική προσωπική διάκριση, ως ο καλύτερος playmaker σε πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Και ο Τάκης Λύρας σε όλο αυτό, δεν ήταν απλώς προπονητής, ήταν παράλληλα και καθηγητής και δάσκαλος και δεύτερος πατέρας μας. Ο ρόλος του ξεπερνούσε το γήπεδο. Μας εκπαίδευε και μας διαπαιδαγωγούσε. Ήταν εκεί, για να μας ακούει και να μας στηρίζει. Όταν ανακάλυψε ότι δεν είχα εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο και έκανα και τα δυο παράλληλα, με φώναξε για να μου μιλήσει, αφού πρώτα μου είχε δώσει ένα καλό μάθημα εντός γηπέδου. Μου εξήγησε πως σε εκείνη τη φάση που ήμουν, έπρεπε να πάρω μία απόφαση, αλλιώς δεν θα ξεχώριζα πουθενά. Αγαπούσα το ποδόσφαιρο αλλά ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να πάω μακριά από μία συνοικιακή ομάδα, οπότε επέλεξα το μπάσκετ και αφοσιώθηκα σε αυτό.

ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η επόμενη καθοριστική στιγμή της ζωής μου, δεν ήρθε μέσα στο γήπεδο, αλλά από μία προσβολή. Όταν πλησίαζε το τέλος της στρατιωτικής μου θητείας, ο πατέρας μου, τυπογράφος στο επάγγελμα, διάβαζε συχνά στις εφημερίδες για το ταλέντο και τις προοπτικές μου. Εκείνη την εποχή, οι αθλητές πρώτης γραμμής συχνά εξασφάλιζαν εργασία σε κρατικούς ή ημικρατικούς οργανισμούς, οπότε με προέτρεψε να μιλήσω με την ομάδα, για να μου εξασφαλίσει μια θέση εργασίας μετά τον στρατό. Δεν είχα, όμως, κάποιο «χαρτί» και τότε τις τεχνικές σχολές τις θεωρούσαν υποδεέστερες. Οπότε, πήγα να ρωτήσω έναν επιφανή κύριο για τις επιλογές μου. Αντί να με βοηθήσει, προτίμησε να με προσβάλει με διάφορα κοσμητικά επίθετα λέγοντάς μου ουσιαστικά ότι άργησα να ασχοληθώ με τη μόρφωσή μου. Θύμωσα και πείσμωσα την ίδια στιγμή. Πήγα στη μητέρα μου και της είπα ότι θα δώσω πανελλαδικές. Οι εξετάσεις ήταν μόλις δύο μήνες μακριά και εγώ έπρεπε να καλύψω όλη εκείνη την ύλη. Κανείς δεν πίστευε ότι θα τα κατάφερνα. Βρήκα έναν φιλόλογο να με βοηθήσει με την ορθογραφία, στην έκθεση ήμουν ήδη καλός. Ιστορία διάβαζα μόνος μου και είχα και μια ξαδέλφη που θα έδινε για ιατρική, οπότε τη βοηθούσα και αυτή με το διάβασμα και παράλληλα μάθαινα μαζί της. Έδωσα εξετάσεις και εξασφάλισα θέση στη Γυμναστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης με καλή βαθμολογία. Δεν είχα ποτέ σκοπό να πάω, άλλωστε οικονομικά δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, ήθελα, όμως, να αποδείξω ότι μπορούσα να διαψεύσω εκείνον τον «κύριο».

Η μεταγραφή στον Ολυμπιακό, που έμαθε από τις εφημερίδες

Η επόμενη στροφή της ζωής μου μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Το καλοκαίρι εκείνο, έκανα προετοιμασία και περνούσα τις μέρες μου στο Governor’s Beach, μαζί με φίλους. Ένα πρωί Κυριακής, οι φίλοι μου με ξύπνησαν με μια είδηση που με είχε αφήσει άφωνο: Όλες οι εφημερίδες έγραφαν ότι συμφώνησα να παίξω στην ομάδα του Ολυμπιακού, ενώ μάλιστα φιλοξενούσαν και δηλώσεις μου. Δεν ήξερα τι μου γινόταν. Κατάφερα με τα χίλια ζόρια να επιστρέψω πίσω στη Λευκωσία, για να μάθω τι έγινε. Εκείνη την εποχή, όταν οι αθλητές της Κύπρου εξασφάλιζαν θέση σε ελληνικό πανεπιστήμιο, οι ελληνικοί σύλλογοι έπαιρναν τις λίστες και αναζητούσαν τα μεγαλύτερα ταλέντα, για να τους προσεγγίσουν. Όταν είδαν το όνομά μου, ζήτησαν πληροφορίες από τον τεράστιο παίχτη, Ανδρέα Κοζάκη, που τότε αγωνιζόταν στον Ολυμπιακό και επειδή με είχε προλάβει στην Κύπρο, λίγο πριν φύγει αυτός για να παίξει Ελλάδα, τους είπε πως επρόκειτο για έναν από τον καλύτερους παίχτες εκείνη τη στιγμή στην Κύπρο και ότι θα ήμουν ιδανική προσθήκη για την ομάδα. Οπότε, εκπρόσωποι του Ολυμπιακού ήρθαν στην Κύπρο, συναντήθηκαν με τον Αχιλλέα Καϊμακλίου, τα συμφώνησαν, έδωσαν τα χέρια και έγινε η μεταγραφή. Το θέμα, όμως, ήταν ότι εγώ ήμουν ακόμη στρατιώτης και είχα μερικούς μήνες ακόμη μπροστά μου μέχρι την απόλυσή μου. Το χρονικό περιθώριο ήταν ελάχιστο. Ο Ολυμπιακός με ήθελε στις προπονήσεις στις 17 Αυγούστου κι εγώ ολοκλήρωνα τη θητεία μου τον Σεπτέμβρη, ενώ είχα και κάποιες μέρες κράτηση. Η υπόθεση είχε φτάσει μέχρι τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Σπύρο Κυπριανού. Χρησιμοποιήθηκε το δικαίωμα πρόωρης απόλυσης από τον στρατό, που δινόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μέσα σε δύο ημέρες διαγράφηκαν οι επιπλέον μέρες της θητείας μου, απολύθηκα από τον στρατό, μου εξέδωσαν και διαβατήριο και ξαφνικά βρέθηκα στην Αθήνα να παίζω σε ομάδα πρώτης κλάσης και με υποτροφία για σπουδές.

M2

Η μεταγραφή στον Ηλυσιακό και η άνοδος

Η πρώτη μου χρονιά στον Ολυμπιακό ήταν δύσκολη. Το επίπεδο ήταν εξαιρετικά υψηλό. Ήμουν μέσα στα τρία-τέσσερα ταλέντα για το μέλλον, αλλά είχα παίξει το λιγότερο μπάσκετ της ζωής μου και δικαίως. Στον τελευταίο αγώνα της σεζόν, με τον ΠΑΟΚ, το παιχνίδι μεταδόθηκε από την ΕΡΤ και εκεί έτυχε να με δει ο τότε Πρόεδρος του Ηλυσιακού. Ο σύλλογος είχε φιλοδοξία να ανέβει στην Α1 και διέθετε τους οικονομικούς πόρους, για να επενδύσει. Μίλησαν με τον Ολυμπιακό και αφού διασφάλισαν ότι θα μου καλύπτουν οικονομικά τα αναγκαία, ήρθαν σ’ εμένα να μου κάνουν την πρότασή τους. Δεν ξέρω πώς, σε εκείνη την ηλικία, είχα τη διαύγεια να αφήσω μια μεγάλη ομάδα και να πάω σε μία μικρότερη αλλά ήταν η καλύτερη απόφαση της ζωής μου. Στον Ολυμπιακό δεν θα έβγαινα ποτέ μπροστά, στον Ηλυσιακό, όμως, ανέβαινα μαζί με την ομάδα και αυτό ήταν σπουδαίο.

Η μεγάλη αδικία και η επιστροφή στην Κύπρο

Τέλη της δεκαετίας του ’80, το ελληνικό μπάσκετ ήταν στο απόγειό του. Δόξα. Χρήματα. Προοπτικές. Βρισκόμουν στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή. Παρά το γεγονός, όμως, ότι είχα δουλέψει πολύ, για να βρίσκομαι εκεί, ένας κανονισμός της εποχής αποτελούσε εμπόδιο, για να συνεχίσω. Σύμφωνα, λοιπόν, με εκείνον τον κανονισμό, για να συνεχίσω να αγωνίζομαι στην Ελλάδα, μετά τις σπουδές μου, έπρεπε να εξασφαλίσω εκ νέου μεταγραφή από την κυπριακή μου ομάδα. Λίγο πριν από το πτυχίο, επέστρεψα στην Κύπρο για να ζητήσω από την ομάδα μου να ανανεώσει τη μεταγραφή και έπεσα πάνω σε τοίχο. Θυμάμαι πως είχα πέσει στα γόνατα και τους παρακαλούσα να με αφήσουν να συνεχίσω. Το μέλλον μου ήταν εκεί, όχι μόνο στο γήπεδο αλλά σε όλους τους τομείς. Τότε, όσοι ολοκληρώναμε τις σπουδές μας, διοριζόμασταν αμέσως στα σχολεία ως καθηγητές γυμναστικής, είχα μία ανερχόμενη καριέρα και μόλις είχα αρραβωνιαστεί, με στόχο να ξεκινήσω την οικογένειά μου. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει. Ήμουν 23 ετών, στην καλύτερη μου ηλικία και η ομάδα που με ανέδειξε κάποτε, εκείνη τη στιγμή μου έκοβε τα φτερά και το μέλλον μου. Η μεταγραφή δεν δόθηκε ποτέ και αναγκάστηκα να επιστρέψω στην Κύπρο.

Το τίμημα των επιλογών

Επιστρέφοντας στην Κύπρο, παρότι ήμουν πληγωμένος, αποφάσισα να μην παραιτηθώ αλλά να σταθώ στα πόδια μου, όπως είχα μάθει να κάνω. Ήθελα να παλέψω, ώστε να φέρω το μπάσκετ σε ημιεπαγγελματικό επίπεδο. Το 1987 ίδρυσα με δικά μου χρήματα τον Σύνδεσμο Καλαθοσφαιριστών Κύπρου και εξασφάλισα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους αθλητές και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Χαλούσα, όμως, την πιάτσα, οπότε η σύγκρουση με το κατεστημένο δεν πέρασε χωρίς κόστος. Δεν μπόρεσαν ποτέ να δεχτούν ότι ο Μιραλλάης δεν θα προωθούσε ποτέ κανέναν, χωρίς να το αξίζει πραγματικά. Πλήρωσα το τίμημα των επιλογών και των πράξεών μου και ακόμα το πληρώνω. Αλλά, δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αυτό που μετανιώνω, ίσως, είναι το προσωπικό κόστος. Τις στιγμές που έχασα με την οικογένειά μου, διότι έπρεπε τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου – επίσης σπουδαία αθλήτρια- να δουλεύουμε αμέτρητες ώρες για τα προς το ζην. Και το ότι τα παιδιά μου, ειδικά ο μεγάλος, ο Κωνσταντίνος και λιγότερο ο Σταύρος, χρειάστηκε να βιώσουν σκληρό bullying από ανθρώπους που ουσιαστικά ήθελαν να πλήξουν εμένα.

Το πιο σημαντικό μετάλλιο

Το μεγαλύτερο μετάλλιο για μένα, είναι αυτό που κάνουμε τώρα. Το γεγονός ότι, δεκαετίες μετά, ο κόσμος εξακολουθεί να μιλά για εκείνα τα χρόνια και ό,τι κι αν πουν ή ό,τι και αν κάνουν, κανείς δεν μπορεί να ξεριζώσει τον Μιραλλάη, όπως τον είδε ο κόσμος μέσα στα γήπεδα.

M3


Κωνσταντίνος Μιραλλάης

«Μεγάλωσα μέσα στον αθλητισμό. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου υπήρξαν σπουδαίοι αθλητές, ο καθένας στον δικό του χώρο. Θέλοντας και μη, ο αθλητισμός ήταν μέρος της καθημερινότητάς μου. Πριν ακόμη στραφώ στο μπάσκετ, υπήρξα πρωταθλητής κολύμβησης μέχρι τα 19 μου, στα 100 μέτρα πρόσθιο. Το μπάσκετ, βέβαια, ήρθε αναπόφευκτα. Ο πατέρας μου ήταν αυτός που ήταν, οπότε με έναν τρόπο με οδήγησε σε αυτόν τον δρόμο, χωρίς, όμως, να μου τον επιβάλει. Μου άρεσε κι εμένα. Δεν τον πρόλαβα ως παίχτη, τον έζησα ως προπονητή. Θυμάμαι να «εισβάλλω» στις ατομικές του προπονήσεις, να μπαίνω στο γήπεδο και να προσπαθώ να κάνω ό,τι έκαναν οι άλλοι. Κάπως έτσι αγάπησα το μπάσκετ. Ως πατέρας ήταν προστατευτικός. Μου έλεγε να προσέχω, να σέβομαι το παιχνίδι, να κατανοώ το ομαδικό πνεύμα. Ήθελε να μου μεταδώσει την παιδεία, το ήθος και την αντίληψη. Ως προπονητής, όμως, ήταν αυστηρός. Ποτέ δεν ήμουν αρκετά καλός. Πάντα υπήρχε ένα επίπεδο πιο πάνω, που έπρεπε να το φτάσω. Πάντα υπήρχε μια παρατήρηση, μια λεπτομέρεια, κάτι που θα μπορούσα να κάνω καλύτερα. Ήταν αυστηρός κριτής μαζί μου, ίσως πιο αυστηρός απ’ ό,τι με τους δικούς του παίχτες. Ξέρω ότι αυτός ήταν ο τρόπος του. Ήθελε να με ωθήσει, να με πεισμώσει, να με δυναμώσει. Και δούλεψε. Μέσα από τον προπονητή μου, τον Κώστα Εγγλέζο, άρχισα να καταλαβαίνω το πόσο μεγάλο όνομα ήταν ο πατέρας μου. Ήταν «βαριά φανέλα». Μεγαλώνοντας, το διαπίστωσα και με τον πιο δύσκολο τρόπο. Όταν έφτασα να παίζω στις εθνικές ομάδες, άκουγα συχνά σχόλια ότι με επέλεξαν, λόγω του ονόματός μου ή όταν με άφηναν εκτός, πάλι ήξερα ότι ήταν εξ αιτίας του ονόματός μου. Ήταν ένα βάρος που κουβαλούσα συνεχώς. Εκεί που ένιωθα ότι κέρδιζα κάτι με τον κόπο και το ταλέντο μου, υπήρχε πάντα κάποιος που το αμφισβητούσε. Μεγάλωσα με τη σύγκριση. Ήταν τιμή, αλλά ήταν και βάρος».

 

Φωτογραφίες: @vattisd 
Styling: Shona MuirΕυχαριστίες στο Κλειστό Γυμναστήριο Τάσσος Παπαδόπουλος-Ελευθερία για την ευγενή φιλοξενία.

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends