«Αυτή η συνέντευξη είναι αφιερωμένη στο αγαπημένο μου σωματείο, τον Αχιλλέα Καϊμακλίου. Τόσο εγώ όσο και εκατοντάδες καλαθοσφαιριστές και χιλιάδες νέοι Καιμακλιώτες χτίσαμε και εκπληρώσαμε τα όνειρά μας χάρη στον Αχιλλέα. Εκφράζω τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη μου στους προέδρους, τα διοικητικά συμβούλια, τους εφόρους, τους προπονητές, αλλά και στον υπέροχο κόσμο του Αχιλλέα για όσα μας πρόσφεραν.»»
Τάκης Μιραλλάης
Από τα πρώτα του βήματα στο μπάσκετ, όταν κανείς δεν πίστευε ότι το μικροκαμωμένο εκείνο παιδί, θα μπορούσε να σταθεί σε αυτό το άθλημα, μέχρι την απρόσμενη μεταγραφή του στον Ολυμπιακό Πειραιώς και τα χρόνια που μεγαλούργησε στην Ελλάδα, η πορεία του Τάκη Μιραλλάη χαρακτηρίζεται από ανατροπές και από μάχες που δόθηκαν τόσο μέσα στο γήπεδο όσο και έξω από αυτό. Σήμερα, ο κορυφαίος Κύπριος μπασκετμπολίστας, κοιτάζει πίσω σε μια διαδρομή γεμάτη επιτυχίες αλλά και πληγές, γνωρίζοντας ότι το σημαντικότερο αποτύπωμα ενός αθλητή δεν είναι μόνο οι τίτλοι, αλλά η μνήμη που αφήνει στους ανθρώπους που τον είδαν να αγωνίζεται. Μαζί με τον πρωτότοκο γιο του, Κωνσταντίνο, φωτογραφίζονται για πρώτη φορά και μοιράζονται μια ιστορία -που μοιάζει να συνεχίζεται στον χρόνο-, για το μπάσκετ, την οικογένεια, το βάρος αλλά και την τιμή ενός ονόματος, που μεγάλωσε μέσα στα γήπεδα.
Ο αθλητισμός, ως φυσική διέξοδος
Από μικρός δεν ήμουν και ιδιαίτερα των «γραμμάτων». Δεν μου πολυάρεσε το διάβασμα, σε αντίθεση με τα άλλα δύο μου αδέρλια που το αγαπούσαν. Την ενέργειά μου, την εκτόνωνα στο γήπεδο. Εκείνη την εποχή έπαιζα ποδόσφαιρο και επειδή ήμουν καλός, το έβλεπα σοβαρά. Είχα αφοσιωθεί σε αυτό. Η καθημερινότητά μου ήταν σχολείο, κατηχητικό, γήπεδο. Δεν ήθελα να σπαταλάω τον χρόνο μου σε ανούσια πράγματα. Είχα έναν στόχο.

ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η επόμενη καθοριστική στιγμή της ζωής μου, δεν ήρθε μέσα στο γήπεδο, αλλά από μία προσβολή. Όταν πλησίαζε το τέλος της στρατιωτικής μου θητείας, ο πατέρας μου, τυπογράφος στο επάγγελμα, διάβαζε συχνά στις εφημερίδες για το ταλέντο και τις προοπτικές μου. Εκείνη την εποχή, οι αθλητές πρώτης γραμμής συχνά εξασφάλιζαν εργασία σε κρατικούς ή ημικρατικούς οργανισμούς, οπότε με προέτρεψε να μιλήσω με την ομάδα, για να μου εξασφαλίσει μια θέση εργασίας μετά τον στρατό. Δεν είχα, όμως, κάποιο «χαρτί» και τότε τις τεχνικές σχολές τις θεωρούσαν υποδεέστερες. Οπότε, πήγα να ρωτήσω έναν επιφανή κύριο για τις επιλογές μου. Αντί να με βοηθήσει, προτίμησε να με προσβάλει με διάφορα κοσμητικά επίθετα λέγοντάς μου ουσιαστικά ότι άργησα να ασχοληθώ με τη μόρφωσή μου. Θύμωσα και πείσμωσα την ίδια στιγμή. Πήγα στη μητέρα μου και της είπα ότι θα δώσω πανελλαδικές. Οι εξετάσεις ήταν μόλις δύο μήνες μακριά και εγώ έπρεπε να καλύψω όλη εκείνη την ύλη. Κανείς δεν πίστευε ότι θα τα κατάφερνα. Βρήκα έναν φιλόλογο να με βοηθήσει με την ορθογραφία, στην έκθεση ήμουν ήδη καλός. Ιστορία διάβαζα μόνος μου και είχα και μια ξαδέλφη που θα έδινε για ιατρική, οπότε τη βοηθούσα και αυτή με το διάβασμα και παράλληλα μάθαινα μαζί της. Έδωσα εξετάσεις και εξασφάλισα θέση στη Γυμναστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης με καλή βαθμολογία. Δεν είχα ποτέ σκοπό να πάω, άλλωστε οικονομικά δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, ήθελα, όμως, να αποδείξω ότι μπορούσα να διαψεύσω εκείνον τον «κύριο».
Η επόμενη στροφή της ζωής μου μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Το καλοκαίρι εκείνο, έκανα προετοιμασία και περνούσα τις μέρες μου στο Governor’s Beach, μαζί με φίλους. Ένα πρωί Κυριακής, οι φίλοι μου με ξύπνησαν με μια είδηση που με είχε αφήσει άφωνο: Όλες οι εφημερίδες έγραφαν ότι συμφώνησα να παίξω στην ομάδα του Ολυμπιακού, ενώ μάλιστα φιλοξενούσαν και δηλώσεις μου. Δεν ήξερα τι μου γινόταν. Κατάφερα με τα χίλια ζόρια να επιστρέψω πίσω στη Λευκωσία, για να μάθω τι έγινε. Εκείνη την εποχή, όταν οι αθλητές της Κύπρου εξασφάλιζαν θέση σε ελληνικό πανεπιστήμιο, οι ελληνικοί σύλλογοι έπαιρναν τις λίστες και αναζητούσαν τα μεγαλύτερα ταλέντα, για να τους προσεγγίσουν. Όταν είδαν το όνομά μου, ζήτησαν πληροφορίες από τον τεράστιο παίχτη, Ανδρέα Κοζάκη, που τότε αγωνιζόταν στον Ολυμπιακό και επειδή με είχε προλάβει στην Κύπρο, λίγο πριν φύγει αυτός για να παίξει Ελλάδα, τους είπε πως επρόκειτο για έναν από τον καλύτερους παίχτες εκείνη τη στιγμή στην Κύπρο και ότι θα ήμουν ιδανική προσθήκη για την ομάδα. Οπότε, εκπρόσωποι του Ολυμπιακού ήρθαν στην Κύπρο, συναντήθηκαν με τον Αχιλλέα Καϊμακλίου, τα συμφώνησαν, έδωσαν τα χέρια και έγινε η μεταγραφή. Το θέμα, όμως, ήταν ότι εγώ ήμουν ακόμη στρατιώτης και είχα μερικούς μήνες ακόμη μπροστά μου μέχρι την απόλυσή μου. Το χρονικό περιθώριο ήταν ελάχιστο. Ο Ολυμπιακός με ήθελε στις προπονήσεις στις 17 Αυγούστου κι εγώ ολοκλήρωνα τη θητεία μου τον Σεπτέμβρη, ενώ είχα και κάποιες μέρες κράτηση. Η υπόθεση είχε φτάσει μέχρι τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Σπύρο Κυπριανού. Χρησιμοποιήθηκε το δικαίωμα πρόωρης απόλυσης από τον στρατό, που δινόταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Μέσα σε δύο ημέρες διαγράφηκαν οι επιπλέον μέρες της θητείας μου, απολύθηκα από τον στρατό, μου εξέδωσαν και διαβατήριο και ξαφνικά βρέθηκα στην Αθήνα να παίζω σε ομάδα πρώτης κλάσης και με υποτροφία για σπουδές.

Η πρώτη μου χρονιά στον Ολυμπιακό ήταν δύσκολη. Το επίπεδο ήταν εξαιρετικά υψηλό. Ήμουν μέσα στα τρία-τέσσερα ταλέντα για το μέλλον, αλλά είχα παίξει το λιγότερο μπάσκετ της ζωής μου και δικαίως. Στον τελευταίο αγώνα της σεζόν, με τον ΠΑΟΚ, το παιχνίδι μεταδόθηκε από την ΕΡΤ και εκεί έτυχε να με δει ο τότε Πρόεδρος του Ηλυσιακού. Ο σύλλογος είχε φιλοδοξία να ανέβει στην Α1 και διέθετε τους οικονομικούς πόρους, για να επενδύσει. Μίλησαν με τον Ολυμπιακό και αφού διασφάλισαν ότι θα μου καλύπτουν οικονομικά τα αναγκαία, ήρθαν σ’ εμένα να μου κάνουν την πρότασή τους. Δεν ξέρω πώς, σε εκείνη την ηλικία, είχα τη διαύγεια να αφήσω μια μεγάλη ομάδα και να πάω σε μία μικρότερη αλλά ήταν η καλύτερη απόφαση της ζωής μου. Στον Ολυμπιακό δεν θα έβγαινα ποτέ μπροστά, στον Ηλυσιακό, όμως, ανέβαινα μαζί με την ομάδα και αυτό ήταν σπουδαίο.
Τέλη της δεκαετίας του ’80, το ελληνικό μπάσκετ ήταν στο απόγειό του. Δόξα. Χρήματα. Προοπτικές. Βρισκόμουν στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή. Παρά το γεγονός, όμως, ότι είχα δουλέψει πολύ, για να βρίσκομαι εκεί, ένας κανονισμός της εποχής αποτελούσε εμπόδιο, για να συνεχίσω. Σύμφωνα, λοιπόν, με εκείνον τον κανονισμό, για να συνεχίσω να αγωνίζομαι στην Ελλάδα, μετά τις σπουδές μου, έπρεπε να εξασφαλίσω εκ νέου μεταγραφή από την κυπριακή μου ομάδα. Λίγο πριν από το πτυχίο, επέστρεψα στην Κύπρο για να ζητήσω από την ομάδα μου να ανανεώσει τη μεταγραφή και έπεσα πάνω σε τοίχο. Θυμάμαι πως είχα πέσει στα γόνατα και τους παρακαλούσα να με αφήσουν να συνεχίσω. Το μέλλον μου ήταν εκεί, όχι μόνο στο γήπεδο αλλά σε όλους τους τομείς. Τότε, όσοι ολοκληρώναμε τις σπουδές μας, διοριζόμασταν αμέσως στα σχολεία ως καθηγητές γυμναστικής, είχα μία ανερχόμενη καριέρα και μόλις είχα αρραβωνιαστεί, με στόχο να ξεκινήσω την οικογένειά μου. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει. Ήμουν 23 ετών, στην καλύτερη μου ηλικία και η ομάδα που με ανέδειξε κάποτε, εκείνη τη στιγμή μου έκοβε τα φτερά και το μέλλον μου. Η μεταγραφή δεν δόθηκε ποτέ και αναγκάστηκα να επιστρέψω στην Κύπρο.
Το μεγαλύτερο μετάλλιο για μένα, είναι αυτό που κάνουμε τώρα. Το γεγονός ότι, δεκαετίες μετά, ο κόσμος εξακολουθεί να μιλά για εκείνα τα χρόνια και ό,τι κι αν πουν ή ό,τι και αν κάνουν, κανείς δεν μπορεί να ξεριζώσει τον Μιραλλάη, όπως τον είδε ο κόσμος μέσα στα γήπεδα.

Κωνσταντίνος Μιραλλάης
«Μεγάλωσα μέσα στον αθλητισμό. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου υπήρξαν σπουδαίοι αθλητές, ο καθένας στον δικό του χώρο. Θέλοντας και μη, ο αθλητισμός ήταν μέρος της καθημερινότητάς μου. Πριν ακόμη στραφώ στο μπάσκετ, υπήρξα πρωταθλητής κολύμβησης μέχρι τα 19 μου, στα 100 μέτρα πρόσθιο. Το μπάσκετ, βέβαια, ήρθε αναπόφευκτα. Ο πατέρας μου ήταν αυτός που ήταν, οπότε με έναν τρόπο με οδήγησε σε αυτόν τον δρόμο, χωρίς, όμως, να μου τον επιβάλει. Μου άρεσε κι εμένα. Δεν τον πρόλαβα ως παίχτη, τον έζησα ως προπονητή. Θυμάμαι να «εισβάλλω» στις ατομικές του προπονήσεις, να μπαίνω στο γήπεδο και να προσπαθώ να κάνω ό,τι έκαναν οι άλλοι. Κάπως έτσι αγάπησα το μπάσκετ. Ως πατέρας ήταν προστατευτικός. Μου έλεγε να προσέχω, να σέβομαι το παιχνίδι, να κατανοώ το ομαδικό πνεύμα. Ήθελε να μου μεταδώσει την παιδεία, το ήθος και την αντίληψη. Ως προπονητής, όμως, ήταν αυστηρός. Ποτέ δεν ήμουν αρκετά καλός. Πάντα υπήρχε ένα επίπεδο πιο πάνω, που έπρεπε να το φτάσω. Πάντα υπήρχε μια παρατήρηση, μια λεπτομέρεια, κάτι που θα μπορούσα να κάνω καλύτερα. Ήταν αυστηρός κριτής μαζί μου, ίσως πιο αυστηρός απ’ ό,τι με τους δικούς του παίχτες. Ξέρω ότι αυτός ήταν ο τρόπος του. Ήθελε να με ωθήσει, να με πεισμώσει, να με δυναμώσει. Και δούλεψε. Μέσα από τον προπονητή μου, τον Κώστα Εγγλέζο, άρχισα να καταλαβαίνω το πόσο μεγάλο όνομα ήταν ο πατέρας μου. Ήταν «βαριά φανέλα». Μεγαλώνοντας, το διαπίστωσα και με τον πιο δύσκολο τρόπο. Όταν έφτασα να παίζω στις εθνικές ομάδες, άκουγα συχνά σχόλια ότι με επέλεξαν, λόγω του ονόματός μου ή όταν με άφηναν εκτός, πάλι ήξερα ότι ήταν εξ αιτίας του ονόματός μου. Ήταν ένα βάρος που κουβαλούσα συνεχώς. Εκεί που ένιωθα ότι κέρδιζα κάτι με τον κόπο και το ταλέντο μου, υπήρχε πάντα κάποιος που το αμφισβητούσε. Μεγάλωσα με τη σύγκριση. Ήταν τιμή, αλλά ήταν και βάρος».
Φωτογραφίες: @vattisd
Styling: Shona MuirΕυχαριστίες στο Κλειστό Γυμναστήριο Τάσσος Παπαδόπουλος-Ελευθερία για την ευγενή φιλοξενία.

