Τι είναι η πατρίδα μας;

Τι είναι η πατρίδα μας;

tsolka

Μπλε και άσπρο. Μπλε και πιο απαλό θαλασσί. Πλισέ φούστες και παντελόνια μακριά με τσάκιση. Πουκάμισα καλοσιδερωμένα και γιλέκα ή καζάκες ελαφριά, και συνήθως είχε ψύχρα. Οι γυμναστές με τις σφυρίχτρες και… ένα στ’ αριστερό, ένα, έναααα…

Απόηχος αμυδρός, σαν θόλωμα, σαν παχύρρευστος χρόνος ή διάθλαση σε καθρέφτες παραμορφωτικούς, όπως αυτοί του τσίρκου, που η περίεργη φιγούρα σου κάτι θυμίζει, οικείο, αλλά και πάλι όχι, και φοβίζει γι’ αυτό. Όλες οι παρελάσεις της ζωής μου. Τότε που ήταν υποχρεωτικές. Με νωπό τον εφιάλτη της Χούντας. Οι σημαίες μας. Υψώνονταν τα κοντάρια, πλατάγιζαν τα πανιά στον άνεμο, ίδρωναν οι πρώτοι, οι μαθητές, κρατώντας βαρύ – βαρύ, σε παιδικά χεράκια, το έμβλημα της πρωτιάς. Και οι γονείς στο πλήθος –νέοι πόσο, θεέ μου– να τους ψάχνουμε με το βλέμμα, αν είναι εδώ. Και οι αρχές του τόπου στην εξέδρα. Αντί να γυρίσουμε σ’ αυτούς τα κεφάλια, ξεχνιόμασταν και τα στρέφαμε μόλις περνούσαμε απ’ το σινεμά «Τα τρία αστέρια» –γραμμένο καλλιγραφικά με κόκκινα γράμματα– να δούμε τι έργο παίζει. Στο σπίτι συνήθως η εθνική γιορτή συνοδευόταν με μπακαλιάρο σκορδαλιά και τραπέζι γιορτινό, με το λευκό τραπεζομάντιλο της μαμάς το κεντημένο και τις πετσέτες τις καλές, κολλαρισμένες και διπλωμένες τριγωνάκια. Και του χρόνου…

… Παρελαύναμε! Του ‘70 και του ‘80, του περασμένου αιώνα, οι ανείπωτοι εκδρομείς. Κάπου πηγαίναμε. Μια προετοιμασία μηνών και βάδην και ποιος θα πάρει τη σημαία και ποιοι θα ‘ναι οι παραστάτες, για να περπατήσουμε έτσι, καμαρωτά, λίγα βήματα, και να διαλυθούμε εκεί, στο σινεμά. Παρελαύναμε, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, αλλά έπρεπε να το κάνουμε και να σεβόμαστε, να τιμάμε, να είμαστε περήφανοι. Γιατί ήμασταν η νέα γενιά των Ελλήνων. Οι συνεχιστές. Τίνος πράγματος άραγε;
… Έχω δυο κόρες. Οι παρελάσεις γίνονται ακόμα. Φορούν τις ίδιες στολές και σηκώνουν ίσως τις ίδιες παλιές σημαίες των σχολείων μας οι πρώτοι μαθητές. Τα παιδιά μου δεν θέλουν να πάνε. Ούτε η μια στο γυμνάσιο, ούτε και η άλλη, που είναι στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. «Γιατί να περπατάμε και να μας κοιτάνε;», «γιατί να βαδίζουμε σαν στρατιώτες;», «δεν θέλω να φορέσω πλισέ φούστα και άσπρο καλσόν. Σιγά μη βάλω και κορδέλα και κάλτσες ως το γόνατο», «τι σημασία έχει όλο αυτό, μαμά; Γιατί γίνεται;»… Για την πατρίδα. Μια υποψία την είχαμε απ’ το δημοτικό, τότε που μαθαίναμε απέξω το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη:«… Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν᾿ οι κάμποι; Μην είναι τ᾿ άσπαρτα ψηλά βουνά; Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει; Μην είναι τ᾿ άστρα της τα φωτεινά;». Η πατρίδα δεν θέλει υποχρεωτικές παρελάσεις φανταρίστικες, με κουρασμένους εφήβους απ’ τον ανταγωνισμό στο διάβασμα, στα σπορ, στη μουσική και το φορτωμένο πρόγραμμα. «Γιατί θα πάρετε απουσίες», λέω, αλλά έχω χαθεί. Τρίτη δημοτικού. Ντυμένη με τη στολή της Αμαλίας, αυλική, Ευρωπαία Αθηναία, «Στα Τρίκορφα μες στην κορφή Κολοκοτρώνης πολεμεί, μες στα Τρίκορφα στη ράχη πάει το αίμα σαν αυλάκι». Ούτε που θα ‘ξερε η μαυρο-Αμαλία, η έκπτωτη βασίλισσα, πού πέφτουν τα Τρίκορφα… Για την πατρίδα, λέω. «Για την πατρίδα» δυνατά τους λέω. Με κοιτάνε. Η πατρίδα είναι λιγωμένη αγάπη, αγκάθι στην καρδιά που σε πονά σε κάθε ανάσα, είναι η μνήμη κάθε ομορφιάς και κάθε πίκρας, η νοσταλγία που σε φέρνει πάντα κοντά σε μια γη, είναι η λεμονιά στον κήπο των γονιών σου και η μυγδαλιά την άνοιξη, κάθε μπλε βαθύ που είναι του Αιγαίου σου και λέξη που είναι ιδέα σου, συναίσθημα και ο ήχος των ονείρων σου. Η πατρίδα είναι «κι αυτά κι εκείνα, και κάτι που ‘χουμε μες την καρδιά και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα», που έλεγε ο Πολέμης προς το τέλος του ποιήματος που μάθαμε όλοι παπαγαλία. «Κάντε όπως νιώθετε», λέω, διπλώνοντας τα μπλε ρούχα της παρέλασης. Έτσι κι αλλιώς η πατρίδα δεν μετριέται στο μέγεθος με χιλιόμετρα στην άσφαλτο, μπροστά από μια πλατεία, αλλά στο μικροσκόπιο που ψάχνει το αόρατο εκείνο αγκαθάκι που σε τρυπάει όποτε λες: Ελλάδα…

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *