Το «πρόβλημα» με τον Βασίλη

Το «πρόβλημα» με τον Βασίλη

Τον Βασίλη τον θυμάμαι να ονειρεύεται από τότε που τα μόνα όνειρα που ήξερε η υπόλοιπη παρέα ήταν εκείνα που φέρνει ο ύπνος. Όχι όμως ο Βασίλης. Τα δικά του τα όνειρα τα έβλεπε στον ξύπνιο του, και ήταν όνειρα εμποτισμένα με αδρεναλίνη, μυστήριο, περιπέτεια, και ταξίδια. Πολλά ταξίδια. Μας μίλαγε ώρες ολόκληρες γι’ αυτά τα όνειρα – μας τα περιέγραφε με γλαφυρότητα. Μας έλεγε για την επιθυμία του να γυρίσει τον κόσμο και να γνωρίσει ανθρώπους διαφορετικούς, και κουλτούρες αλλιώτικες, και ήθη κι έθιμα παράξενα, και να μεγαλώσει πνευματικά και ψυχικά μέσα από αυτά του τα ταξίδια. Θυμάμαι που τα μάτια του άναβαν σαν χριστουγεννιάτικα λαμπάκια κάθε φορά που μας κατονόμαζε όλους εκείνους τους μακρινούς προορισμούς που ήθελε να επισκεφθεί – Τόκυο, Κέιπ Τάουν, Πεκίνο, Νέο Δελχί, Λος Άντζελες, Νέα Υόρκη…στις αμερικανικές πόλεις έμενε πάντα λίγο παραπάνω όταν πρόφερε τα ονόματά τους, λες και τις εξερευνούσε νοερά, με όχημα τη φαντασία του –μια παύση που πρόδιδε έρωτα για εκείνα τα μέρη. Ακούγοντας τον τότε να εξιστορεί ταξίδια που δεν είχε ακόμη ζήσει, με θέρμη βετεράνου ταξιδιώτη (κι ας μην είχε ταξιδέψει ποτέ εκτός Κύπρου), θα έπαιρνες όρκο πως το μέλλον θα έβρισκε τον ενήλικα Βασίλη σε διαφορετική γειτονιά του κόσμου κάθε εβδομάδα.

Λάθος.

Το μέλλον βρήκε τον Βασίλη να κάθεται σε μια άβολη καρέκλα, 10 ώρες την ημέρα, από Δευτέρα ως Παρασκευή, σκυφτός πάνω από ένα φθαρμένο πληκτρολόγιο και μια οθόνη που του στέγνωνε τα μάτια και μαζί τους λίγο – λίγο και την καρδιά του. Είχε σπουδάσει χρηματοοικονομικά, και έβγαζε τα προς το ζην δουλεύοντας σαν επενδυτικός σύμβουλος. Αν και έκανε τους πελάτες του πλούσιους με τις επαγγελματικές του αποφάσεις, ο ίδιος ένιωθε πως μέρα με τη μέρα φτώχαινε συναισθηματικά, και εκείνο που τον φόβιζε πιο πολύ ήταν η χρεωκοπία της καρδιάς του που παραμόνευε στο βάθος, και η οποία θα τον άφηνε κούφιο εσωτερικά όταν τελικά θα συνέβαινε –ένα άδειο σώμα, γεμάτο σκοτωμένα όνειρα. Έβαζε 10 ώρες καθημερινά στο γραφείο και έπαιρνε αρκετά χρήματα σε αντάλλαγμα, μα το πορτοφόλι του δεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την καρδιά του όπως όλων των υπόλοιπων συναδέλφων του και έτσι τα χρήματα δεν του πρόσφεραν καμία απολύτως ευτυχία, και οι 10 τέτοιες ώρες καθημερινά του λήστευαν την καρδιά από το μόνο πράγμα που θα τον έκανε πραγματικά ευτυχισμένο: τις ταξιδιωτικές εμπειρίες.

Το “πρόβλημα” με τον Βασίλη ήταν πάντα η αδάμαστη αγάπη του για τη ζωή, και όλα όσα εμπεριέχονται σε αυτήν. Έμαθε από μικρός να ερωτεύεται εύκολα – ανθρώπους αλλά και ιδέες. Θεωρούσε πάντα τα άυλα αγαθά πιο πολύτιμα από τα υλικά και ταξίδευε ανέκαθεν, χωρίς διαβατήριο, και κυρίως με στίχους, οινόπνευμα και νικοτίνη. Διέθετε γόνιμη φαντασία και της έκανε συχνή χρήση – δεν υπήρχε γωνιά στον κόσμο που να μην την διέταξε να τον πάρει. Διάβαζε τα προγράμματα που έβγαζαν κάθε χρόνο κοντά στο καλοκαίρι οι ταξιδιωτικοί πράκτορες και ζούσε όλες τις εκδρομές που περιέγραφαν στο μυαλό του –μέσα στην ίδια μέρα, έπινε γαλλικό καφέ στην  Champs-Élysées, έκανε roller coaster στη Disneyland στο Ορλάντο, κολυμπούσε με δελφίνια στην Καραϊβική και έκανε έρωτα σε σαλέ στο χιονισμένο Άσπεν, παρά το αναμμένο τζάκι. Ήταν αθεράπευτα ονειροπόλος, και όποιος περνούσε χρόνο στη συντροφιά του κολλούσε αυτό το μικρόβιο, έστω και προσωρινά, και τα ημερήσια όνειρα πολλαπλασιάζονταν, σαν φούσκες από φρέσκο σαπουνόνερο που σκαρφαλώνουν στον αέρα και πάνε πέρα από τα σύννεφα πριν να σπάσουν, ούτως ώστε να μην είσαι απόλυτα σίγουρος αν όντως έσπασαν ή αν συνεχίζουν το ταξίδι τους στους αιθέρες, ζωντανά κι ελπιδοφόρα. Τέτοια ήταν τα όνειρα που έκανε ο Βασίλης σαν έφηβος, μα κανείς δεν του είχε πει τότε πως η ενήλικη ζωή δεν συμπαθεί τους ονειροπόλους και φροντίζει να τους σκάει τις φούσκες τους πριν καλά – καλά αυτές απογειωθούν.

Το γραφείο του Βασίλη φάνταζε γι’ αυτόν φυλακή και ο ίδιος ένιωθε σαν αγρίμι μέσα της. Μάταια κανόνιζε ολιγόλεπτες αποδράσεις με την φαντασία του – η τελευταία είχε εξασθενήσει, παλεύοντας όλη μέρα με αριθμούς και πράξεις. Οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στην εταιρεία του Βασίλη ήταν όμοιοι με ζωντανούς νεκρούς, σαν ζόμπι με πτυχία και γνώσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ο Βασίλης απεχθανόταν τις θλιβερές τους σιλουέτες, που πιο πολύ θύμιζαν σκιές παρά ανθρώπους και σιχαινόταν να τους βλέπει στεγνούς από όνειρα, άνυδρους από ζωντάνια. Το 9-7 τον σκότωνε, αργά και βασανιστικά, αφού το “πρόβλημα” με τον Βασίλη ήταν η αδάμαστη αγάπη του για τη ζωή, μια αγάπη που τώρα ένιωθε με πόνο το σύστημα να του την τιθασεύει. Έκατσε και σκέφτηκε, μονολόγησε αρκετά μέσα του και έκλαψε, έκλαψε πολύ που πρόδωσε την καρδιά του για μια καριέρα-αυταπάτη, κι όταν του τελείωσε το δάκρυ έβαλε τη ζωή του σε μια ζυγαριά για να δει αν ακόμη τα άυλα είχαν γι’ αυτόν παραπάνω βαρύτητα απ’ ότι τα υλικά.

01/09/2012. Ο Βασίλης παραιτήθηκε από τη δουλεία του (εσκεμμένα ο τόνος στο ‘ι’) τη μέρα των 38ών γενεθλίων του και γιόρτασε τα τελευταία λες και γεννιόταν ξανά απ’ την αρχή. Κι όταν τελείωσε το πάρτι κι έφυγαν οι καλεσμένοι του, έκλεισε την πρώτη πτήση που βρήκε για Ιλινόις, νοίκιασε και μια κόκκινη Corvette και ξεκίνησε το πρώτο του ταξίδι από τα πολλά που θα ακολουθούσαν, από την οδό Adams στο Σικάγο, και συγκεκριμένα από την αφετηρία του Route 66, ενός δρομολογίου που ονειρευόταν από παιδί και το οποίο έκανε άπειρες φορές με την κόκκινη Corvette του μυαλού του. Τελευταία αναρριχήθηκε στο όρος Κιλιμάντζαρο, σε μια προσπάθειά του να αποδείξει ότι αρχίζεις να ζεις πραγματικά όταν σπρώξεις τον εαυτό σου έξω από τα περιθώρια του φόβου, αλλά για να το κάνεις πρέπει πρώτα να βρεις τη δύναμη να δραπετεύσεις από τη γραφειακή φυλακή, η οποία σε κρατά αιχμάλωτο για 40 ολόκληρα χρόνια κι όταν τελικά σε αποφυλακίσει, εκεί κοντά στα 60 σου, είσαι πλέον πολύ κουρασμένος για να αρχίσεις να ζεις από την αρχή. Ο Βασίλης τόλμησε την απόδραση αυτή στα 38 του και μου είπε πως στη ζωή μπορείς να επιβιώσεις με πολύ πιο λίγα χρήματα και αντικείμενα απ’ ότι νομίζεις, οπόταν ο φόβος του να μην αφήσεις μια ψυχοφθόρα δουλειά για χάρη των πολλών χρημάτων που σου αποφέρει είναι αβάσιμος.

Ο παιδικός μου φίλος βρίσκεται τώρα σε μια δουλειά η οποία του προσφέρει έναν αξιοπρεπή μισθό και, το κυριότερο, ένα πιο αξιοπρεπές ωράριο, το οποίο ήταν ό,τι έλειπε για να φέρει τη ζωή του σε ισορροπία και να ξαναρχίσει να ονειρεύεται, μόνο που τώρα, ένα προς ένα, τα όνειρα του μετουσιώνονται σε πράξεις και οι σελίδες των ταξιδιωτικών προγραμμάτων που διάβαζε μικρός γίνονται τώρα σελίδες στο νέο αυτό κεφάλαιο της ίδιας του της ζωής.

Το “πρόβλημα” με τον Βασίλη ήταν πάντα η αδάμαστη αγάπη του για την ζωή. Και ήταν το καλύτερο “πρόβλημα” που θα μπορούσε ποτέ να του τύχει.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *