Το σπίτι με τη φωτιά

Το σπίτι με τη φωτιά

Η κυρία Παναγιώτα από το Καμποχώρι Αρκαδίας, όπως την είχα συναντήσει, το Σεπτέμβριο του 2007, στις μεγάλες τότε πυρκαγιές στην Ελλάδα. Η ιτορία είναι η ίδια με τη σημερινή – απλώς άλλαξαν οι πρωταγωνιστές και οι ημερομηνίες.

Η κυρία Παναγιώτα δεν είχε φανταστεί ποτέ τη ζωή της έτσι – χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες, χωρίς σκυλί, χωρίς καναπέδες, χωρίς εργόχειρα και κουζινικά με στάμπες, χωρίς φωτογραφίες και κομοδίνα. Η κυρία Παναγιώτα ήθελε, στα 86 της, να πέθαινε πια ήρεμη στο διπλό κρεβάτι της κοιτώντας το καντήλι που άναβε κάθε βράδυ στο υπνοδωμάτιό της, στην Παναγία τη βρεφοκρατούσα, να έκανε την προσευχή της, να σταύρωνε απαλά τα δάχτυλά της στο στήθος της και να έκλεινε τα μάτια της αργά. Έτσι ήρεμα να γίνονταν όλα. Τώρα δεν υπάρχει ούτε το κρεβάτι ούτε το καντήλι. Ούτε καν ένας τοίχος.

Δεν κλαίει. Δεν είναι η κυρία Παναγιώτα γυναίκα για να κλαψουρίζει σαν κάτι μυξιάρικα που τους τραβάνε από τα φουστάνια τα πιο μεγάλα παιδιά για κάποιο γερό χαστούκι μετά από αταξία – η κυρία Παναγιώτα πέρασε Παγκόσμιο, εμφύλιο, ταραχές, είδε τον βασιλιά από κοντά, τον Καραμανλή να φτάνει στο Καμποχώρι, τον Χριστόδουλο που εγκαινίασε τον Άη Γιώργη και του φίλησε το χέρι – «βοήθειά σας, κυρία μου». Ακόμα κι όταν πείναγε κι έτρωγε το χώμα σαν να ‘τανε ροδέλαιο από τους Γερμανούς, το σπίτι ήταν σπίτι – κληρονομιά από τους παππούδες στους πεθαμένους της γονείς, σε εκείνην που το ανακαίνισε τρεις φορές χωρίς να πειράξει τα θεμέλια που ήταν απ’ την Τήνο κατευθείαν πέτρα πέτρα. Αλλά τίποτα αυτή δεν θα αφήσει στα δικά της παιδιά. Τα δικά της εγγόνια δεν θα αγγίξουν τους σουβάδες και να μνημονεύσουν την κυρά Παναγιώτα που είχε ένα κοτέτσι να – μεγάλο στην αυλή! Η γιαγιά τους νιώθει πως είναι μια ανίκανη γιαγιά που στη μνήμη τους θα αφήσει κενό.

Παρόλα αυτά δεν κλαίει. Κάθεται μπροστά μου – δείχνει ατάραχη. «Τώρα δεν θέλω να πεθάνω», μου λέει. «Τώρα θέλω να ξαναφτιάξω τα δωμάτια όπως ήταν, να το χτίσω όπως πρέπει, να πάρω δάνειο και να παρακαλέσω τους συγγενείς να μου δώσουν λεφτά για να το κάνω από τα μπετά κληρονομιά. Πόσο να θέλω; Τέσσερα χρόνια; Πέντε χρόνια; Ο μακαρίτης ο πατέρας μου έζησε ώς τα 95. Θεέ μου, μόνο αυτό σου ζητώ: Θέλω να ζήσω να ξανακάμω το σπίτι!». Έπαιξε με τα χέρια της το χαρτομάντιλο που κράταγε όσο ο φωτογράφος τής έκανε την τελευταία λήψη κι έπειτα φόρεσε πάλι τις παντόφλες της. «Θέλετε λίγο νερό;», τη ρώτησα. «Το νερό εμένα με επρόδωσε. Δεν ήρθε όταν το ήθελα. Το νερό έγινε η φωτιά μου και μ’ έκαψε. Καταραμένο νερό», είπε.

Εύχομαι να ζει ακόμη η κυρία Παναγιώτα. Να βλέπει από την τηλεόρασή της τις νέες φωτιές στην άλλη άκρη της Ελλάδας και να χαμογελά πικρά με κρυμμένη ακόμη στο τσεμπέρι της τη φωτογραφία της μάνας της – το μόνο που είχε σώσει τότε από τα συντρίμμια. «Στο μυαλό, όμως, δεν έχετε όλες σας τις αναμνήσεις; Τι να τα κάνετε τα παλιοπράγματα;», της είχα πει – σαν παρηγοριά σε ανάπηρο που του εξηγείς πώς να τρέξει. Κάπως είχε θυμώσει. Και μ’ έπιασε να μου το εξηγήσει. «Άκουσε να σου πω. Με το μυαλό δεν αγγίζεις εκείνα τα μωρουδιακά της κόρης σου που ‘χες φυλάξει στο τελευταίο πάνω πάνω συρτάρι, με το μυαλό δεν μυρίζεις το πικραμύγδαλο -Άνοιξη είναι!- ούτε της πορτοκαλιάς τα πεσμένα φύλλα που αποκτούν κάτι πέρα από τη γη κι έξω από το βάζο στο τραπεζάκι της αυλής, με το μυαλό δεν βλέπεις τις μικρές αράχνες που θεωρείς δικές σου -κι αυτές- και που περιμένεις να ‘ρθουν τα εγγόνια σου από την Αθήνα μήπως κι ανέβουν στην ξύλινη καρέκλα και στις μαζέψουν – δεν γίνεται το σπίτι να ‘ναι ασβεστωμένο κι αυτές να επιμένουν στην παραφωνία. Άκουσε να δεις. Με το μυαλό δεν γίνονται όλα. Και το σπίτι μου δεν ήτανε απλά ντουβάρια. Ήταν το “τα κατάφερα” που είπα στη ζωή».

Έπιασε να αρχίσει να πλέκει κάτω από την ελιά. Είπε πως θα κοιμηθεί κάτω από την ελιά. Πως θα φάει κάτω από την ελιά. Πως θα τη βλέπουν όλοι κάτω από την ελιά. «Υπάρχουν γύρω μας εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού», της είπα. «Είμαι αξιοπρεπής άνθρωπος», μου απάντησε. Ξεκίνησε να κάνει μια βελονιά ακόμα. Σταμάτησε. Κοίταξε ψηλά σαν να συνέχιζε μια ήδη καμωμένη κουβέντα και έβαλε τα μάτια της ξανά στο χώμα. «Η γη όμως, είναι γη! Και το χορτάρι θα ξαναδροσίσει πάλι τα μυρμήγκια».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *