Το τραγούδι «Βράδια αξημέρωτα» μέσα από τα μάτια του συνθέτη και ερμηνευτή του, Χάρη Βαρθακούρη

Το τραγούδι «Βράδια αξημέρωτα» μέσα από τα μάτια του συνθέτη και ερμηνευτή του, Χάρη Βαρθακούρη

Στους υπέροχους στίχους του Βασίλη Γιαννόπουλου για το τραγούδι «Τα καλύτερα μας χρόνια είναι τώρα», ο Χάρης μαζί με τον Γιάννη Βαρδή τραγουδούσαν στους σπουδαίους πατεράδες τους: «Μια ζωή θα κουβαλάω τ’ όνομά σου/θα ’χω πάντοτε μια θέση στην καρδιά σου». Και το κουβάλησαν και οι δύο. Με σεβασμό, αξιοπρέπεια και εκείνη την περηφάνια που έχουν κάθε δικαίωμα να αισθάνονται.

«H σεζόν 1999–2000 ήταν η παρθενική μου στη νύχτα. Δούλευα με τον πατέρα μου στον Διογένη. Στο καμαρίνι μου, λοιπόν, είχα ένα πιανάκι, για να περνάει η ώρα. Θυμάμαι ότι εκεί έγραψα πρώτη φορά τη μελωδία της εισαγωγής. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, αλλά σταδιακά, στο σπίτι μου, έγραψα και το υπόλοιπο κομμάτι, σε μια διαφορετική μορφή όμως από αυτήν που ξέρετε. Λίγους μήνες μετά, καλοκαίρι του 2000, είμαστε στην Πάρο με τον πατέρα μου, εκείνος κάθεται στο γραφείο του κι εγώ στο πιάνο. Σκαλίζω την εισαγωγή. Με ρώτησε τι είναι αυτό που παίζω, κλασική ερώτηση του πατέρα μου όταν αυτό που ακούει του αρέσει. Του απάντησα πως είναι η εισαγωγή από ένα καινούριο ζεϊμπέκικο που έγραψα. Ζήτησε να το ακούσει ολόκληρο. Το έπαιξα, αλλά όταν έφτασα στο ρεφρέν, του εξήγησα ότι ακόμα το ψάχνω. Τότε ο πατέρας μου είπε «έχεις το ωραιότερο ρεφρέν στην εισαγωγή σου και ψάχνεις για άλλο;». Toυ εξήγησα ότι δεν ήθελα ρεφρέν και εισαγωγή να είναι ίδια και απάντησε ότι στην προκειμένη τουλάχιστον, θα ήταν κουτό να μην το κάνω. Οπότε, επιτόπου, έβγαλα το παλιό ρεφρέν και δοκίμασα στη θέση του την εισαγωγή. Λέει ο πατέρας μου «είδες; είναι εκπληκτικό!». Απάντησα ότι μου φαίνεται φλύαρο και πως δεν μπορώ να φανταστώ τι θα μπορούσε να λέει. Δεν πέρασαν τρία λεπτά και με ρώτησε «πώς σου φαίνεται το Γέμισε η ζωή μου βράδια αξημέρωτα/Δεν αντέχει η καρδιά μου τέτοιον έρωτα;». Μου άρεσε πάρα πολύ. Ζήτησε να το ηχογραφήσω σε ένα κασετοφωνάκι που είχε στο γραφείο του. Την επόμενη μέρα, πρωί-πρωί, μου δίνει ένα χειρόγραφο με όλο τον στίχο όπως τον ξέρετε. «Τραγούδα το», είπε. Το τραγούδησα και μου είπε: «Να ξέρεις, αυτό θα γίνει μεγάλη επιτυχία και σε παρακαλώ κράτα το για σένα». Του απάντησα ότι δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ μου να πω λαϊκό τραγούδι. Απάντησε ότι θα το μετάνιωνα αν το έδινα αλλού κι ότι αυτό είναι κομμάτι-παρακαταθήκη για χρόνια και όχι ένα εποχιακό σουξέ. Το συγκράτησα στην άκρη του μυαλού μου. Όταν το 2002 άρχισα να ετοιμάζομαι για ένα δεύτερο cd, αποφάσισα να ακούσω τη συμβουλή του. Αν κρίνω ότι 15 χρόνια μετά μου το ζητάνε συνέχεια και τραγουδιέται, ακόμα και τώρα, σε πολλά μαγαζιά, τότε καλά έκανα και τον άκουσα. Μακάρι να το είχα κάνει κι άλλες φορές …».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *