Το τραγούδι «Του Βαγορή» μέσα από τα μάτια του συνθέτη και ερμηνευτή του, Κούλη Θεοδώρου

Το τραγούδι «Του Βαγορή» μέσα από τα μάτια του συνθέτη και ερμηνευτή του, Κούλη Θεοδώρου

«Η μεγαλύτερη τιμή για μένα είναι ότι πολύς κόσμος πιστεύει ότι πρόκειται για παραδοσιακό τραγούδι», μου λέει. Επιλέγει να μου διηγηθεί την ιστορία σε μορφή διαλόγου αφού «είναι ο μοναδικός τρόπος να αποτυπωθεί ο ενθουσιασμός με τον οποίο φτιάχτηκε αυτό το κομμάτι». Εξάλλου, όλα ξεκίνησαν από μια παρέα φίλων.

«Ήταν το καλοκαίρι το ’94», ξεκινά να μου λέει. «Γράφαμε τότε τα τραγούδια για την επετειακή εκπομπή στο Τρίτο του ΡΙΚ, ο Παράσχος, ο Πάρης κι εγώ. Με παίρνει τηλέφωνο η κοινή μας φίλη και προστάτιδα Γιάννα Λευκάτη:

Γιάννα: Ο φίλος μας κάτι γράφει!
Κούλης: Τι;
Γιάννα: Δεν ξέρω… Δεν με άφησε να δω πολλά πράγματα… Μόνο τον πρώτο στίχο… Λέει, «εννιά τζιαι δέκα τζι εκατόν τζιαι σιύλλιοι πεντακόσιοι…»
Κούλης: Και τι σημαίνει αυτό;
Σιγή για λίγο… Έλυσα την εξίσωση. Πάγωσα.
Κούλης: Κοίτα να δεις τον άτιμο πώς σκέφτηκε να μας δώσει τον αριθμό των αγνοουμένων, τους 1619.
Τον πήρα αμέσως τηλέφωνο.
Κούλης: Έμαθα πως κάτι γράφεις.
Παράσχος: Σου το σφύριξε η Γιάννα; Είναι ατέλειωτο όμως.
Κούλης: Οκ. Θα περιμένω.

Επειδή γνώριζα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η πένα του, με έτρωγε η αγωνία. Την επόμενη μέρα, κατά τις εννιά το βράδυ, ετοιμαζόμουν να πάω στο σινεμά με φίλους. Χτυπά το τηλέφωνό μου.
Παράσχος: Έχεις μετρητά στο σπίτι;
Κούλης: Ναι.
Παράσχος: Έχω μια επιταγή και χρειάζομαι μετρητά.
Κούλης: Οκ. Έρχομαι από κει τώρα. Το τραγούδι το τέλειωσες;
Παράσχος: Ναι. Έλα να σου το δώσω.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο με τους φίλους οδεύοντας προς το σινεμά και σταματώ κάτω από την πολυκατοικία που έμενε ο Παράσχος. Του κτυπώ και κατεβαίνει κρατώντας την επιταγή και σε ένα χαρτί τους στίχους. Τα παίρνω και του δίνω τα μετρητά.
Παράσχος: (Γελώντας) Νιώθω σαν την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που πουλούσε τους στίχους της!
Κάθομαι στο αυτοκίνητο -ευτυχώς οδηγούσε άλλος- και αρχίζω την πρώτη ανάγνωση. Τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα από ό,τι τα υπολόγισα. Ένιωσα τον τεράστιο όγκο ευθύνης που είχα απέναντι στον μοναδικό στίχο. Ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί μέχρι σήμερα για το θέμα των αγνοουμένων. Πέντε τετράστιχες στροφές, χωρίς ρεφρέν,  μια αλληγορική μυθοπλασία που ταυτόχρονα σε καρφώνει στην ωμή πραγματικότητα και στο δράμα των συγγενών.

Πώς να διαχειριστείς τέτοιο στίχο; Ποια μελωδική γραμμή θα δώσει άπλετο χώρο στον στίχο για να αναδειχθεί χωρίς παρεμβολές και άσκοπους ακροβατισμούς; Πώς ο ακροατής θα το αφομοιώσει για να το κάνει δικό του; Γιατί είναι δικό του. Ποιο δικό του δεν γίνεται. Αφορά τον κάθε ένα από μας.

Φτάσαμε στο σινεμά. Ήμουν αλλού. Ούτε που κατάλαβα ποιο έργο είδα. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν τους στίχους. Μετά από μερικούς αιώνες (ο χρόνος για μένα εκείνη τη νύχτα ήταν κάτι εντελώς υποκειμενικό) τέλειωσε το έργο, έφτασα στο σπίτι, έβαλα την οικογένεια για ύπνο και κλειδώθηκα κατά τη μία τα μεσάνυχτα στο στούντιο μου.

Μέχρι τις τέσσερις τα χαράματα είχα γράψει τη μελωδική γραμμή, έπαιξα όλα τα όργανα, ενορχήστρωσα και τραγούδησα το τραγούδι. Αμέσως τον πήρα τηλέφωνο.
Κούλης: Φίλε ξύπνα.
Παράσχος: Για όνομα του Θεού. Τι έπαθες;
Κούλης: Έλα αμέσως από δω.
Παράσχος: Τι έγινε;
Κούλης: Τέλειωσα το τραγούδι. Έλα να το ακούσεις.
Παράσχος: Καλά, δεν γίνεται να το ακούσω όταν ξημερώσει; Στις τέσσερις η ώρα; Τρελάθηκες;
Κούλης: Φίλε, πρέπει να έρθεις. Μου είναι αδύνατο να το διαχειριστώ. Πρέπει να το μοιραστώ μαζί σου.

Έφτασε σε πέντε λεπτά. Από εκείνη την ώρα μέχρι τις έξι το πρωί, ακούγαμε το τραγούδι, πίναμε κρασί και κλαίγαμε».

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *