Ξαφνικά: Η Ελένη Φωκά

Ξαφνικά: Η Ελένη Φωκά

Η εμβληματική δασκάλα συνεχίζει να φοράει κάθε μέρα μαύρα ρούχα. Ακόμη και τη μέρα της ονομαστικής της γιορτής. 

Την Τρίτη πήρα τηλέφωνο την Ελένη Φωκά – για τη γιορτή της. Δεν το ‘χα στο νου, απλώς -παράξενα πώς- έκανα ένα στιγμιαίο συνειρμό από τη χριστιανική γιορτή που, κυρίως οι μοναχικοί, οι απομακρυσμένοι από τη μάζα άνθρωποι, μετράνε τα κουκιά τους στα τηλεφωνήματα, στα «χρόνια πολλά», στα «να ζήσεις» – δεν θεωρούν τίποτα δεδομένο, δεν είναι τίποτα αυτονόητο, κάθε ευχή δίνει χαρά και ώθηση για κάποιες μέρες ή για καμιά βδομάδα έστω, πριν απ’ την επιστροφή στη βουβαμάρα. Η κυρία Φωκά ήταν -όπως πάντα- χαρούμενη. Εγκάρδια. «Να κοπιάσεις!», μου είπε στο τέλος, όπως κάποτε στα χωριά όταν το σπίτι άνοιγε κι η πόρτα ολάνοιχτη περίμενε επιβεβαιώσεις παρουσίας, κέντρο του κόσμου, κέντρο περαστικών και φίλων, κέντρο μπορεί υπερβολών. Τη ρώτησα δυο τρεις φορές «είστε σίγουρα καλά; Χρειάζεστε κάτι;» – επέμεινα. Θα ξαφνιαζόμουν αν άκουγα κάτι διαφορετικό από το «όλα είναι πολύ καλά, δόξα τω Θεώ» – ήταν πάντα θέμα αξιοπρέπειας για την δασκάλα να αποκρύπτει αλήθειες και να μένουν μόνο υποθετικές οι λέξεις σε ό,τι διαφορετικό αντίκριζες μέσα στο μικρό της σπίτι του συνοικισμού με τη γεμάτη από μυρωδιές αυλή, από όσους είχαν την καλοσύνη και της έφερναν για τον κήπο της -απ’ τους περιπάτους τους στην Καρπασία- ανθούς, βασιλικούς και γιασεμιά: Δυο πολυθρόνες, ένα τραπέζι, απαραίτητα κατσαρολικά, εικόνες αγίων, ένα κρεβάτι, μια τηλεόραση και μερικές ακόμη μικροσυσκευές για μαγείρεμα. Λιτά. Απαραίτητα. Δεν μιλήσαμε ποτέ για μοναξιές με την δασκάλα – καταλάβαινα. Δεν μιλήσαμε ποτέ για απελπισία – καταλάβαινα. Δεν μιλήσαμε ποτέ για αδικίες – καταλάβαινα. Δεν μιλήσαμε ποτέ για παραγκωνισμό και φωτογραφικούς χειροκροτητές-επαίτες του ηρωισμού της που όταν έσβησαν για πάντα τα παχιά λόγια, χορτασμένοι γυρνούσαν στο λαγούμι τους για τα επόμενα «ωσαννά» – καταλάβαινα, καταλάβαινε, ανείπωτα όλα ανέκαθεν. Παράπονο κανένα η δασκάλα. «Να ‘ναι όλος ο κόσμος καλά!», μου ξανάπε γενναιόδωρα.

Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι μας κάνει τόσο πολύ να ξεχνάμε – η αμορφωσιά, το απαίδευτό μας ριζικό, η φυσική μας αγένεια, τα trendy νέα που κάνουν τ’ άλλα να μοιάζουν αναχρονιστικά; Έλεγα τις προάλλες σε κάποιο δημοσιογράφο «ξέρεις πόσα ωραία μυστικά έχει η Κύπρος, πόσους ανθρώπους σιωπηλούς που περιμένουν ένα τηλεφώνημα για να ξεδιπλώσουν δημόσια ό,τι πιο πολύτιμο αισθάνονται πως αποσιώπησαν στα κλειδωμένα τους ντουλάπια πεπεισμένοι πως δεν ενδιαφέρει πια κανέναν τίποτα σ’ αυτό τον τόπο που φρικάρει με την ιστορία, σαν να ‘ναι κακό να γρατσουνάς τα παλιά μας τραύματα, σαν χτικιό;». Συμφώνησε. Αλλά δεν είναι εύκολα τα σκοτεινά πεδία. «Ποιον ενδιαφέρουν, πού τον θυμήθηκες;». Κι έτσι, εφησυχασμένοι τσάτρα πάτρα από ό,τι προηγήθηκε, βγάλαμε εύκολα τα κτήνη απ’ τις σπηλιές χασκογελώντας, σαν να κοιτάμε αγγελάκια αντί για τέρατα, απαλλαγμένοι απ’ τη μνήμη, απαλλαγμένοι απ’ το αίμα.

Ο Μάιος είναι πάντα ένας δύσκολος μήνας – οι μέρες πριν από τους καύσωνες του καλοκαιριού κολλάνε σαν βδέλλες στις ασήμαντές μας ζωούλες. Αυτός ο Μάιος είναι δυσκολότερος – λιγότερη ένταση, μεγαλύτερες ευθύνες, σκέφτομαι περισσότερο κι αισθάνομαι λιγότερο, γεμίζω αφαιρέσεις χωρίς να θέλω να πολυκαταλαβαίνω. Αλλά όταν η φωνή της κυρίας Φωκά μπαίνει στ’ αφτί βάζοντας μπετά στις σταθερές και σε ό,τι πιο καθαρό απέμεινε απ’ τα καθημερινά φάσκελα, καταλαβαίνεις πως δεν πρέπει να μυξοκλαίγεσαι για τα περιττά, για τα ήδη νεκρά… Ήμουνα στα «starbucks», στα φώτα του Γαβριηλίδη, όταν είπαμε τις δυο τρεις μας κουβέντες. Ένας bodybuilder δίπλα μου κοκορευόταν για τα αναβολικά του κι η φίλη του ξανακοιτούσε το μανικιούρ της ρωτώντας τον αν πέτυχε. «Άξιζε;». Μέρα γιορτής, δεν έκανα αυτή την ίδια μονολεκτική ερώτηση που ειπώθηκε σε μια παλιά μας συνέντευξη με την δασκάλα – αν και, η απάντηση, θα ‘ταν πάλι μετρημένη λέξη λέξη, νηφάλια, χωρίς βερμπαλισμούς, σεμνή και καίρια, όπως κάποτε: «Εγώ αγάπησα τον άνθρωπο, υπηρετώ τον άνθρωπο και όσο ζω αυτό θα κάμνω στη ζωή μου. Επροσπάθησα! Το τέλειον, όμως, δεν το φτάνει κανένας. Ό,τι έκαμνα δεν το έκαμνα για να μου πουν “ευχαριστώ”! Εγώ έπραττα τα πάντα που την ψυσιή μου για τον τόπο μου. Για τους ανθρώπους. Για τους μαθητές μου».

Αχ, κυρία Φωκά μου. Δυο γεμάτες χούφτες νερό είναι πολύ λίγες για να ξεπλύνουν τις καινούργιες μας ντροπές. Και σαν πίσσα κολλημένη καλά στο σώμα μας, καμία ψήφος δεν πρόκειται να μας αναβαπτίσει σήμερα.

Related posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *