ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΙΝΟ ΝΟΜΙΚΟ
THE ONE ABOUT MATTHEW PERRY
Πίσω από τα αφοπλιστικά αστεία του Τσάντλερ Μπινγκ και το σαρωτικό φαινόμενο των Friends, η νέα σειρά ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων του Netflix αποκαλύπτει τη σκοτεινή, σπαρακτική πλευρά της φήμης και τη λυσσαλέα μάχη ενός ανθρώπου με τους δαίμονές του.
Για δεκαετίες, ο Μάθιου Πέρι ταυτίστηκε στη συλλογική συνείδηση με τον πιο αγαπητό, αθυρόστομο και νευρωτικά αστείο χαρακτήρα της αμερικανικής τηλεόρασης. Όμως, το τριμερές ντοκιμαντέρ The One About Matthew Perry φροντίζει από τα πρώτα κιόλας λεπτά να σβήσει τα γέλια του Central Perk, προσφέροντας μια απροκάλυπτη βουτιά στην τραγική πραγματικότητα του πρόωρα χαμένου ηθοποιού. Η παραγωγή ξετυλίγει το νήμα μιας ζωής όπου η τεράστια επιτυχία, τα εκατομμύρια δολάρια και η παγκόσμια αποδοχή αποδείχθηκαν παντελώς ανήμπορα να γεμίσουν το εσωτερικό κενό και να νικήσουν μια χρόνιο, καταστροφική ασθένεια.
Το μεγάλο ατού του εγχειρήματος εντοπίζεται στην απρόσμενη οικειότητα και την αφοπλιστική ειλικρίνεια με την οποία προσεγγίζει το θέμα του. Μέσα από σπάνιο, ακυκλοφόρητο αρχειακό υλικό και εξομολογήσεις από μέλη της οικογένειάς του, στενούς φίλους, πρώην συντρόφους αλλά και συντρόφους του στον αγώνα κατά των εξαρτήσεων, το ντοκιμαντέρ συνθέτει το παζλ ενός ανθρώπου που πάλευε σε κοινή θέα. Αξιοσημείωτη είναι η παντελής απουσία των υπόλοιπων πρωταγωνιστών του Friends – και οι πέντε αρνήθηκαν να συμμετάσχουν για τον λόγο ότι «ακόμα πενθούν τον χαμό του φίλου τους». Αυτή η απόφαση, αντί να αφαιρέσει πόντους, προστατεύει το φιλμ από το να μετατραπεί σε ένα ιλουστρασιόν PR promo της σειράς, αφήνοντας τον αφηγηματικό χώρο καθαρό για τους ανθρώπους που έζησαν τον Πέρι στις πιο ευάλωτες και σκοτεινές του στιγμές (όλοι τους πάντως εμφανίζονται σε πλάνα αρχείου).
Η αφήγηση δεν διστάζει να αγγίξει τις πιο νοσηρές πτυχές της διαδρομής του, φτάνοντας μέχρι την τραγική κατάληξη στο τζακούζι του σπιτιού του και την εμπλοκή του σκοτεινού κυκλώματος της διαβόητης «βασίλισσας της κεταμίνης». Παράλληλα, αναδεικνύει την τραγική ειρωνεία ενός νεαρού αγοριού που προσευχόταν για τη φήμη, προσφέροντας τελικά τον εαυτό του ως μια διαρκή θυσία που εισπραττόταν σε δόσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η σειρά αντιμετωπίζει τον εθισμό όχι ως χολιγουντιανό μελόδραμα, αλλά ως ένα αδίστακτο, διαρκώς καραδοκούν θηρίο, καταγράφοντας με ωμότητα τον φαύλο κύκλο υποτροπών και προσωρινών ανακάμψεων.
Οφείλω να προειδοποιήσω πως η σειρά μπορεί κατά στιγμές να γίνει αφόρητα ψυχοπλακωτική ή να κουράσει όσους αναζητούν μια πιο ανάλαφρη αναδρομή στην κωμική του κληρονομιά, καθώς η βαριά της ατμόσφαιρα δεν αφήνει περιθώρια για ανάσα – όσο γέλιο ρίχνατε με τον Τσάντλερ, τόσο κλάμα θα πέσει με τον Matthew. Tο The One About Matthew Perry παραμένει ένα εξαιρετικά καλοδουλεμένο, σπαρακτικό και αναγκαίο αντίσιμο τιμής σε έναν ταλαντούχο άνθρωπο που το μεγαλύτερο δώρο του προς το κοινό ήταν η ανυπόκριτη ευάλωτότητά του.
COLD CASE: WHO KILLED JONBENÉT RAMSEY
Η πιο διαβόητη άλυτη υπόθεση δολοφονίας των 90s επιστρέφει στη μικρή οθόνη, αποκαλύπτοντας πώς η αστυνομική ανικανότητα και η μιντιακή υστερία μπορούν να θάψουν την αλήθεια για πάντα. Η νύχτα των Χριστουγέννων του 1996 χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη ως η αφετηρία ενός από τα πιο σκοτεινά εγκλήματα της ποπ κουλτούρας: τη στυγερή δολοφονία της εξάχρονης βασίλισσας ομορφιάς JonBenét Ramsey μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, η σειρά ντοκιμαντέρ Cold Case: Who Killed JonBenét Ramsey ανοίγει ξανά τον διαβόητο φάκελο, επιχειρώντας όχι ακόμα μια κίτρινη, καθαρά εκμεταλλευτική ανακύκλωση της τραγωνίας αλλά μια ουσιαστική ανατομία των μηχανισμών που επέτρεψαν στο έγκλημα να παραμείνει ανεξιχνίαστο.
Στο τιμόνι της παραγωγής βρίσκεται ο βετεράνος του είδους Joe Berlinger, ο οποίος επιλέγει συνειδητά να μην παρασυρθεί από τον κιτρινισμό που χαρακτήρισε την κάλυψη του θέματος για χρόνια. Αντί να αναμασήσει τις γνωστές σκανδαλοθηρικές θεωρίες συνωμοσίας που κατέκλυσαν τα ταμπλόιντ, η έρευνα εστιάζει στις ερασιτεχνικές μεθοδεύσεις και τα τραγικά λάθη των τοπικών αστυνομικών αρχών που έθαψαν την υπόθεση. Παράλληλα, το ντοκιμαντέρ στηλιτεύει με τόλμη το αδιανόητο μιντιακό τσίρκο που στήθηκε γύρω από τους γονείς του μικρού κοριτσιού, αναδεικνύοντας πώς η διψασμένη για θέαμα κοινή γνώμη υπέσκαψε την αναζήτηση της αλήθειας.
Το μεγάλο ατού του εγχειρήματος είναι η σχολαστική ανάδειξη των κρίσιμων στοιχείων που απλά αγνοήθηκαν ή υποτιμήθηκαν από τους ερευνητές, προσφέροντας μια καθαρή εικόνα για το πώς η συστημική ανικανότητα σφράγισε την πορεία των ερευνών. Μέσα από προσεκτικά δομημένες συνεντεύξεις και νηφάλια εξέταση των δεδομένων, η σειρά καταφέρνει να διατηρήσει αμείωτη την ένταση, αποφεύγοντας τους φθηνούς εντυπωσιασμούς. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να ξενίσει, είναι ότι η ζοφερή ατμόσφαιρα και η επαναλαμβανόμενη αίσθηση της αδικίας αφήνουν μια πικρή γεύση στον θεατή, καθώς η υπόθεση παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα.
Παρά την έλλειψη μιας λυτρωτικής κάθαρσης, τα τρία επεισόδια του Cold Case: Who Killed JonBenét Ramsey αποδεικνύεται μια καθηλωτική και άκρως διδακτική δημοσιογραφική δουλειά που ξεπερνά τα όρια του τυπικού true crime. Επιπλέον, λειτουργεί ως η πλέον κατάλληλη προθέρμανση ενόψει της σειράς μυθοπλασίας The Murder of JonBenét Ramsey που κάνει πρεμιέρα στις 10 Δεκεμβρίου με τη Melissa McCarthy και τον Clive Owen στους ρόλους των γονιών, προσφέροντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να είναι ο θεατής καλά διαβασμένος. (Netflix)
THE NEW STANFORD PRISON EXPERIMENT
Όταν η απόλυτη εξουσία χαρίζεται σε καθημερινούς ανθρώπους μπροστά στις κάμερες, τα όρια ανάμεσα στο κοινωνικό πείραμα και το τηλεοπτικό θέαμα γίνονται επικίνδυνα θολά.Το Netflix αποφασίζει να πάρει το διαβόητο, πραγματικό ψυχολογικό πείραμα του Στάνφορντ από το 1971 και να το μεταφέρει στη σύγχρονη μικρή οθόνη ως ριάλιτι εγκλεισμού – στην κυριολεξία. Η υπόθεση είναι γνωστή και αμφιλεγόμενη: τριάντα εθελοντές κλείνονται σε μια αληθινή φυλακή για δύο εβδομάδες και χωρίζονται τυχαία σε φρουρούς και κρατούμενους. Ο αρχικός στόχος είναι να διαφανεί αν η ηθική και η ενσυναίσθηση μπορούν να επιβιώσουν απέναντι στην τοξικότητα ενός συστήματος εξουσίας, ή αν οι κατασταλτικές δομές παρασύρουν νομοτελειακά τους πάντες στο σκοτάδι.
Το ιδιόμορφο ριάλιτι καταφέρνει κατά στιγμές να προσφέρει εθιστική τηλεοπτική ένταση – ειδικά στα πρώτα επεισόδια. Η απόφαση της παραγωγής να παρέμβει στη ροή -εισάγοντας σταδιακά ανατροπές όπως η πλήρης αντιστροφή ρόλων μεταξύ φρουρών και φυλακισμένων, αλλά και μια μεταγενέστερη φάση αυτοδιακυβέρνησης- δημιουργεί απρόβλεπτες συγκρούσεις. Παρακολουθώντας την ταχύτητα με την οποία ορισμένοι συμμετέχοντες οικειοποιούνται τον αυταρχισμό ή παλεύουν με ζητήματα ηγεσίας και δυναμικής των φύλων, το πρόγραμμα προσφέρει ορισμένες πραγματικά άβολες και αποκαλυπτικές στιγμές.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του εγχειρήματος είναι πως πρόκειται για μια υπερπαραγωγή του Χόλιγουντ που βαφτίζει «επιστήμη» ένα καθαρό ριάλιτι. Από τη στιγμή που οι παίκτες γνωρίζουν την ύπαρξη των καμερών και είναι υποψιασμένοι λόγω του αρχικού πειράματος, η συμπεριφορά τους καθοδηγείται από την τηλεοπτική επιτελεστικότητα – παρασύρονται δηλαδή από τα Demand Characteristics (την τάση των υποκειμένων να προσαρμόζουν ασυνείδητα τη συμπεριφορά τους σε αυτό που πιστεύουν ότι περιμένουν οι ερευνητές/παραγωγοί) και το Hawthorne Effect (τη μεταβολή της στάσης των ατόμων απλώς και μόνο επειδή γνωρίζουν ότι παρατηρούνται και βιντεοσκοπούνται). Επιπλέον, η παντελής έλλειψη κάποιου τελικού επάθλου εγείρει εύλογα ερωτήματα για τα κίνητρα των συμμετεχόντων, ενώ η απουσία ουσιαστικού διαλόγου για το σωφρονιστικό σύστημα απογοητεύει όσους περίμεναν μια βαθύτερη κοινωνική ανάλυση.
Όταν το αρχικό σοκ της προσομοίωσης περάσει, πολλοί παίκτες απλώς ροκανίζουν το χρόνο ή εγκαταλείπουν ομαδικά την προσπάθεια, αφήνοντας την αφήγηση χωρίς λυτρωτική κορύφωση. Το The New Stanford Prison Experiment παραμένει μια ιντριγκαδόρικη και θεαματική τηλεοπτική εμπειρία για όσους αναζητούν έντονες συγκρούσεις εγκλεισμού, αλλά αποδεικνύεται υπερβολικά τεχνητό και επιφανειακό για να προσφέρει αληθινές απαντήσεις γύρω από την ανθρώπινη φύση. (Netflix)



