HomeARCHIVE23 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ: Όταν η Edith Piaf ήταν ερωτευμένη με τον Δημήτρη Χορν

23 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ: Όταν η Edith Piaf ήταν ερωτευμένη με τον Δημήτρη Χορν

«Σ’ ΑΓΑΠΩ ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΑΓΑΠΗΣΑ ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΝΑΝ…»

23 χρόνια από το θάνατό του Δημήτρη Χορν θυμόμαστε τη θλιμμένη ιστορίας ενός παράφορου, κεραυνοβόλου έρωτα που δεν του έμελλε να υπάρξει.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ

Δεν μπορούμε παρά να φανταστούμε συναντήσεις, παθιασμένα βλέμματα, απόρριψη, εμμονή, πάθος, αλκοόλ, σε ασπρόμαυρο φόντο, σαν ταινία του ’40, σε αποχρώσεις μαύρου και λευκού, όσες μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος αμφιβληστροειδής. Σε εποχές, λοιπόν, που οι αποστάσεις όριζαν το αδύνατο και το απρόσιτο, σε ανθρώπους τόσο διαφορετικούς, σε κόσμους, κουλτούρες, κοινωνικές καταβολές, μια συνάντηση, μια σπίθα ερωτισμού, μια έλξη μπορούσε να συμβεί, λες και ήταν πεπρωμένο ή λες κι αυτά τα ιερά τέρατα, τα έξω από το ανθρώπινο μέτρο, αναγνωρίζονται μεταξύ τους, οφείλουν να συναντιούνται, να συγχρωτίζονται, σαν εξωγήινοι σε αποστολή σε αφιλόξενο πλανήτη.

Ήταν 17 Σεπτεμβρίου του 1946. Η Αθήνα αλλά και το Παρίσι επούλωναν τις πληγές τους από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την πείνα, το θάνατο, τη γερμανική κατοχή. Η Αθήνα, πολύ περισσότερο, κοιτούσε να ξεπεράσει την αισχύνη ενός εμφύλιου πολέμου, το «σπαραγμό των αδερφοφάδων» που έγραφε και ο Καζαντζάκης. Εκείνη την ημέρα, όμως, η Edith Piaf, η μεγάλη τραγουδίστρια του γαλλικού βαριετέ, η ψυχή και η φωνή του Παρισιού, δίνει ένα και μοναδικό κοντσέρτο στο θέατρο Κοτοπούλη. Ξέρουμε πια πως εκείνη την ημέρα συνάντησε, αυτή, η 31 ετών μεγάλη καλλιτέχνις, στο απόγειο της καριέρας της, τον 25χρονο ηθοποιό του Εθνικού Θεάτρου, τον αστό, με τους ντελικάτους τρόπους και τα μεγάλα, υγρά, μαύρα μάτια. Τρεις μέρες μετά, επιστρέφοντας στο Παρίσι μέσω Κορσικής, του γράφει σε δύο σελίδες ένα παράφορο γράμμα, με παθιασμένες λέξεις, που εκλιπαρεί, εκμυστηρεύεται, ανέχεται, προσμένει, παραδέχεται. Η Piaf ερωτεύτηκε. Και τόσα που δεν ξέρουμε…  Να τον είδε από τη σκηνή στην πλατεία; Να τον ξεχώρισε απ’ το φλογισμένο βλέμμα ή απ’ το φωτοστέφανο του άμετρου ταλέντου που αγιοποιεί τα ανθρώπινα πλάσματα με θεϊκή χάρη; Να τραγούδησε επάνω του τις σπαρακτικές επιτυχίες της, αυτή, η πάντα στα μαύρα, μικροκαμωμένη γυναικεία φιγούρα, με τα θλιμμένα μάτια, που έμοιαζαν να είχαν δει πολλές εικόνες πόνου και περιφρόνηση; Τι να της είπε άραγε μετά; Να της φίλησε το χέρι; Άψογος γνώστης της γαλλικής γλώσσας, με τις λέξεις τη μάγεψε, αφήνοντας τη βραχνή φωνή του να μαγέψει με τη σειρά του εκείνη; Να φιλήθηκαν ποτέ; Να αγκαλιάστηκαν; Να έσβησαν κάποιο φως, σύμμαχοι με το σκοτάδι, σαν όλους τους εραστές σε κάποιο ξενοδοχείο των Αθηνών; Οι σελίδες εκείνου του γράμματος που βρέθηκε και δημοπρατήθηκε το 2008, κιτρινισμένες πια, μαρτυρούν όλα αυτά που δεν θα μάθουμε. Κάποτε, πριν τις στείλει, θα τις είχε αρωματίσει με τη γαλλική της ακριβή μυρωδιά, όπως έκαναν όλες οι κυρίες τότε. Σήμερα μυρίζουν καιρό.

«Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ κανέναν. Τάκη μου, σε παρακαλώ, μη μου πληγώσεις την καρδιά. Μπορείς να έρθεις στο Παρίσι με την Ειρήνη, αλλά μάλλον δεν το βλέπω, έτσι θα έρθω εγώ κοντά σου το Νοέμβριο και κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να με εμποδίσει να έρθω στην Αθήνα. Όμως, αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να έρθεις στην Αμερική, το Δεκέμβριο, χωρίς δισταγμό, έτσι, θα ξανασμίξουμε εκεί και από κει ελπίζω να σε φέρω στο Παρίσι, που όταν το γνωρίσεις, θα το αγαπήσεις όσο κι εγώ. Αν πάλι πας στο Λονδίνο, μετά την Αμερική, θα πάω κι εγώ. Θα ήθελα να ζω πολύ κοντά σου και νομίζω πως θα μπορούσα να σε κάνω πολύ ευτυχισμένο και πιστεύω επίσης πως σε καταλαβαίνω καλά. Ξέρω πως είμαι έτοιμη να τα παρατήσω όλα για σένα».  Λίγες τελείες. Σαν μια ερωτική ανάσα να λέει όλες τις λέξεις.

Η Piaf ξέρει πως ο Χορν έχει σχέση με μια άλλη γυναίκα. Δεν τη νοιάζει. Την καλεί κι αυτή. Δεν την πειράζει. Αρκεί να ζει κοντά του. Πολύ κοντά του. Και δεν υπολογίζει κόστος, πόνο, μοίρασμα, θυσία. Κι εκείνος; Τι να ένιωσε εκείνος; Πώς να ανταποκρίθηκε; «Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς ένιωθε ο Χορν για αυτήν» είχε πει ο Πέτρος Βέργος, ο συλλέκτης που δημοπράτησε την επιστολή, σε συνέντευξή του στην Guardian, «αλλά το πάθος του χειρόγραφου δείχνει πως ήταν κεραυνοβόλος έρωτας για την Piaf». Ο συλλέκτης είχε αποκαλύψει πως η επιστολή είχε φυλαχτεί από τον Χορν και έφτασε στα χέρια του ίδιου απ’ το συγγενικό περιβάλλον του ηθοποιού. Πού να είχε κρύψει το γράμμα; Πώς το φύλαγε; Το είχε σε κάποιο κουτί με άλλα ενθύμια; Το είχε δεμένο με κορδέλα όπως κάνουν οι ήρωες των ρομαντικών μυθιστορημάτων; Αν δεν νοιαζόταν γι’ αυτήν, γιατί το φύλαγε; Ίσως από αντρική ματαιοδοξία, που όμως ποτέ δεν φανερώθηκε εκθέτοντας μια κυρία; Κι άλλο ένα τηλεγράφημα έρχεται για να δώσει τροφή σε άλλες φαντασίες και σε ερωτήσεις. Η Piaf τηλεγραφεί: «Θα σε περιμένω όσο καιρό χρειαστεί. Δεν έχω αγαπήσει άνθρωπο όσο εσένα. ΣΤΟΠ. Εάν μπορείς, γράψε μου στο όνομα μαντάμ Μπιγκάρ, στην οδό Berry 26. Μη βάλεις το όνομά μου στη διεύθυνση. Σου έχω εμπιστοσύνη. Edith». Εδώ πολλές τελείες. Σαν η ανάσα να έγινε κοφτή απ’ την αγωνία, σαν λαχάνιασμα. Θα έρθει; Δεν θα έρθει; Νοιάζεται; Ξέχασε; Έπαιξε; Κολακεύτηκε; Ένιωσε; Στο παρελθόν υπάρχει μόνο σιωπή πια. Οι απαντήσεις δεν θα φανερωθούν ποτέ.

Τα γεγονότα μαρτυρούν πως οι δυο τους δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Αυτή είχε χωρίσει με τον Ιβ Μοντάν, τον οποίο καθιέρωσε, και μόλις αυτός έγινε διάσημος την εγκατέλειψε. Αυτός θα ζήσει ένα θυελλώδη έρωτα με την Έλλη Λαμπέτη, για επτά χρόνια, θα φτάσει στο παραλίγο να αποκτήσει παιδί μαζί της, θα χωρίσει, με καβγάδες, φωνές και την Έλλη να πετάει τα ρούχα του και τα πράγματά του απ’ τα παράθυρα, θα παντρευτεί τη Ρίτα Φιλίππου. Θα αρνηθεί τη μεγάλη Λαμπέτη. «Η Έλλη δεν ήταν η γυναίκα της ζωής μου». Θα γίνει ο μεγάλος πρωταγωνιστής, ο φίλος του Καραμανλή, ο διευθυντής της πρώτης μεταπολιτευτικής ΕΡΤ, θα χρηστεί ιερό τοτέμ της θεατρικής σκηνής, θα θαυμαστεί, θα αποθεωθεί. Θα παντρευτεί την Άννα Γουλανδρή, χήρα του Παπάγου, θα φτιάξει ένα ίδρυμα για τη μελέτη του ελληνικού πολιτισμού, θα μείνει μόνος, θα απομονωθεί, θα φύγει τιμημένος και απρόσιτος σαν είδωλο. Η Edith Piaf συνεχίζει τη δική της ζωή, ρημαγμένη από ποτό, μορφίνη, ατυχήματα, κατεστραμμένους έρωτες. Ο Ζορζ Μουστακί θα γίνει διάσημος κι αυτός με τη βοήθειά της. Θα ερωτευτεί παθιασμένα έναν πυγμάχο. Αυτός, πηγαίνοντας να τη συναντήσει στη Νέα Υόρκη, πεθαίνει σε τραγικό αεροπορικό δυστύχημα πάνω απ’ τις Αζόρες. Το 1961 θα παντρευτεί έναν Έλληνα, τον Θεοφάνη Λαμπάκο, τον οποίο ονομάζει «Τεό Σαγαπό», από τα «σ’ αγαπώ» που του λέει. Αυτή είναι 46 ετών και αυτός 25. Η ηλικία, η καταγωγή, τα μαύρα μάτια, η ευγένεια των τρόπων να της θυμίζουν κάποιον άλλον; Να αισθάνεται πως έχει κοντά της εκείνο το νεαρό Έλληνα ηθοποιό, με τον οποίο δεν είχαν τίποτα κοινό παρά φευγαλέες αναμνήσεις της μιας βραδιάς; Της τυχαίας συνάντησης; Του ανέφικτου; Του καταδικασμένου; Δύο χρόνια αργότερα, η Εdith Piaf, σε ηλικία 48 ετών, πεθαίνει. Ο Τεό Σαγαπό θα μεταφέρει την ίδια μέρα τη σορό της στο αγαπημένο της Παρίσι. Θα κληρονομήσει μόνο χρέη και την ανάμνησή της. Η μεγάλη καλλιτέχνις πεθαίνει όπως γεννήθηκε, πάμπτωχη. Στην Αθήνα ποιος να ξέρει τι να σκέφτηκε ο Δημήτρης, ο Τάκης Χορν διαβάζοντας στις εφημερίδες το θάνατό της; Τι κοινό είχαν αυτοί οι άνθρωποι που να μην ακυρώνει το μέλλον, άλλωστε;

Η γεννημένη από πατέρα ακροβάτη και μάνα λυρική τραγουδίστρια που την παράτησε πριν γίνει ενός μήνα, η Edith, η μεγαλωμένη σε οίκο ανοχής, η τυφλή για δύο χρόνια στα 4 της, η τραγουδίστρια του δρόμου για ένα κομμάτι ψωμί, η παντρεμένη στα 15 της, η μάνα που έχασε το παιδί της από μηνιγγίτιδα μόλις 2 χρόνων, η ρημαγμένη, το σπουργιτάκι που ζει με ψίχουλα, που μόνο αισθάνεται σε μια ψυχή που πώς χωράει σ’ αυτό το μικροσκοπικό ταλαιπωρημένο σώμα! Και ο αστός, ο γεννημένος στα σαλόνια, από πατέρα στρατιωτικό και συγγραφέα, ο βαφτισιμιός της Κυβέλης, ο μορφωμένος, ο φίλος των ευγενών και των πολιτικών, με τις διασημότερες καλλονές στο πλευρό του, ο πλούσιος, ο διανοούμενος, ο εστετιστής. Να βούρκωσε άραγε όταν έμαθε το τέλος της φευγαλέας γνωριμίας του; Να μελαγχόλησε μόλις έμαθε πως τόσο νέα πέθανε η γυναίκα που τον ικέτεψε για αγάπη; Να έτρεξε να βρει το γράμμα της; Να το χάιδεψε με την άκρη των δαχτύλων για να αισθανθεί κάτι απ’ αυτή; Να το μύρισε; Να το ύγρανε με δάκρυ αντρικό, μεγάλο και πολύτιμο; Να έπνιξε τον κόμπο στο λαιμό, πριν γίνει βραχνάς; Πάντως, το φύλαξε. Στο δικό του σύμπαν, για πάντα. Όσο κράτησε και ο ίδιος. Η θλιμμένη ιστορία ενός έρωτα που δεν του έμελλε να υπάρξει.

Μείνετε ενημερωμένοι με όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, μέσα από το Philenews.
Εγγραφή στο Newsletter

Δείτε Επίσης

Like Recommends