Στα 15 του χρόνια μετέτρεψε το σαλόνι του σπιτιού του σε ένα κέντρο διερχομένων που περίμεναν τη σειρά τους, για να εξυπηρετηθούν από τα μαγικά του χέρια. Έκτοτε, δεν σταμάτησε ούτε μέρα να κουρεύει και να χτενίζει ετερόκλητους ανθρώπους που τους συνδέει το ελεύθερο πνεύμα. Με αφορμή τα 20 χρόνια από τη δημιουργία του Blow, ο άνθρωπος πίσω από το πιο ανατρεπτικό brand στον τομέα της κομμωτικής, εσωκλείει σε μια φωτρογραφική έκδοση πρόσωπα και στοιχεία που αντανακλούν την πολυδιάστατη φιλοσοφία του.
Ένα βιβλίο της Madonna που κρίθηκε «αυστηρώς ακατάλληλο» για την εποχή του, ένα αντικείμενο αξίας 50 σεντ που αγοράστηκε από το ράφι δίπλα στο ταμείο του σουπερμάρκετ, ένα κράνος και κάμποσα δαχτυλίδια. Τι «δουλειά» έχουν όλα αυτά σε μια συλλεκτική έκδοση για τα 20χρονα ενός brand κομμωτηρίου;
Το ότι είναι όλα αντικείμενα και στοιχεία που αντανακλούν τις αξίες και την αισθητική του Blow. Αυτό είναι το νόημα του βιβλίου, το οποίο οραματιζόμουν εδώ και πολύ καιρό να εκδώσω ως μια καταγραφή της δικής μου οπτικής πάνω σε αντικείμενα και ανθρώπους, πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους, οι οποίοι όμως είναι σαν να προέρχονται από το ίδιο «υλικό». Ήθελα πάντα να κάνω αυτή την καταγραφή, αλλά και να σταθώ πίσω από τον φωτογραφικό φακό, που ήταν ανέκαθεν το μεγάλο μου πάθος. Ο τρόπος που χειριστήκαμε τα άτομα, τις ηλικίες, τις σιλουέτες και τα χρώματα, ήταν με την πρόθεση να δημιουργηθεί ένα λεύκωμα με ωραίες εικόνες και όχι ένα βιβλίο, όπου θα πρωταγωνιστούσαν τα χτενίσματα ή η μόδα. Γι΄αυτό και δούλεψα με άτομα που είναι φίλοι και συνεργάτες μου εδώ και πολλά χρόνια, όπως ο Χαρίλαος Μελετίου. Τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στις σελίδες του βιβλίου είναι όλα πολύτιμα για μένα, γιατί είναι πράγματα που τα έχω χρόνια στο σπίτι μου: από ένα κομμάτι περιορισμένης έκδοσης, όπως το κράνος ή ένα σκουλαρίκι που το φοράω εδώ και είκοσι χρόνια, μέχρι ένα αντικείμενο αξίας 50 σεντ, που βρήκε μια φίλη στο σουπερμάρκετ και μου το έφερε δώρο. Όλα αυτά έχουν την ίδια «βαρύτητα» μέσα στην έκδοση, γιατί είναι πράγματα που με καθόρισαν κατά κάποιο τρόπο μέσα στα χρόνια και που το καθένα έχει τη δική του ιστορία.

Πες μου μία…
Μια ιστορία που έρχεται τώρα στο μυαλό μου είναι το πώς βρέθηκε στα χέρια μου το «Sex Book» της Madonna, ένα βιβλίο το οποίο μου είχε φέρει δώρο η μαμά μου όταν ήμουν 14 χρονών και το οποίο, λόγω του ότι απαγορεύτηκε μόλις κυκλοφόρησε στην Ευρώπη, έπρεπε να το επιστρέψει πίσω. Η μαμά μου τότε δούλευε στο Hellenic που ήταν το πρακτορείο διανομής του ξένου Τύπου στην Κύπρο και το αγόρασε για να μου το φέρει, όπως έκανε και με πολλά άλλα βιβλία που είχαν ένα ενδιαφέρον. Πριν προλάβει να κυκλοφορήσει το βιβλίο αυτό στα βιβλιοπωλεία δόθηκε η εντολή να επιστραφεί πίσω, λόγω «ακαταλληλότητας» και η μαμά μου όταν ήρθε η ώρα να το κάνει, τους είπε ότι το έχασε. Για μένα αυτός είναι ένας από τους πολλούς θησαυρούς που είχα στο σπίτι μου, το οποίο σπίτι μου ήταν πάντα το σημείο αναφοράς όχι μόνο για μένα, αλλά και για πολλούς άλλους δημιουργικούς ανθρώπους που έρχονταν τα μεσημέρια μετά το σχολείο, για να μετροφυλλίσουν περιοδικά, μόδα, φωτογραφία. Είχαμε δημιουργήσει ένα wall paper εγώ και η αδερφή μου με όλα εκείνα που μας άρεσαν, το οποίο ξεκινούσε από τα υπνοδωμάτιά μας και σιγά σιγά επεκτεινόταν στον διάδρομο και μετά στο σαλόνι. Στο σαλόνι, μάλιστα, είχα τοποθετήσει και έναν μετακινούμενο λουστήρα και ερχόταν κόσμος με ραντεβού. Το σπίτι τότε ήταν κυριολεκτικά ένα κέντρο διερχομένων, χωρίς κλειδί πάνω στην εξώπορτα. Απλά έβαζες το χέρι σου και άνοιγες. Έτσι γινόταν κάθε μεσημέρι. Μετά το σχολείο, πελάτες, φίλοι, έρχονταν και «κούρνιαζαν» όλοι εκεί.
Η ενασχόληση με την κομμωτική, πώς προέκυψε σε εκείνη την ηλικία;
Από ένα σχεδόν τυχαίο γεγονός. Ένας ξάδερφος του πατέρα μου που ζούσε στην Αφρική, ήρθε για λίγες μέρες στη Λευκωσία και σε ένα δείπνο που είχαμε, μας περιέγραφε ότι στο Johannesburg υπήρχε μια μόδα στα μαλλιά η οποία άρχισε να βρίσκει έδαφος και στην Ευρώπη. Η πληροφορία αυτή έμεινε στο μυαλό μου και αργότερα σε ένα τηλεφώνημα που είχε ο πατέρας μου μαζί του, τον ρώτησα να μου πει αν εκείνα τα μαλλιά έβγαιναν και σε ψεύτικα και αν υπήρχαν σε διάφορα χρώματα. Τον παρακάλεσα και μου έστειλε μια ποσότητα μέσα σε ένα κουτί και άρχισα αμέσως να το περιεργάζομαι με διάφορους τρόπους, έχοντάς τα κρεμασμένα πάνω στο χερούλι της πόρτας του υπνοδωματίου μου. Έφτιαχνα έναν κόμπο και μετά συνέχιζα σε όλο το μήκος του μαλλιού. Μάλιστα, έφτιαξα και μια δική μου τεχνική, με το να καίω την άκρη αυτής της κόμμωσης με έναν αναπτήρα, για να «κλείσει». Τότε, η γιαγιά μου η Μάγδα είχε μια ραπτομηχανή Singer, πάνω στην οποία ράβαμε ρούχα με τους φίλους μου. Αγόραζα, λοιπόν, έτοιμα λαστιχάκια και έραβα βελούδο για να τα ντύσω και πάνω σε εκείνα έραβα τις πλεξούδες μου, που ήταν γύρω στις 200 στον αριθμό. Αυτό έπαιρνε ώρες, μέχρι να ολοκληρωθεί. Επειδή δεν με αρκούσε ο χρόνος, έκανα και την αδερφή μου συνεργάτρια, η οποία είναι τρία χρόνια μεγαλύτερή μου. Και όλο αυτό, γιατί είχα ακούσει στο ραδιόφωνο ότι υπήρχε μια κομμώτρια, η Μαρία, σε ένα χωριό έξω από τη Λευκωσία, η οποία πουλούσε περούκες αλλά και εκείνα τα postiche που έφτιαχνα εγώ, έτοιμα, του εργοστασίου από το εξωτερικό. Μου είχε μπει ιδέα να της δείξω και τα δικά μου.
Το έκανες;
Εννοείται. Έβαλα τον πατέρα μου να με οδηγήσει στην Κοκκινοτριμιθιά, για να γνωρίσω αυτή τη Μαρία που άκουσα στο ραδιόφωνο. Πήγαμε, μωρό εγώ 13 χρονών, άνοιξα το κουτί μου στο οποίο είχα βάλει μέσα δύο-τρία διαφορετικά χρώματα και της έκανα παρουσίαση. Τρελάθηκε. Έβαλε μια παραγγελία και ξαφνικά οι παραγγελίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται.
Οι γονείς σου καταλάβαιναν από την αρχή το πώς σκεφτόσουν; Αυτό που ήσουν;
Δεν υπήρχε κάτι να καταλάβουν. Ήταν τόσο έντονη μέσα στο σπίτι η δημιουργικότητα και η δική μου και της Μάγδας, που οι γονείς μας ήταν πάντα ανοιχτοί στο οτιδήποτε. Αν θέλαμε να ξηλώσουμε το πάτωμα του δωματίου μας και να παραμείνει ξηλωμένο, μπορούσαμε να το κάνουμε. Αν θέλαμε να βάψουμε πάνω σε όλους τους τοίχους με σπρέι, όχι μόνο δεν τους ενοχλούσε αλλά το απολάμβαναν κιόλας. Στο σπίτι μου δεν υπήρχε ποτέ θέμα να το κάνω όλο άνω κάτω, προκείμενου να τελειώσει μια περίεργη εργασία που μπορεί να είχα. Από την άλλη, ακόμα και για πράγματα που δεν μου έλεγε η μαμά μου, όπως το να βάλω μπουγάδα τα ρούχα μου, ήμουν πάντα υπεύθυνος. Ήμουν πάντα πολύ ανεξάρτητος ως χαρακτήρας, αλλά και οικονομικά ανεξάρτητος.

Πότε άρχισες να βγάζεις τα πρώτα δικά σου χρήματα;
Γύρω στα 13 μου και μάλιστα θυμάμαι που τα είχα φυλαγμένα στο ερμάρι μου, γιατί ήθελα να έχω οικονομική ανεξαρτησία. Αυτό με βοήθησε και στη συνέχεια, όταν στα 19 μου πήρα την απόφαση να ανοίξω το πρώτο μου κομμωτήριο. Μέχρι εκείνη την ηλικία, κατάφερα να φυλάξω το μισό ποσό και για το άλλο μισό έκανα δάνειο στην τράπεζα. Δεν ήθελα ούτε να επιβαρύνω την οικογένειά μου αλλά ούτε και μπορούσα εξάλλου να το κάνω. Πήρα μόνος μου το ρίσκο και δεν το μετάνιωσα ποτέ.
Στα 16 σου το όνομά σου αρχίζει να εμφανίζεται (και) στα credits των περιοδικών μόδας. Πώς κατάφερες να μπεις σε αυτόν τον χώρο;
Η πρώτη μου επαφή ήταν μέσα από ένα σόου, στο οποίο είχα βρεθεί μέσω ενός πρακτορείου. Εκεί γνώρισα τον Χαρίλαο, που τότε ήταν διευθυντής μόδας στο περιοδικό Omikron. Με ρώτησε, «Τι κάνεις αύριο; Έχω μια φωτογράφιση με τη Μαρίνα Σιακόλα για το περιοδικό». Στα 16 μου, παρόλο που αγαπούσα πολύ τα ξένα περιοδικά, δεν ήξερα ούτε το Omikron ούτε τη Μαρίνα Σιακόλα. Πήγα σε εκείνη τη φωτογράφιση, στις 06:00 το πρωί στο σπίτι του Χαρίλαου και αυτή ήταν η πρώτη δουλειά που κάναμε μαζί, από τις πολλές που ακολούθησαν.
Δέκα εννιά χρονών τελειώνεις τη σχολή κομμωτικής και ανοίγεις το πρώτο σου κομμωτήριο. Ήταν τα πράγματα όπως τα περίμενες;
Ήταν ανέλπιστα καλύτερα από ό,τι τα περίμενα. Για να καταλάβεις, πριν καν ανοίξω το κομμωτήριό μου, είχα κλεισμένα ραντεβού. Το όνομά μου και λόγω της ανάμειξής μου με τα περιοδικά, είχε αρχίσει να γίνεται γνωστό σε σημείο, που έμπαιναν στο κομμωτήριο πελάτισσες που δεν ήξεραν πώς έμοιαζα και μου έλεγαν, «Θέλουμε τον Άγγελο». Όταν τους απαντούσα ότι ήμουν εγώ, τις έβλεπα που έμεναν έκπληκτες λόγω της ηλικίας μου και μπορώ να σου πω ότι το απολάμβανα.
Είκοσι χρόνια από το άνοιγμα του πρώτου σου κομμωτηρίου, απολαμβάνεις την εξέλιξη αυτής της επωνυμίας;
Σίγουρα μου αρέσει. Δεν μπορώ να πω, όμως, ότι δεν την περίμενα. Το πιο σημαντικό πράγμα που κατάλαβα μετά από είκοσι χρόνια, είναι ότι όταν έχεις μια σταθερότητα ως χαρακτήρας και μπορείς να εστιάζεις σε αυτό που σε ενδιαφέρει, αυτό δεν μπορεί παρά να αποδώσει.

Τι άνθρωποι νιώθεις ότι είναι οι πελάτες του Blow;
Είναι μια μείξη ατόμων, την οποία επιδιώκει το brand μου από την πρώτη ημέρα που άνοιξε μέχρι και σήμερα. Ήθελα να είναι ένας χώρος συμπεριληπτικός, παρόλο που αποφεύγω να χρησιμοποιώ αυτή την ορολογία, που «φοριέται» παντού σήμερα. Αν ανατρέξεις στις καμπάνιες του Blow πριν από 20 χρόνια, αυτό ακριβώς θα δεις: gender fluid άτομα, διαφορετικής ταυτότητας, μικρούς και μεγάλους. Αυτό είναι κάτι που το χαίρομαι στους πελάτες μου. Για μένα, κάθε άτομο που έρχεται στο Blow είναι και ένα διαφορετικό πρότζεκτ. Είναι σαν ένας καμβάς, όχι μόνο λόγω της διαφορετικής φύσης των μαλλιών του αλλά και λόγω της προσωπικότητάς του. Αυτό που με ενθουσιάζει στη δουλειά μου μέχρι και σήμερα είναι ότι έχω μπροστά μου μια ώρα, για να ολοκληρώσω αυτό το μικρό πρότζεκτ. Ίσως να ήταν αυτός και ο λόγος που τελικά οδηγήθηκα στην κομμωτική παρά στη φωτογραφία ή το interion design, όπως σκεφτόμουν: Ότι έχω μπροστά μου έναν συγκεκριμένο, σχετικά μικρό χρόνο, να κάνω μια μεγάλη αλλαγή η οποία θα επηρεάσει ολόκληρη την ψυχολογία ενός ανθρώπου. Ότι στο διάστημα αυτό θα γίνει μια ανταλλαγή συναισθημάτων και θα φύγει.
Τα τελευταία χρόνια το Blow έχει βγει και εκτός των ορίων της Λευκωσίας, με δύο νέους χώρους στη Λεμεσό. Πώς προέκυψε το Blow Resort αλλά και το πρόσφατο εγχείρημά σου, το Front Row;
Προέκυψαν μετά από προσέγγιση που είχα και από τους δύο χώρους, το ξενοδοχείο Amara για το Blow Resort και το Trilogy για το Front Row, με δύο προτάσεις που ένιωθα ότι ήταν στα μέτρα μου. Ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με το τελευταίο εγχείρημά μου, το Front Row, είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτά που έχω συνηθίσει, αφού πρόκειται για έναν χώρο ο οποίος φιλοξενεί μέσα το κομμωτήριο Blow αλλά και ένα retail κατάστημα, το οποίο στην πορεία θα φέρνει διάφορα πράγματα, τα οποία βλέπω εδώ και χρόνια στο εξωτερικό και μου αρέσουν. Δεν είχα τη φιλοσοφία μέσα από αυτό να βρω κάτι να φέρνω, αλλά να φιλοξενήσω brands που θαυμάζω εδώ και χρόνια μέσα από τα ταξίδια μου αλλά και αντικείμενα που θα ήθελα να έχω στο σπίτι μου.
Η τέχνη αλλά και η αισθητική γενικότερα, από ό,τι αντιλαμβάνομαι παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή σου.
Η τέχνη με ενδιαφέρει, γιατί είναι κοντά μου και οι άνθρωποι που τη δημιουργούν. Γι’ αυτό και ξεκίνησε η ανάγκη μου από πολύ μικρή ηλικία να αγοράζω τέχνη, γιατί και ο ίδιος είμαι καλλιτεχνική φύση. Ο τρόπος που αντιμετωπίζω τη δουλειά μου είναι πρώτα ως καλλιτέχνης και μετά ως οτιδήποτε άλλο. Η φωτογραφία, η μόδα, πάντα με ενδιέφεραν και ίσως ένας λόγος που ασχολήθηκα με τα μαλλιά είναι επειδή στον πυρήνα μου ήταν πάντα η μόδα. Νομίζω ότι όταν νιώθεις καλλιτέχνης και έχεις μια αισθητική, αντλείς έμπνευση από πράγματα και τα πράγματα από τα οποία εμπνέεσαι δεν μπορεί να είναι το ξαναζεσταμένο φαγητό, δηλαδή ένα κομμωτήριο που χτενίζει. Εμπνέεσαι όπως ένας σχεδιαστής που μπορεί να εμπνευστεί από τη φύση, από τη μουσική, από το τι συμβαίνει σε αυτό τον πλανήτη. Κάπως έτσι νιώθω.
Φωτογραφίες: Δημήτρης Δημητρίου

