Η Dolly Parton ήταν περίπου έξι ετών όταν έγραψε το πρώτο της τραγούδι. Το «Little Tiny Tasseltop» ήταν αφιερωμένο στην αγαπημένη της κούκλα, η οποία ήταν φτιαγμένη από καλαμπόκι και είχε μαλλιά από τις λεπτές ίνες του. Η μητέρα της φύλαξε με προσοχή τους στίχους μέσα σε ένα κουτί παπουτσιών.
«Αγαπούσα πολύ εκείνη τη μικρή κούκλα», έγραψε η Parton αρκετές δεκαετίες αργότερα. «Εξέφραζα τον εαυτό μου και τα συναισθήματά μου μέσα από το γράψιμο. Είμαι σίγουρη ότι αυτό που σκεφτόμουν ήταν: “Λοιπόν, η Tasseltop πρέπει να έχει ένα τραγούδι αφιερωμένο σε εκείνη”».
Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας ζωής απόλυτα συνδεδεμένης με τη μουσική. Η χαρισματική τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και ηθοποιός, η οποία για σχεδόν έξι δεκαετίες κέρδιζε το κοινό με τους γεμάτους συναίσθημα στίχους, την έντονη προσωπικότητα και το επιχειρηματικό της δαιμόνιο, πέθανε την Τρίτη σε ηλικία 80 ετών, όπως ανακοίνωσε η οικογένειά της.
Η αιτία του θανάτου της δεν έγινε επίσημα γνωστή. Ο εκπρόσωπός της ανέφερε ότι έφυγε ήρεμα από τη ζωή στο Nashville, ενώ το περιοδικό People, επικαλούμενο τους εκπροσώπους της, μετέδωσε ότι είχε δώσει μια «σύντομη μάχη με τον καρκίνο». Λίγες ημέρες νωρίτερα, η ίδια είχε δηλώσει στο περιοδικό ότι αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα υγείας, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, ξεκαθαρίζοντας όμως πως σχεδίαζε να συνεχίσει να εργάζεται.
«Μέσα από το παράδειγμά της πιστέψαμε ότι όλα είναι δυνατά», ανέφερε ο ανιψιός της, Bryan Seaver, σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα. «Δεν είδε ποτέ μια πόρτα που δεν μπορούσε να ανοίξει και οι πόρτες που άνοιξε έγραψαν και άλλαξαν την ιστορία».
Με διαχρονικές επιτυχίες όπως τα «Coat of Many Colors», «Jolene» και «I Will Always Love You», η Parton έγινε μία από τις γυναίκες καλλιτέχνιδες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, ξεπερνώντας τα 100 εκατομμύρια αντίτυπα. Κέρδισε 11 βραβεία Grammy, ανάμεσά τους και το Lifetime Achievement Award για τη συνολική προσφορά της στη μουσική.
Την ίδια στιγμή, η αυθεντική και προσιτή προσωπικότητά της, σε συνδυασμό με τα εντυπωσιακά ξανθά μαλλιά, τα εκκεντρικά κοστούμια και τον ενθουσιασμό με τον οποίο απολάμβανε να βρίσκεται στο επίκεντρο, την έκαναν αγαπητή σε ανθρώπους κάθε κοινωνικής προέλευσης. Παράλληλα, συνέβαλε καθοριστικά στο να γνωρίσει το διεθνές κοινό την country μουσική.
Στην πορεία των χρόνων παρουσίασε τη δική της τηλεοπτική ψυχαγωγική εκπομπή, πρωταγωνίστησε σε ταινίες και δημιούργησε ακόμη και το θεματικό πάρκο Dollywood, το οποίο εξελίχθηκε σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό στη γενέτειρά της, το Tennessee. Όλα αυτά ήρθαν να προστεθούν στη σπουδαία πορεία της ως τραγουδοποιού.
Εκείνο, ωστόσο, που της χάρισε πραγματικά διαχρονική λάμψη ήταν η ικανότητά της να δημιουργεί μια αληθινή σύνδεση με τον κόσμο. Προερχόμενη από μια οικογένεια την οποία η ίδια περιέγραφε ως «πάμφτωχη», η Parton έγινε σύμβολο της εργατικής τάξης της Αμερικής και στήριζε έμπρακτα τους σκοπούς στους οποίους πίστευε.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19, το 2020, δώρισε ένα εκατομμύριο δολάρια για την έρευνα εμβολίων στο Vanderbilt University, αποτελώντας μία από τις πρώτες χρηματοδότριες της ανάπτυξης του εμβολίου της Moderna.
Η φιλανθρωπική της δράση δεν σταμάτησε εκεί. Δημιούργησε πρόγραμμα ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας για παιδιά προσχολικής ηλικίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστραλία και στην Ιρλανδία, ενώ πρόσφερε υποτροφίες σε μαθητές λυκείου στην κομητεία του Tennessee όπου γεννήθηκε.
Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, η κομητεία τοποθέτησε ένα άγαλμά της σε φυσικό μέγεθος μπροστά από το δικαστικό μέγαρο. Το 2021, ωστόσο, η ίδια απέρριψε την πρόταση να στηθεί ακόμη ένα άγαλμά της στο Nashville, εξηγώντας: «Με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, δεν πιστεύω ότι είναι σωστό αυτή τη στιγμή να με τοποθετήσουν σε ένα βάθρο».
Ήταν ακριβώς αυτή η ικανότητά της να παραμένει πιστή στις ρίζες της, σε συνδυασμό με την εργατικότητα και την επιλογή της να μην παίρνει κομματική θέση, που την έκανε αγαπητή τόσο στους συντηρητικούς όσο και στους φιλελεύθερους, σε μια βαθιά πολιτικά διχασμένη Αμερική.
«Η μαμά είχε μια φωνή που σε στοίχειωνε»
Η Dolly Rebecca Parton γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1946 στο Pittman Center του Tennessee και μεγάλωσε σε μια καλύβα με ένα μόνο δωμάτιο, στο κοντινό Locust Ridge. Ήταν ένα από τα 12 παιδιά του καπνοκαλλιεργητή Robert Lee Parton και τα δύσκολα παιδικά της χρόνια έδωσαν αλήθεια και βάθος στα συχνά αυτοβιογραφικά τραγούδια της, τα οποία ερμήνευε με τη χαρακτηριστική σοπράνο φωνή της.
Η μουσική υπήρχε στην καθημερινότητά της από πολύ νωρίς. Η μητέρα της, Avie Lee, τραγουδούσε συνεχώς αφηγηματικά τραγούδια από την Αγγλία, την Ιρλανδία και την Ουαλία. «Η μαμά είχε μια φωνή που σε στοίχειωνε και, Θεέ μου, την ένιωθες μέσα σου», έγραψε η Parton στο βιβλίο της «Dolly Parton, Songteller», το οποίο κυκλοφόρησε το 2020 και συνυπέγραψε με τον Robert K. Oermann.
Η Parton απέκτησε την πρώτη της κανονική κιθάρα σε ηλικία οκτώ ετών. Κάθε φορά που η μητέρα της είχε καλεσμένους στο σπίτι, τους έλεγε: «Θέλω να ακούσετε αυτό το τραγούδι που έφτιαξε αυτό το κοριτσάκι. Είναι πραγματικά καλό». Η Parton λάτρευε την προσοχή και σύντομα το ταλέντο της ξεπέρασε τα όρια του σπιτιού της.
Στα 11 της τραγουδούσε ήδη σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, ενώ στα 13 της εμφανίστηκε στο Grand Ole Opry, τη θρυλική εβδομαδιαία μουσική σκηνή της country στο Nashville.
Μετά την αποφοίτησή της από το λύκειο μετακόμισε στο Nashville για να ακολουθήσει μουσική καριέρα. Εκεί ξεκίνησε τη διάσημη συνεργασία της με τον country τραγουδιστή Porter Wagoner, η οποία περιλάμβανε πολυετή παρουσία στην τηλεοπτική εκπομπή του και 14 ντουέτα που μπήκαν στο Top 10. Όταν αποφάσισε να συνεχίσει ως solo καλλιτέχνιδα, έγραψε το «I Will Always Love You» ως αποχαιρετισμό προς εκείνον.
Την πρώτη κιόλας ημέρα της στην πρωτεύουσα της country μουσικής, η Parton γνώρισε τον Carl Dean, ο οποίος εργαζόταν στις ασφαλτοστρώσεις. Οι δυο τους παντρεύτηκαν δύο χρόνια αργότερα, το 1966. Καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρόχρονου γάμου τους, ο Dean απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας και δεν τη συνόδευε στις περιοδείες της. Υπήρξε, ωστόσο, η έμπνευση για αρκετές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, ανάμεσά τους και το «Jolene», το οποίο γεννήθηκε από το ενδιαφέρον που είχε δείξει για εκείνον μια κοκκινομάλλα υπάλληλος τράπεζας.
Η εικόνα της Dolly
Αν η μουσική ήταν η μεγάλη της δύναμη, η εξωτερική της εμφάνιση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του μύθου της. Αν και αρχικά ένιωθε αμηχανία, με τα χρόνια αντιμετώπισε με χιούμορ τις επίμονες ερωτήσεις για το εκκεντρικό ντύσιμο και την πληθωρική σιλουέτα της.
Διέψευδε τις φήμες ότι είχε ασφαλίσει το στήθος της και γελούσε με τα κατά καιρούς δημοσιεύματα που τη ήθελαν καθηλωμένη στο κρεβάτι λόγω του βάρους του. «Είναι βαρύ, αλλά δεν με έχει σακατέψει ακόμη», είχε δηλώσει στο People.
Για τη χαρακτηριστική εικόνα της εμπνεύστηκε από μια γυναίκα που έβλεπε να κυκλοφορεί στη γενέτειρά της στο Tennessee, φορώντας στενές φούστες και ψηλοτάκουνα, με κόκκινα νύχια, κόκκινο κραγιόν και ξανθά μαλλιά από οξυζενέ.
«Πίστευα ότι ήταν πανέμορφη. Όλοι όμως έλεγαν: “Είναι σκουπίδι!”», έγραψε η Parton στο βιβλίο της «Behind the Seams: My Life in Rhinestones», το οποίο κυκλοφόρησε το 2023. «Γέλασα και είπα: “Λοιπόν, αν αυτό είναι το σκουπίδι, τότε αυτό θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω!”».
Όσο κι αν αγκάλιαζε την αναγνωρίσιμη εικόνα της, τη θεωρούσε πάντοτε κάτι ξεχωριστό από τον πραγματικό της εαυτό. «Δείχνω με έναν τρόπο, αλλά είμαι κάτι διαφορετικό», είχε δηλώσει στο Ladies’ Home Journal το 1982.
«Αυτό δημιουργεί έναν καλό συνδυασμό. Σκέφτομαι πάντα “εκείνη”, την εικόνα της Dolly, όπως ένας εγγαστρίμυθος βλέπει την κούκλα του. Διασκεδάζω με αυτό. Αναρωτιέμαι: Τι θα κάνω μαζί της φέτος για να εκπλήξω τον κόσμο; Τι θα φορέσει; Τι θα πει;».
Πίσω από την επιμελώς εκκεντρική εικόνα, ωστόσο, υπήρχε μια καλλιτέχνιδα που ήθελε το ταλέντο της να παραμένει στο επίκεντρο. Η Parton είχε εκφράσει πολλές φορές την επιθυμία η εμφάνισή της να λειτουργεί ως μέσο για την προβολή του έργου της και όχι ως κάτι που θα το επισκίαζε.
«Θέλω να ζωγραφίζω μια εικόνα»
Η μουσική της αγαπήθηκε όχι μόνο από το κοινό αλλά και από πολλούς άλλους καλλιτέχνες, οι οποίοι διασκεύασαν τα τραγούδια της. Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν, ίσως, η ερμηνεία του «I Will Always Love You» από τη Whitney Houston.
Ανάμεσα στις πιο αγαπημένες συνεργασίες της ήταν εκείνες με τη βαφτιστήρα της, την Αμερικανίδα pop star Miley Cyrus, αλλά και με τον πατέρα της, τον country τραγουδιστή Billy Ray Cyrus. Το «Jolene», από την άλλη, διασκευάστηκε από εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους καλλιτέχνες, από την Beyoncé μέχρι τους The White Stripes.
Η Parton ήταν μια σαρωτική παρουσία στη σκηνή και μια εξαιρετική ερμηνεύτρια. Αυτό που την ξεχώριζε πραγματικά, όμως, ήταν το ταλέντο της στη γραφή. Έγραφε η ίδια όλες τις μεγάλες επιτυχίες της, ενώ υπολογίζεται ότι στη διάρκεια της ζωής της δημιούργησε περίπου 3.000 τραγούδια, από τα οποία ηχογράφησε περίπου 450.
«Μου αρέσει να γράφω ποιητικά τραγούδια και να τραγουδώ λυρικές λέξεις», έγραψε στο «Dolly Parton, Songteller». «Θέλω να σε κάνω να βλέπεις κάτι μπροστά σου, γι’ αυτό θέλω να ζωγραφίζω μια εικόνα. Και μου αρέσει να βρίσκω έξυπνους στίχους, όχι μόνο σαν τραγουδοποιός αλλά και σαν ποιήτρια».
«Τα τραγούδια είναι η παρακαταθήκη μου»
Το ταλέντο και η πληθωρική παρουσία της την οδήγησαν σύντομα και στη μεγάλη οθόνη. Η Parton έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 1980 με την ταινία «9 to 5», στην οποία πρωταγωνίστησε μαζί με τη Jane Fonda και τη Lily Tomlin. Το ομώνυμο τραγούδι τής χάρισε μια υποψηφιότητα για Oscar. Ακολούθησε ακόμη μία υποψηφιότητα το 2006, για το «Travelin’ Thru», το οποίο έγραψε για την ταινία «Transamerica».
Στις υπόλοιπες κινηματογραφικές της εμφανίσεις περιλαμβάνονται οι ταινίες «The Best Little Whorehouse in Texas», «Steel Magnolias», «Rhinestone» και «Straight Talk».
Παράλληλα, 25 τραγούδια της κατέκτησαν την πρώτη θέση του Billboard Country chart. Υπήρξε μέλος του Songwriters Hall of Fame και το 2007 τιμήθηκε με την υψηλότερη διάκρισή του, το Johnny Mercer Award. Το 2022 εντάχθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame.
Κέρδισε το πρώτο της Grammy το 1978 για το τραγούδι «Here You Come Again», ενώ το 1988 τιμήθηκε στα People’s Choice Awards ως η αγαπημένη γυναίκα του θεάματος.
Παρά τις αμέτρητες διακρίσεις και τα επιτεύγματά της, η Parton έβρισκε πάντοτε το μεγαλύτερο νόημα στην ίδια την τέχνη της.
«Νιώθω ότι βρίσκομαι πιο κοντά στον Θεό όταν γράφω», σημείωσε στο «Dolly Parton, Songteller». «Ένας υπέροχος στίχος απλώς έρχεται στο μυαλό μου και τότε λέω: “Σε ευχαριστώ, Θεέ μου. Ξέρω ότι δεν το σκέφτηκα μόνη μου”».
«Στο τέλος της ημέρας, ελπίζω ότι θα με θυμούνται ως μια καλή τραγουδοποιό. Τα τραγούδια είναι η παρακαταθήκη μου».
Πηγή: Reuters





