Δυο χρόνια από το θάνατο της αγαπημένης ηθοποιού – 14 Δεκεμβρίου 2022- συμπληρώνονται σήμερα κι εμείς ανατρέχουμε στη ζωή της, έτσι όπως η ίδια μας την είχε αφηγηθεί μέσα από τις συνεντεύξεις της.
«Ήρθα στη ζωή ανήμερα Χριστουγέννων –αυτός είναι και ο λόγος που αγαπώ διπλά αυτή τη γιορτή. Ο πατέρας μου, που είχε γενέθλιά την ίδια ακριβώς ημέρα, επέμενε να με βαφτίσουν Δώρα, βέβαιος πως ήμουν ένα δώρο ανεκτίμητο, που θα γέμιζε τη ζωή του και την οικογένειά μας, ευτυχία».
Διαβάστε επίσης: 3 φορές που η Δώρα Κακουράτου, η grande dame της κυπριακής κωμωδίας και επιθεώρησης, μας εξέπληξε με τις φωτογραφήσεις της!
«Η μητέρα μου επέμενε να σπουδάσω Νομική, δεν ήθελε να γίνω ηθοποιός και άργησε πολύ να το αποδεχτεί . Είχα όμως τη μεγάλη υποστήριξη του πατέρα μου. Τόσο που καμιά φορά γίνομαι γραφική όταν μιλώ για αυτόν, ήταν όμως το μεγάλο μου στήριγμα και του οφείλω πολλά. Ένας άνθρωπος διαβασμένος και πολύ προχωρημένος για την εποχή του. Όταν ερχόταν κάποιος θίασος στη Λεμεσό, είτε Αθηναϊκός είτε από τη Λευκωσία, ο Κακουράτος είχε δύο θέσεις στην πρώτη σειρά, κρατημένες για τον ίδιο και την κόρη του! Είχα μεγάλο πάθος με το θέατρο, από πολύ μικρό κορίτσι. Αγαπούσα και τους δυο μου γονείς, τους είχα λατρεία».

«Ναι, πιστεύω πως αν έμενα Αθήνα θα έκανα καριέρα, το πιστεύω αυτό. Προτιμώ όμως την καριέρα που έκανα στην Κύπρο, παρά μια καριέρα στην Ελλάδα, όσο μεγάλη κι αν ήταν. Δεν ζηλεύω τους έλληνες ηθοποιούς, ούτε θεωρώ πως θα είχε καμιά διαφορά. Ο Λυκούργος Καλλέργης ήταν δάσκαλός μου και ήμουν από τις πιο αγαπημένες του μαθήτριες. Όταν τέλειωνα τη σχολή, μου πρότεινε να πάω στο Εθνικό με συμβόλαιο τετραετές, γιατί ήμουν άριστη. Τότε όμως ιδρύθηκε ο ΟΘΑΚ (σ.σ. ο Οργανισμός Θεατρικής Ανάπτυξης Κύπρου) και μέλη του διοικητικού συμβουλίου είχαν έρθει και είδαν τις εξετάσεις μου στην Ελλάδα και μου πρότειναν να υπογράψω. Και το έκανα. Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Γιατί η Κύπρος είναι ο τόπος μου, η Κύπρος μου. Αγαπώ το νησί και το λαό του, ο οποίος με τίμησε και με αγάπησε».
«Δεν νοσταλγώ το χθες. Παρόλο όμως που είμαι αθεράπευτα ρομαντική, δεν στέκομαι σε αυτό. Δεν θα με ακούσεις ποτέ να λέω «τι ωραίο που ήταν το τότε και πόσο καλύτερο είναι από το σήμερα». Εγώ πιστεύω πως η κάθε εποχή είναι καλή και πως πρέπει να δεχόμαστε τις αλλαγές που γίνονται. Και πιστεύω στη νεολαία μας, δεν την αφορίζω, θεωρώ ότι είναι υπέροχη. Πάντα υπήρχαν θετικά και αρνητικά και πάντα υπήρχαν καλά και κακά παιδιά»
«Την προσωπική μου ζωή δεν με ενδιέφερε να την βγάλω στα φώτα, γι’ αυτό και πολύς κόσμος δεν γνωρίζει πολλά γι’ αυτή. Παρόλο που κατά καιρούς έχω μιλήσει για την προσωπική μου ζωή, έχω πει τι αρραβώνες έχω κάνει. Δεν παντρεύτηκα, δεν έκανα οικογένεια, θα ήθελα πολύ να έχω ένα παιδί, αλλά δεν το έχω. Δεν το θεωρώ όμως και πρόβλημα. Γιατί αγαπώ όλα τα παιδιά του κόσμου!»
«Θα ήμουν αχάριστη αν είχα παράπονα και δεν έχω πραγματικά κανένα απωθημένο. Ούτε από το θέατρο, ούτε από την τηλεόραση, αφού με έχουν τιμήσει και στα δύο είδη. Πιο πολύ απ’ όλα όμως με τίμησε ο κυπριακός λαός ο οποίος με στήριξε με την αγάπη του, μια αγάπη τεράστια την οποία εισπράττω μέχρι σήμερα καθημερινά. Αν μετά από κάποια χρόνια δεν τα κατάφερνα, θα το εγκατέλειπα το θέατρο. Κι αν ήμουν μια ηθοποιός που δεν ζούσα αυτά που έζησα και που ζω, θα ήμουν σίγουρα πολύ δυστυχισμένη…»
«Το θέατρο μού έδωσε πολύ μεγάλες χαρές – και, ευτυχώς, είχα υποστήριξη από την οικογένειά μου σ’ αυτό. “Δώρα”, μου έλεγαν, “αυτό που θες, αυτό να κάνεις!”. Το θέατρο, βέβαια, μου στέρησε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, κάποιες γιορτές, την οικογένεια – αλλά ήμουν τόσο αφοσιωμένη σ’ αυτό, που τίποτα δεν έκανα χωρίς χαρά, χωρίς απόλυτο δόσιμο. Ήταν, μάλλον, έξω από τα όνειρά μου η δημιουργία οικογένειας, η απόκτηση ενός παιδιού – γιατί, αν το ‘θελα πραγματικά, να ‘στε σίγουρος πως θα το ‘κανα. Όμως πάντα θα είμαι ευτυχής γιατί επέλεξα να γίνω ηθοποιός – ναι, είμαι ένας πολύ τυχερός άνθρωπος!».

«Υπήρξα η πρώτη γυναίκα θιασάρχης στην Κύπρο και το πρώτο όνομα πάντα, για πολλά χρόνια – από τα 22 μου κιόλας, σε μία εποχή που δεν ήταν καθόλου εύκολο αυτό. Ήμουν επίσης η πρώτη γυναίκα ηθοποιός που έκανε αυτόγραφα. Γιατί μου τα ζητούσαν! Αλλά ήταν όλα σαν ήδη δρομολογημένα. Από παιδί ακόμη. Τότε που με ρωτούσαν στο νηπιαγωγείο “τι θέλεις να γίνεις, Δωρούλα, όταν μεγαλώσεις;” κι εγώ απαντούσα “ηθοποιός” με βεβαιότητα. Αρίστευσα στη σχολή μου, στο “Ελληνικό Ωδείο”, στην Αθήνα, είχα προτάσεις από αθηναϊκά θέατρα -ακόμη και από τον ΟΘΑΚ, αν και επέλεξα στη συνέχεια να μην κάνω ποτέ αίτηση για να προσληφθώ στον ΘΟΚ-, γύρισα όμως στην Κύπρο γιατί λάτρευα τον τόπο μου – εδώ ήθελα να με αγαπήσουν και να με μάθει ο κόσμος. Μάλιστα όταν έμαθαν οι καθηγητές μου στην σχολή πως είμαι πλέον στην επιθεώρηση ξαφνιάστηκαν – με προόριζαν για αρχαίο δράμα, λόγω φωνής ίσως, λόγω φυζίκ».
«Γνώρισα νωρίς την επιτυχία. Και ως ηθοποιός και ως θιασάρχης. Αυτό σήμαινε, βέβαια, ταυτόχρονα πολλές ευθύνες. Αλλά έχω να λέω πως πάντα ήμουν απολύτως συνεπής στους ηθοποιούς που ήταν μαζί μου και κανείς δεν έμεινε απλήρωτος, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ένας μη επιχορηγούμενος από τον ΘΟΚ θίασος. Δούλεψα πολύ. Κουράστηκα! Ήμουν, όμως, πάντα “στρατιώτης” – ποτέ δεν βαρυγκώμησα, ποτέ δεν πίστεψα πως είμαι “κάποια”, ποτέ δεν είπα “είμαι μία ταλαντούχα”. Θα ήταν αστείο, άλλωστε. Μόνο τα τελευταία 5-6 χρόνια τολμώ απλά να λέω στον εαυτό μου “μπράβο, Δώρα, κάπως τα κατάφερες” – παλιά, ούτε να το σκεφτώ δεν διανοούμουν».

«Μου έχουν συμβεί πολλά, πολλά περιστατικά εκδήλωσης αγάπης του κόσμου, ακραία ίσως – ντρέπομαι να τα πω, θα φανούν εγωιστικά αλλά, ναι, ισχύει, πως ερχόταν κάποτε αστυνομία στους θιάσους μου για να μπορεί κάπως να κοντρολάρεται ο κόσμος. Μου λένε φίλοι μου: “Κανονικά, Δώρα, θα έπρεπε να ήσουν στο τρελάδικο με αυτά που γνώρισες!”. Και τους απαντώ, παραφράζοντας ένα στίχο της Νικολακοπούλου: “Η σωτηρία του μυαλού είναι πολύ μεγάλο πράγμα!”. Έχω δει παιδιά, σεμνά, που έρχονται ταπεινά στα πρώτα γυρίσματα, και μόλις προβληθούν τα πρώτα επεισόδια αλλάζει το ύφος τους. Είναι κρίμα… Μα, και το αναψυκτικό αν είχε πόδια, θα του ζητούσαν αυτόγραφο!».
«Δεν είμαστε κάτι ιδιαίτερο οι ηθοποιοί. Αυτό πιστεύω. Είμαστε σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Επίσης, δεν καβάλησα ποτέ το καλάμι – ποτέ! Ίσως γιατί καθιερώθηκα και αγαπήθηκα από το θέατρο νωρίς – όχι από την τηλεόραση. Γιατί το θέατρο καθιερώνει τους πρωταγωνιστές! Ο πατέρας μου μού έλεγε: “Μην πάρουν ποτέ τα μυαλά σου αέρα!”. Κι ό,τι μου έλεγε, ήταν για μένα προσευχή. Βήμα βήμα χτίστηκε η σχέση μου με το κοινό – τίποτε δεν γίνεται, που να έχει διάρκεια, από τη μία μέρα στην άλλη. Το κοινό, άλλωστε, είναι ο καλύτερός μου φίλος – κι εγώ λατρεύω το κυπριακό κοινό! Τελευταία, μου τηλεφώνησε ένας ελλαδίτης επιχειρηματίας για να συμμετάσχω σε μία παραγωγή στην Αθήνα. Δεν ήθελα. Θέλω να βρίσκομαι στην Κύπρο. Γιατί είμαι χορτασμένη, όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε!».
«Δεν υπάρχει “σοβαρό” και “ελαφρύ” θέατρο. Κι η καταξίωση του ηθοποιού δεν είναι η Επίδαυρος ή ο τάδε “σπουδαίος ρόλος”, αλλά το να σε παραδέχεται και να σε χειροκροτεί ο κόσμος για πολλά χρόνια – αυτή είναι η “Επίδαυρος” για μένα, όλα τα άλλα είναι “ψωνέ”, όταν πια έχουμε φτάσει να παίζει και η κουτσή Μαρία στην Επίδαυρο. Το δυσκολότερο είδος θεάτρου είναι η επιθεώρηση – το πιστεύω ακράδαντα. Κι εγώ έμαθα να μην υποτιμώ κανένα είδος θεάτρου. Υποτιμώ, όμως, ατάλαντους ηθοποιούς – είμαι πολύ αυστηρή στην κριτική μου! Τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο, συμπλέουν διαμάντια με σκουπίδια – τα διαμάντια είναι ελάχιστα. Ο πιο ταλαντούχος Κύπριος ηθοποιός ήταν, για μένα, ο Κώστας Παπαμαρκίδης. Αλλά υπάρχουν και 5-6 νέοι ηθοποιοί, τους οποίους ξεχωρίζω».

«Το θέατρο ήταν στη ζωή μου πιο πάνω από το καθετί. Κι από έρωτες, και απ’ όλα. Αρραβωνιάστηκα, άλλωστε, δύο φορές, αλλά χώρισα και τις δύο – την πρώτη φορά επειδή μου τέθηκε το δίλημμα περί οικογενειακής ζωής και θεάτρου. Αγαπώ, όμως, πολύ τη δουλειά μου! Και δεν θα την άφηνα για τίποτα στον κόσμο! Tα τελευταία χρόνια, που δεν έχω θίασο δικό μου, πρέπει να πω πως είμαι πιο ήρεμη – κάνω τις επιλογές μου, τα ταξίδια μου, βλέπω πολύ θέατρο, συναντώ φίλους. Και λέω πολλά “όχι” σε προτάσεις – πολλά! Το να μείνω εκτός τηλεόρασης για μία τηλεοπτική σεζόν, να ξέρετε πως είναι από δική μου επιλογή. Γιατί ο ηθοποιός δεν είναι ποδοσφαιριστής που κρεμάει τα παπούτσια του – μπορεί να παίζει, ακόμη και αν γίνει 100 χρόνων».
Με τι γελάτε, κυρία Κακουράτου;
Δεν γελώ εύκολα. Σέβομαι πολύ το χιούμορ για να γελώ με το κάθετί.
Είστε ευαίσθητη;
Ναι. Μπορεί να δακρύσω για πολλά πράγματα – αν και το κλάμα είναι κάτι πολύ προσωπικό του καθενός. Ωστόσο, από τα πρώτα μου χρόνια, φορώ «πανοπλία» – δεν με αγγίζουν μικρότητες, κακίες, τα προσπερνώ αυτά. Δεν αφήνω τις ερινύες μέσα μου.
Αισιόδοξη είστε;
Βέβαια! Πάντα! Πάντα! Αύριο είναι μια άλλη μέρα… Αλίμονο!
Με το θάνατο είστε συμφιλιωμένη;
Έχω χάσει πολύ αγαπημένα μου πρόσωπα – η μητέρα μου πέθανε στα χέρια μου. Και, ως παιδί, έχασα την αδελφή μου στα 9 της χρόνια, όταν εγώ ήμουν 13. Όχι, ο θάνατος δεν με φοβίζει. Είναι κάτι φυσικό.
Πως θα θέλατε να σας θυμούνται; Ως μία πολύ καλή ηθοποιό;
Θα ήθελα να με θυμούνται ως έναν καλό άνθρωπο… Το προτιμώ…
ΠΗΓΗ: Αποσπάσματα από συνεντεύξεις στο περιοδικό Down Town, 2017 και 2018, στους Νταϊάνα Αζά και Γιάννη Χατζηγεωργίου. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Δημήτρης Βαττής (αρχείο Ο Φιλελεύθερος)
λή.

