Πολλή κουβέντα έγινε για τις δύο (παρακαλώ) τηλεοπτικές εμφανίσεις του Μητροπολίτη Μόρφου την περασμένη εβδομάδα, όπου επανέλαβε τις γνώριμες πια ρατσιστικές, σεξιστικές και ομοφοβικές του απόψεις, όπως πάντα με τον μανδύα των κηρυγμάτων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας (όχι πως κι έχει άδικο σ’ αυτό) και πασπαλισμένες με μια στρώση συνωμοσιολογίας/εσχατολογίας που θα ζήλευε και ο βασιλιάς των ψεκασμένων David Icke. Πώς φτάσαμε όμως και ένας γραφικός, προσβλητικός απέναντι σε πολλούς συμπατριώτες και εμφανώς διαταραγμένος ιερωμένος, βρίσκει τόσο εύκολα τηλεοπτικό βήμα και μάλιστα σχεδόν χωρίς καθόλου αντίλογο;
Από τον Μαρίνο Νομικό
Η απάντηση είναι όπως το ξυράφι του Όκαμ: η απλούστερη είναι συνήθως και η σωστή. Η τηλεθέαση. Όμως πρώτα, λίγο context. Η παραδοσιακή ελεύθερη τηλεόραση όπως την ξέρουμε αργοπεθαίνει. Με τη μεγαλύτερη μάζα του τηλεοπτικού κοινού να έχει μετακινηθεί προς το streaming και γενικά στην κατανάλωση περιεχομένου μέσω άλλων συσκευών, η συμβατική τηλεόραση έχει ξεμείνει με ένα διαρκώς συρρικνούμενο και γερασμένο κοινό και πασχίζει να παραμείνει relevant σε ένα πεδίο που διαρκώς αλλάζει. Ακόμα και στην Κύπρο που είμαστε και κάποιες δεκαετίες πίσω συνεπώς οι όποιες αλλαγές πιθανόν να καθυστερήσουν σε σχέση με άλλες χώρες, η εγχώρια TV δείχνει αφενός να γνωρίζει ότι ζει ήδη με δανεικό χρόνο κι αφετέρου να μην μπορεί ή να μην έχει τη διάθεση να κάνει κάτι γι’ αυτό. Γι’ αυτό και την τελευταία δεκαετία ακολουθούν όλοι την πεπατημένη, δηλαδή δυο-τρεις δοκιμασμένες συνταγές (μια σαπουνόπερα, μια χωρκάτικη κυπριακή κωμωδία, μια σατιρική κακέκτυπο του Λούη κλπ) χωρίς φαντασία, δημιουργικότητα και όραμα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (ένα «Κάρμα» δυστυχώς δεν φέρνει την άνοιξη).

Η διπλή εμφάνιση του παραληρηματικού Μόρφου είναι ακριβώς αυτή η μάλλον αδέξια και αξιολύπητη προσπάθεια της συμβατικής τηλεόρασης να παίξει με όρους σόσιαλ μίντια και να μεταφράσει τα likes και shares σε νούμερα τηλεθέασης, αγνοώντας κάτι στοιχειώδες και βασικό: όταν ο κόσμος θελήσει Facebook απλά πιάνει το κινητό του. Άλλος ο ρόλος της τηλεόρασης και σίγουρα δεν είναι να ακολουθεί κατά πόδας τα σόσιαλ και να τα αντιγράφει άτσαλα. Αυτό το μάθημα το έμαθαν the hard way οι εμπνευστές του περσινού «Soundtrack of Love» όταν προσπάθησαν ανεπιτυχώς να μεταφέρουν στην τηλεόραση αρκετές ανθρώπινες ιστορίες που είχαν γίνει viral τους προηγούμενους μήνες στο Facebook. Έλα, όμως, που δεν μεταφράζονται όλα τα likes σε νούμερα. Το like είναι ανέξοδο και δεν απαιτείται παρά ένα κλάσμα του δευτερολέπτου για να το πατήσεις ενώ αντίθετα χρειάζονται πολλά περισσότερα από μερικά ανιαρά τραγούδια και μια βαριεστημένη Αριστοτέλους για να κρατήσεις το ενδιαφέρον του τηλεθεατή για πάνω από δέκα λεπτά (ειδικά όταν ρίχνει κλεφτές ματιές σε μια δεύτερη οθόνη).
Τόσο οι «Φάκελοι» του ΡΙΚ όσο και οι «24 ώρες» του Alpha επιχείρησαν να εξαργυρώσουν το on line buzz που δημιουργεί κάθε νέα εμφάνιση του Μόρφου, φιλοξενώντας τον ιδιόρρυθμο (για να το θέσω κομψά) ιεράρχη ώστε να επαναλάβει βασικά τις αρλούμπες που ξεστομίζει στα βιντεάκια από τα cult πια κηρύγματά του που βρίσκεις με το κιλό στο YouTube, χωρίς να έχεις από κάτω τον καθένα να γράφει το μακρύ του και το κοντό του. Οι «Φάκελοι» είναι μια ξεχασμένη από Θεό κι ανθρώπους εκπομπή του ΡΙΚ που μεταδίδεται αργά τη νύχτα της Τετάρτης, την παρουσιάζει η Ελίτα Μιχαηλίδου πολύ μακριά από το peak της και παίζει να μην γνωρίζουν την ύπαρξή της ούτε τα μέλη του ΔΣ του ΡΙΚ (ή έστω ότι υπάρχει ακόμα στον αέρα). Η τηλεθέασή της κυμαίνεται πάντα σε χαμηλά μονοψήφια και η εκπομπή με καλεσμένο τον Μόρφου δεν αποτέλεσε εξαίρεση – ακόμα και τα θαύματα έχουν τους περιορισμούς τους. Προκάλεσε -είναι η αλήθεια, ένα ψιλοbuzz στο ίντερνετ από την αντιπαράθεση των οπαδών του Μόρφου (που είναι εξίσου φανατισμένοι με τους χουλιγκάνους) με τους πολίτες που ένιωσαν προσβεβλημένοι από τη ρητορική μίσους.
Η εκπομπή δεν είχε να παρουσιάσει κάτι καινούργιο, the same ol’ Νεόφυτος με τις προφητείες, τα τσιπάκια του Αντίχριστου και το μένος του κατά των ομοφυλοφίλων, έκρυβε όμως μια ευχάριστη έκπληξη: την ίδια την Ελίτα. Η πάλαι ποτέ βασίλισσα της απογευματινής ζώνης έχτισε την καριέρα της πάνω σε αμφιλεγόμενα θέματα θρησκείας, μεταφυσικών αναζητήσεων και εναλλακτικών μεθόδων ιατρικής έχοντας παρελάσει από το πλατό της ουκ ολίγοι τσαρλατάνοι, κομπογιαννίτες και διάφορα religion freaks που μιλούν με αγγέλους ή θεραπεύουν καρκίνους, και θα περίμενε κανείς τουλάχιστον μία άνευ αντίλογου αγιογραφία του Μόρφου και δικαιολογημένα γνωρίζοντας το βεβαρημένο παρελθόν της. Αντίθετα, εμφανίστηκε (σχετικά) διαβασμένη, προέβαλε -όσο μπορούσε- τον επιστημονικό αντίλογο ή έστω τη λογική απέναντι στον παραλογισμό του Μόρφου ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που τον αμφισβήτησε, ευγενικά μεν, αλλά ανοιχτά. Μάταια, προσπαθούσε η γυναίκα να τον κάνει να πάρει πίσω, να αναθεωρήσει ή έστω να ανασκευάσει κάποιες από τις πιο σκληρές δηλώσεις του (ειδικά τις ομοφοβικές), εκείνος όχι μόνο επέμενε αλλά εκτόξευσε κι έναν απίστευτο σεξιστικό οχετό για τη θέση της γυναίκας βγαλμένο κατευθείαν από τον σκοταδιστικό μεσαίωνα που προφανώς αναπολεί.

Αντίθετα, η μεγάλη απογοήτευση προήλθε από τον υποτίθεται πιο έμπειρο και μάχιμο δημοσιογράφο Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου όπου σε «24 ώρες» έκανε μια αγιογραφία του Μόρφου που θα ζήλευε και ο πιο ταλαντούχος καλλιτέχνης μοναχός του Αγίου Όρους. Χωρίς αντίλογο, χωρίς αντίδραση παρά μόνο με συγκαταβατικό σιγοντάρισμα, καταφατικό κούνημα του κεφαλιού και περισσότερες πάσες κι από οικογενειακό διπλό, ο δημοσιογράφος του Alpha απέδειξε ότι προκειμένου να κάνεις νούμερα πουλάς την ψυχή σου στον εχμ.. Θεό, αδιαφορώντας για τις αστήρικτες, αβάσιμες, ψευδοεπιστημονικές και άκρως επικίνδυνες μπούρδες που αραδιάζει ο ρασοφόρος απέναντι, όταν φυσικά δεν επιτίθεται με μένος εναντίον συγκεκριμένων ομάδων πολιτών που μένουν φυσικά χωρίς φωνή. Το μόνο που διέκοπτε τον ακατάσχετο, παραληρηματικό λόγο του Μόρφου ήταν… ακόμα περισσότερος Μόρφου στο γραφείο, στην εκκλησία, στον κήπο, σε μια κραυγαλέα στημένη και αδέξια προσπάθεια να εξανθρωπιστεί (και να ξεπλυθεί κανονικά) το μίσος που κηρύττει ο συγκεκριμένος. Αν μη τι άλλο, αναγνωρίζω τη συνέπεια που επιδεικνύει η εν λόγω εκπομπή που ξεκίνησε ως αμιγώς δημοσιογραφική και έρευνας για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε γκαλερί ανίατων ασθενειών και αναπηριών που έκαναν νούμερα λόγω της φεϊσμπουκοποίησης της τηλεόρασης που λέγαμε: Και τώρα εκτέθηκε ένας άρρωστος άνθρωπος, μόνο που αυτός δεν έχει επίγνωση της αρρώστιας του. Δεν θα ακυρώσω τις προηγούμενες δουλειές του Κωνσταντίνου γι’ αυτό το σοβαρό ολίσθημα, παραμένει ένας καλός και προσεκτικός δημοσιογράφος, όμως κάπου πρέπει να τραβάμε τη διαχωριστική γραμμή. Δεν μπορείς να κάνεις νούμερα (γιατί έκανε είναι η αλήθεια) σε βάρος των θυμάτων του προσβλητικού και μισανθρωπικού λόγου του Μόρφου. Ή τουλάχιστον παρουσίασε τον αντίλογο, αν θέλεις σώνει και καλά να τον βγάλεις γιατί καίγεσαι για νούμερα (ο πανικός της τηλεθέασης δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος). Το αποτέλεσμα ναι, έγραψε, όμως ανταποκρίνεται στα επαγγελματικά στάνταρ ενός δημοσιογράφου κι ενός καναλιού που μας είχαν συνηθίσει σε προοδευτικές, πιο ανοιχτόμυαλες επιλογές;
Μετά να μην κλαίγεστε ότι ολόκληρες δημογραφικές ομάδες εγκαταλείπουν μαζικά το χαζοκούτι και μείνουν στο τέλος μόνο κάτι θρησκόληπτα γερόντια να βλέπουν απαρχαιωμένη, ξεπερασμένη τηλεόραση.
Περιοδικό “TV Mania”, τεύχος 1333.