Οι Γάλλοι αποφάσισαν να αφηγηθούν μια ιστορία στη μεγαλύτερη πλατφόρμα on demand τηλεόρασης ως φόρο τιμής στο λογοτεχνικό αριστοκράτη-λωποδύτη τους. Ο 43χρονος ηθοποιός έγινε η ιδανική σύγχρονη ενσάρκωσή του.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΥΡΟΥΣΗ
Για το προφίλ τους στο Instagram οι άνθρωποι – διάσημοι αλλά και μη – επιλέγουν συνήθως περισπούδαστους, πηχυαίους και φανταχτερούς προσδιορισμούς. Δεν είναι ότι ο Omar Sy δεν έχει το ταλέντο ή το κουράγιο να χωρέσει τα ανδραγαθήματά του σε μια εκατοστή λέξεις και γι’ αυτό επιλέγει το λιτό αλλά περιεκτικό προσδιορισμό Human Being για το προφίλ που ακολουθούν περισσότεροι από 2 εκατομμύρια θαυμαστές του. Ούτε ότι επιλέγει να μοστράρει σε κοινή θέα τη σεμνοταπεινοσύνη του. Αλλά ότι στο τέλος της μέρας δε θεωρεί τον εαυτό του κάτι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό από άνθρωπο. Τα υπόλοιπα είναι απλώς ιδιότητες. Τον τελευταίο μήνα ο Sy κατάφερε να εκπλήξει τη γαλλική τηλεοπτική πιάτσα, το παγκοσμιοποιημένο – μέσω Netflix – κοινό αλλά κυρίως τον εαυτό του με τη δυσθεώρητη απήχηση της σειράς «Lupin» όπου πρωταγωνιστεί. Έστω και στα 43 του χρόνια ο Γαλλοσενεγαζέλος ηθοποιός με το χαμόγελο του ενός εκατομμυρίου, όπως ευρέως γράφεται, κατάφερε να γίνει το απόλυτο τηλεοπτικό it boy. Και μάλιστα ερμηνεύοντας έναν ρόλο οριακό, σχεδόν αμφιλεγόμενο, ένα χαρακτήρα που ζει και αναπνέει για να ξεγελά τους άλλους, να βανδαλίζει και να εκδικείται την καθεστηκυία τάξη, έναν ήρωα που απεργάζεται τα πιο δόλια μέσα με τον πιο κομψό και ευγενή τρόπο, τον Assane Diop.
Χρειάστηκαν μόλις πέντε επεισόδια του «Lupin» ώστε ο ηθοποιός να αποκτήσει οικουμενική αναγνωρισιμότητα που ούτε στα πιο τρελά όνειρά του δεν τολμούσε να φανταστεί. Ναι, είναι χρόνια γνωστός χάρη στο ρόλο του στο φιλμ «The Intouchables», που του εξαφάλισε και το πέρασμα στη Μέκκα της βιομηχανίας του θεάματος, το Χόλιγουντ, έχει τιμηθεί με βραβείο Cezar στη Γαλλία – έγινε μάλιστα ο πρώτος ηθοποιός από την υποσαχάρια Αφρική που το πέτυχε – και έχει δημιουργήσει περιουσία που του επέτρεπε μέχρι πρόσφατα να διατηρεί σπίτι στη συνοικία το χολιγουντιανό όνειρο, δηλαδή στο Hidden Hills του Λος Άντζελες. Όμως αυτό που συνέβη με τη μίνι σειρά του Netflix ξεπέρασε και τη μεγαλύτερη προσδοκία του ανθρώπου που δεν πίστεψε ποτέ ότι μπορούσε να είναι ηθοποιός – και δεν πέρασε ποτέ το κατώφλι κάποιας δραματικής σχολής. Από τις 8 Ιανουαρίου όταν έκανε πρεμιέρα το «Lupin» το έχουν παρακολουθήσει σύμφωνα με τα στατιστικά του Netflix, το οποίο συνήθως είναι φειδωλό στην αριθμολογία και στις διθυραμβικές ανακοινώσεις, 70 εκατομμύρια τηλεθεατές. Είναι με άλλα λόγια η πιο δημοφιλής γαλλική σειρά που έχει προβληθεί ποτέ στην αμερικανική πλατφόρμα. Ήταν τόση και τέτοια η ανταπόκριση του κοινού, ώστε λίγες ημέρες μετά την έναρξη προβολής του το Netflix ανακοίνωσε πως ο δεύτερος κύκλος βρίσκεται ήδη στα σκαριά. Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη. Παρεμπιπτόντως, την παραγωγή και την υλοποίηση της σειράς έχει η Gaumont ή αλλιώς η αρχαιότερη κινηματογραφική εταιρία στον κόσμο, την οποία οφείλουν να ευχαριστούν και οι θιασώτες του Pablo Escobar για το «Narcos».

Όπως πολλές ωραίες ιστορίες στον κόσμο των media και της ψυχαγωγίας έτσι και αυτή του Sy έχει τη ρίζα της στο ραδιόφωνο. Το σατιρικό ραδιοφωνικό σόου που έφτιαξαν στα τέλη των 90s με τον Fred Testot ακολούθησε μέχρι κεραίας το γνωστό εξελικτικό στάδιο, ήτοι μεταφέρθηκε στην τηλεόραση. Ο Sy ήταν περισσότερο γνωστός ως ένας άνθρωπος που μπορούσε να σχολιάσει και να αποδομήσει όλο το επιστητό. Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκε όταν στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας δύο σκηνοθέτες τον προσέγγισαν για να λάβει μέρος σε μια μικρού μήκους ταινία που ετοίμαζαν. «Δεν είμαι ηθοποιός», τους είπε. «Ούτε εμείς είμαστε σκηνοθέτες», του απάντησαν, διαλύοντας έτσι τις αμφιβολίες του. Σήμερα ο Sy επιμένει ακόμα πως δεν κατάλαβε πώς έγινε ηθοποιός, ούτε του είναι απολύτως σαφές τι σημαίνει υποκριτική. Πάντως, όταν του επισημαίνουν πως με όποιον χαρακτήρα καταπιάνεται τον σμιλεύει και συχνά τον αναβαθμίζει, εκείνος κοιτά στον ουρανό και μιλά για το θείο χάρισμά του και αμέσως μετά στρέφει το βλέμμα χαμηλά και υπογραμμίζει πως καθετί που έμαθε το έχει διδαχτεί στο πεζοδρόμιο. Γιος μεταναστών – ο πατέρας του μετοίκησε στο Παρίσι από τη Σενεγάλη και η μητέρα του από τη Μαυριτανία – ο Σι έχει μόνο καλές αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια του, τα οποία έζησε σε ένα από τα μη προνομιούχα διαμερίσματα του Παρισιού μαζί με τα επτά αδέλφια του. Ο πατέρας του ήταν εργάτης σε εργοστάσιο και η μητέρα του καθαρίστρια. Αν για κάτι ευγνωμονεί τους γονείς του ήταν πως όταν εκείνος διένυε την εφηβεία του αποφάσισαν να ταξιδέψουν οικογενειακώς με αυτοκίνητο στην Αφρική. Ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία των μεταναστών προγόνων του λέει πως κατάφερε να κατανοήσει όσα έζησαν όταν εγκατέλειψαν τον τόπο τους και να γνωρίσει από πρώτο χέρι τις ρίζες του. Το ίδιο ταξίδι σκοπεύει να επαναλάβει στο άμεσο μέλλον μαζί με την σύζυγο και τα πέντε παιδιά του.
Το 2011 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον 43χρονο ηθοποιό. Όχι μόνο γιατί με το ρόλο του στο «The Intouchables» («Οι Άθικτοι» στα ελληνικά) πέτυχε έναν αληθινό άθλο, να γίνει δηλαδή ο Γάλλος που αγάπησαν οι Αμερικανοί, αλλά και γιατί πήρε μια απόφαση που του άλλαξε την ζωή. Ξεκίνησε μαθήματα αγγλικών. Οι Σειρήνες του Χόλιγουντ τον καλούσαν και ο ίδιος δεν άντεχε να απαντά στα κελεύσματά τους σφυρίζοντας αδιάφορα. Άφησε το σπίτι του που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, τον κήπο όπου καλλιεργούσε λογιών λογιών φρούτα και λαχανικά για την πολυμελή οικογένειά του αλλά και τη ρουτίνα του που περιλάμβανε τη μεταφορά των παιδιών στο σχολείο και την αγορά κάθε μέρα φρέσκου ψωμιού από το φούρνο της γειτονιάς και μετανάστευσε στο Λος Άντζελες. Η σοδειά του ήταν πλούσια και το δίχως άλλο μπλοκμπαστερικών διαστάσεων. Οι συμμετοχές του στις ταινίες «X Men: Days of Future Past», «Jurassic World» και «Transformers: The Last Knight» του έδωσαν ζωτικό χώρο να αναπτύξει εκείνο που και ο ίδιος δεν ήξερε ότι είχε (βλ. υποκριτικό ταλέντο), όμως η επιστροφή του στη Γαλλία και ο ρόλος του στο «Lupin» είναι εκείνη που στην πραγματικότητα αναβάθμισε το υποκριτικό level του. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο σκηνοθέτης της σειράς Louis Leterrier επισήμανε πως ο χαρακτήρας του Assane Diop, ενός υβριδικού τύπου που ισορροπεί ανάμεσα στον απατεώνα και το δανδή, ήθελε έναν ειδικό, μαεστρικό χειρισμό. Ο Sy τον υπηρέτησε και με το παραπάνω περνώντας αβρόχοις ποσί πάνω από ένα λεπτό στρώμα πάγου.

Αν υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στον ηθοποιό και το ρόλο που αντλεί στοιχεία από τον Arsene Lupin του Maurice Leblanc, είναι σύμφωνα με τον Sy πως και οι δύο σκόπευαν να ζήσουν μια μάλλον φιλήσυχη ζωή αλλά ο κόσμος πήρε τέτοια τροπή που δεν τους άφησε περιθώριο παρά να αντιδράσουν. Η αλήθεια είναι πως ο ηθοποιός έχει πολλές φορές πάρει θέση για την παντοκρατορία των λευκών ηθοποιών στην κινηματογραφική βιομηχανία ενώ δήλωσε και στήριξή του στο κίνημα Black Lives Matter έπειτα από τη δολοφονία του George Floyd πέρσι το Μάιο στη Μινεάπολις. Ωστόσο έχει επανειλημμένως αρνηθεί να μιλά, να παρουσιάζεται και να ζει ως μαύρος ηθοποιός. «Είμαστε απλώς ηθοποιοί που εκφράζουμε τον εαυτό μας μέσα από την τέχνη. Είμαι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό μου, όμως οι άνθρωποι πολλές φορές μεταθέτουν σε μας μεγαλύτερες ευθύνες. Πρέπει να έχεις συνείδηση αυτής της κατάστασης κάθε στιγμή», είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του, αρνούμενος στην πραγματικότητα να ζει την ζωή του ως όχημα για την κοινωνική αλλαγή. Ο Sy πιστεύει στην ατομική και στην επιμερισμένη ευθύνη. Κι είναι αποφασισμένος να ζει το τώρα, κάνοντας ό,τι περνά από το χέρι του όχι όμως κι εκείνα που δεν του αναλογούν. Άλλωστε, όπως λέει, το παρόν είναι πολύ μεγαλύτερο από καθετί άλλο στην ζωή, από κάθε σχέδιο κι από κάθε όνειρο, ξεπερνά ακόμα και τον ίδιο. Και δεν έχει άλλη επιλογή από το να το ζει.







